Legislator Case Law & Legislation
1522/2018 AI generated

1522/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1522/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Legislator headnote

AI generated

1522/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Keywords

AI generated
severance pay redundancy reduction of salary pay policy wages and movements of workers unpaid salary
AI generated
1725/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
1574/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
389/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 714/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9904/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2006 αίτησή της.
108/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
967/2020
Η από 24-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 352/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1619/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης και επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα αντέφεσης κατά της 1157/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-7-2010 (με αριθμό κατάθεσης 4274/2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1522/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Αχιλλέα Κοτσωνά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν η 37/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 25/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης, Γεώργιος Δημάκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την 5720/27-10-2017 έκθεση επιδόσεως της Π. Ζ., δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτόν. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

2. Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ) που κατ' αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός. Εκ τούτων έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή για το ορισμένο αυτής (ΚΠολΔ 216 παρ.1) μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας διά παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ, που κατ' αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται επί πλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήσαν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 773/2017, ΑΠ 332/1997).

3. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη, από 9-2-2015 αγωγή ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε γραπτώς στη Λιβαδειά, την 22-3-2010, μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προσλήφθηκε από αυτήν για να εργαστεί ως οδηγός σε φορτηγό αυτοκίνητο της επιχείρησής της, με το οποίο μετέφερε τα πωλούμενα από αυτήν εμπορεύματα σε πελάτες της, καθώς και πρώτες ύλες από τους προμηθευτές της.

Ότι οι αποδοχές του συμφωνήθηκε να ανέρχονται στα ποσά που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εμπορικών επιχειρήσεων. Ότι κατά το χρόνο της πρόσληψής του γνωστοποίησε στην εναγομένη την οικογενειακή του κατάσταση, δηλαδή ότι ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων.

Ότι εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι την 6-11-2014, οπότε αυτή κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών, επιδόματα αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα, υπερωριακή απασχόληση και αμοιβή για Σάββατα και Κυριακές του χρονικού διαστήματος από το Μάρτιο 2010 μέχρι το Σεπτέμβριο 2014, το συνολικό ποσό των 19.974,58 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 37/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία αυτή έγινε δεκτή. Ακολούθως, η εναγομένη άσκησε την από 27-6-2016 έφεση, η οποία απορρίφτηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 25/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.

4. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και μνεία της ιδιότητας των διαδίκων ως μελών των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων που συμβλήθηκαν στις επικαλούμενες ΣΣΕ, αφού η υποχρέωση εφαρμογής τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, προκύπτει από ειδικότερο, έγκυρο όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας. Επομένως, ο υπό στοιχ. Α5 λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ ερμηνεύοντας εσφαλμένα τα άρθρα 361 και 648 ΑΚ, δεχόμενο ως ορισμένη την αγωγή και απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας που η ίδια είχε προβάλλει σχετικώς τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στο κείμενο της αγωγής εάν οι διάδικοι ήσαν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη των επικαλούμενων ΣΣΕ, είναι αβάσιμος.

5. Στο άρθρο 2 παρ.5 της 6/28-02-2012 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 4046/2012 ("Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρη-ματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" και εντός του πλαισίου της χορηγη-θείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990 παύουν να ισχύουν".

Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω 6/28-02-2012 ΠΥΣ ορί-σθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 "Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη". Στην παρ.2 "ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λή-γουν [την] 14-2-2013".

Στην παρ.3 "ΣΣΕ που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλή-ρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης [της] ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990". Και στην παρ.4 "Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα κα-ταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την κα-ταγγελία [της].

Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύ-ουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τρι-μήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδό-ματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντι-κατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28-02-2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα κατά τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η λεγόμενη "μετενέργεια" των ΣΣΕ, ήτοι η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της ΣΣΕ στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο.

Ειδικότερα, προκειμένου για ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του εξουσιοδοτικού (ως προς την έκδοση της ΠΥΣ) ν. 4046/2012, η οποία άρχισε την 14-2-2012, ορίσθηκε ότι η "μετενέργεια" ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα (μόνο) επιδόματα, τα οποία κατονομάζονται περιοριστικά και προσδιορίζονται ως "ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας".

Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας "προσαρμόζονται", για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να "μετενεργούν" και όχι τους υπόλοιπους.

Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζόμενων. Τέλος, λόγω της γενικότητας που υπάρχει στη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, τα προαναφερθέντα ισχύουν για όλες της ΣΣΕ που είχαν λήξει ή καταγγελθεί πριν από την ισχύ του ν. 4046/2012, ήτοι και γι' αυτές των οποίων οι κανονιστικοί όροι, σύμφωνα με την ήδη καταργηθείσα παρ.5 του άρθρου 9 του ν. 1876/1990, είχε θεωρηθεί ότι "μετά την πάροδο εξαμήνου" από τη λήξη ή την καταγγελία "εξακολουθούν να ισχύουν, μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας".

Η ερμηνεία αυτή συνάγεται από τον ορισμό του τετάρτου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ, περί μονομερούς "προσαρμογής" των ατομικών συμβάσεως στο νέο δίκαιο, ήτοι τροποποίησης αυτών σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τρίτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου (ΑΠ 876/2018).

6. Σύμφωνα με την ασφαλιστική και φορολογική νομοθεσία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο προσδιορισμός του ύψους των μισθών και των πάσης φύσεως επιδομάτων ή λοιπών εργοδοτικών χρηματικών παροχών που εμπίπτουν στην έννοια των τακτικών αποδοχών γίνεται αφηρημένα, ήτοι σε ποσά που εκφράζουν αποδοχές οι οποίες δεν καταβάλλονται πραγματικά σε κάθε συγκεκριμένο εργαζόμενο (μικτές αποδοχές).

Από τον κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισμό των αποδοχών, με τις οποίες αφηρημένα δικαιούται να αμειφθεί ο εργαζόμενος, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατήσει και αποδώσει αρμοδίως τις ασφαλιστικές εισφορές και το φόρο εισοδήματος, που επιβαρύνουν τον εργαζόμενο λόγω των προσωπικών του περιστάσεων σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες και εφαρμοζόμενες διατάξεις της ασφαλιστικής και φορολογικής νομοθεσίας.

Μόνον ύστερα από αυτό, ο εργοδότης δύναται να καταβάλει στα χέρια του δικαιούχου το εναπομένον υπόλοιπο (καθαρές αποδοχές). Εφ' όσον, λοιπόν, διεκδικούνται δικαστικώς δεδουλευμένες αποδοχές έναντι των οποίων ουδέν έχει καταβληθεί, μετά τον προσδιορισμό τους σε μικτές αποδοχές, ο εργοδότης θα υποχρεωθεί μεν να καταβάλει το ποσό που προκύπτει, αλλά κατά την εκτέλεση, αφού παρακρατήσει τις ως άνω επιβαρύνσεις, θα καταβάλει στο δικαιούχο τις καθαρές αποδοχές και θα απαλλαγεί.

Εφ' όσον, όμως, έναντι των δεδουλευμένων μικτών αποδοχών έχουν γίνει μερικότερες καταβολές καθαρών αποδοχών, για την εξεύρεση του οφειλόμενου υπόλοιπου το δικαστήριο της ουσίας πρέπει είτε να αναγάγει τις εισέτι οφειλόμενες μικτές αποδοχές σε καθαρές και κατόπιν να αφαιρέσει τις ήδη καταβληθείσες είτε να αναγάγει τις καταβληθείσες καθαρές αποδοχές σε μικτές και κατόπιν να τις αφαιρέσει από τις οφειλόμενες.

Αφαίρεση καθαρών αποδοχών από μικτές δεν νοείται, διότι πρόκειται για ποσότητες διαφορετικού είδους.

7. Κατά το άρθρο 560 αρ.5 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

8. Στην προκείμενη περίπτωση, το μονομελές πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, την 22-3-2010, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που έγινε στη Λιβαδειά, είχε προσληφθεί από την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία ως οδηγός φορτηγού αυτοκίνητου υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 40 ωρών, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ημερήσιο ωράριο από 07:30 έως 15:30 και με αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εμπορικών επιχειρήσεων.

Ότι ο ενάγων, ο οποίος είχε γνωστοποιήσει στην εναγόμενη ότι ήταν έγγαμος και πατέρας δύο ανηλίκων τέκνων, εργάσθηκε σε αυτήν με την ανωτέρω ειδικότητα από την πρόσληψή του έως την 6-11-2014, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας. Ότι τα σχετικά με τον τρόπο αμοιβής του ενάγοντος προέκυψαν από την κατάθεση του μάρτυρά του και από τις εξοφλητικές αποδείξεις της μισθοδοσίας του για το ένδικο χρονικό διάστημα, στις οποίες γίνεται ρητή αναφορά στις εφαρμοζόμενες ΣΣΕ των εμπορικών επιχειρήσεων, οι όροι των οποίων είχαν κατά τον τρόπο αυτό ενσωματωθεί στη σύμβαση εργασίας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη.

Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας τους κανονιστικούς όρους των εν λόγω ΣΣΕ, υπολόγισε για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, από 22-3-2010 έως 6-11-2014 (το οποίο σε αντιστοιχία προς το ιστορικό της αγωγής κατένειμε σε πέντε επί μέρους χρονικά διαστήματα ανάλογα προς τις διακυμάνσεις των προβλεπόμενων αποδοχών), τα κατ' ιδίαν ποσά τα οποία δικαιούταν ο ενάγων για βασικό μισθό (προσαυξανόμενο σταδιακά και ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη), επίδομα γάμου, επίδομα 2 τέκνων και επίδομα οδήγησης φορτηγού με ωφέλιμο φορτίο άνω των 13 τόνων.

Κατόπιν, σύμφωνα με τις ως άνω αποδοχές, το δικαστήριο της ουσίας υπολόγισε τα ποσά που θα έπρεπε να καταβληθούν στον ενάγοντα για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και τις αποδοχές αδείας που δεν χορηγήθηκε. Ακόμη, υπολόγισε τις αμοιβές ή αποζημιώσεις που έπρεπε να καταβληθούν στον ενάγοντα για υπερεργασία ή υπερωρίες καθώς και για απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.

Όλοι αυτοί οι υπολογισμοί έγιναν σε μικτές αποδοχές. Από τις μικτές αποδοχές κάθε επί μέρους χρονικού διαστήματος, το δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση αφαίρεσε το αντιστοίχως καταβληθέν ποσό και έκρινε ότι ορθώς είχε επιδικαστεί από το ειρηνοδικείο το εναπομένον υπόλοιπο. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της τότε εκκαλουμένης 37/2016 αποφάσεως του ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, που είχε αποφανθεί ομοίως.

9. Από την κρίση αυτή προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση: Α) Κατά το τμήμα του ένδικου χρονικού διαστήματος μετά την έναρξη ισχύος της ΠΥΣ 6/2012 και τη λήξη της μετενέργειας των εφαρμοστέων ΣΣΕ υπολόγισε στις αποδοχές του ενάγοντος και τα επιδόματα αφ' ενός του γάμου και αφ' ετέρου της οδήγησης φορτηγού με ωφέλιμο φορτίο άνω των 13 τόνων, αν και αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΠΥΣ (βλ.

παραπάνω, αρ.5), είχαν παύσει να ισχύουν ή, στο μέτρο που είχαν ενσωματωθεί στην ατομική σύμβαση εργασίας, μπορούσαν να καταργηθούν μονομερώς από την εναγομένη. Β) Αν και υπολόγισε τις αμοιβές του ενάγοντος για όλο το ένδικο χρονικό διάστημα σε μικτές αποδοχές, προκειμένου να καταλήξει στο εισέτι οφειλόμενο μέρος αυτών αφαίρεσε από τις μικτές αποδοχές τις ήδη καταβληθείσες καθαρές, χωρίς να τις αναγάγει σε μικτές, προσθέτοντας σε αυτές το ποσοστό 19,5% που είχε παρακρατηθεί (βλ.

παραπάνω, αρ.6). Και Γ) αν και η εναγομένη και τότε εκκαλούσα είχε επισημάνει την παράλειψη αυτή με λόγο έφεσης, δεν έλαβε υπ' όψη το λόγο αυτό και δεν προέβη στη δέουσα εκκαθάριση των εισέτι οφειλομένων αποδοχών, με αποτέλεσμα να αχθεί σε εσφαλμένη δικαιοδοτική κρίση. Επομένως, οι συναφείς προς τα ανωτέρω λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αρ.1 και αρ.5 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που θα πρέπει να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί o αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 25/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.-Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ