Legislator Case Law & Legislation
1522/2014 AI generated

1522/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1522/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1522/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται στην στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αναιρετικό λόγο. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1522/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Παναγιωτόπουλο..

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Ο. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δρυγιαννάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 359/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Δεκεμβρίου 2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 359/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Ο αναιρεσείων, με την από 25-9-2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 21.435,07 ευρώ, το οποίο της είχε μεταβιβάσει στα πλαίσια διαδοχικών συμβάσεων ατόκων δανείων, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ τους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2/1745/ΜΤ/135/2003 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 19.947,17 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 607/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της έφεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για το ίδιο όπως παραπάνω ποσό.

Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 584/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 607/2003 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, ακολούθως δε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α' Ολομ.ΑΠ 23/2008).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.

Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκόμισης ή μη σ' αυτό αποδεικτικού εγγράφου, ως αναγόρευση σε πράγματα, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 §1 Κ.Πολ.Δ., σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αυτής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που νόμιμα προσκόμισε με επίκληση, ενώπιόν του, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών και ειδικότερα Α) του κονδυλίου των 4.730.000 δραχμών ήτοι: 1) το με χρονολογία 02.09.99 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 350.000 δρχ., 2) το με χρονολογία 08.10.99 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 2.625.000 δρχ., 3) το με χρονολογία 26.10.99 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 500.000 δρχ., 4) το με χρονολογία 15.02.2000 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 100.000 δρχ., 5) το με χρονολογία 29.03.2000 γραμμάτιο είσπραξης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 290.000 δρχ.

και Β) του κονδυλίου των 2.567.0000 δραχμών ήτοι 1) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 202.000 δρχ., 2) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 350.000 δραχμών, 3) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 350.000 δραχμών, 4) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 400.000 δραχμών, 5) την υπ' αριθμ. ...

επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 250.000 δραχμών, 6) την υπ' αριθμ. ... επιταγή Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 515.000 δραχμών και 7) την με ημερομηνία 7-7-2001 υπεύθυνη δήλωση του Π. Σ.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα έγγραφα επειδή δεν έγινε επίκλησή τους ούτε και προσκομίστηκαν, εκτός από την από 7-7-2001 υπεύθυνη δήλωση του Π.

Σ., η οποία δεν λήφθηκε υπόψη, διότι δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Η βεβαίωση αυτή του Δικαστηρίου περί μη προσκόμισης των εγγράφων αυτών είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, η επίκληση των παραπάνω εγγράφων στο Εφετείο δεν ήταν νόμιμη, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του, δεν προέβη σε σαφή και ορισμένη επίκλησή τους, καθόσον σ' αυτές περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο ίδιος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς όμως παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων, στα οποία περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των συγκεκριμένων εγγράφων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα την υπ' αριθμ. 1338/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (πλημμελημάτων), δυνάμει της οποίας τόσο ο ίδιος όσο και ο Ι.

Μ., που κατέθεσε ως μάρτυρας στο πρωτόδικο δικαστήριο, αθωώθηκαν για τις πράξεις της υπεξαγωγής εγγράφων, της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ηθικής αυτουργίας στις δύο προηγούμενες πράξεις. Όμως, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο απόφασης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω, καθίσταται, αδιστάκτως, βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για παραμόρφωση εγγράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ υποστηρίζει ότι το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθόσον δεν στηρίχθηκε στην κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ούτε και στα έγγραφα που με επίκληση προσεκόμισε και από τα οποία προέκυπταν οι δανειακές συμβάσεις που είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες ανάγονται στην στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αναιρετικό λόγο. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ