Legislator Case Law & Legislation
1522/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment awarding damages for breach of equal treatment clause in commercial contract.

Case Number 1522/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment ordering it to pay €880,000 in damages. The appellant argued the court failed to consider the defendant's financial situation and ignored their claim of a breach of the equal treatment clause, but the court found the defendant's economic position evident from the case file. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559b of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment regarding damages for breach of contract is dismissed if the appellate court adequately assessed the facts and the appellant fails to provide sufficient evidence regarding mitigating circumstances or specific legal errors.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment breach of equal treatment clause commercial contract damages financial situation assessment legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1522/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας, υπό εκκαθάριση, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΥ ΛΑΧΕΙΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ Α.Ε", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Λογοθέτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ν. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κόμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 925/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Δεκεμβρίου 2010 αίτησή της ως και τους από 14 Αυγούστου 2012 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 925/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 15.9.2008 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 159/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 28.12.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 880.000 ευρώ, ως αποζημίωση (ποινική ρήτρα) για υπαίτια από μέρους της αθέτηση όρου (ρήτρας) της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης με το από 14.8.2012 ιδιαίτερο δικόγραφο η αναιρεσείουσα άσκησε ως προς τα αυτά προσβαλλόμενα με την αίτηση αναίρεσης κεφάλαια της εφετειακής απόφασης πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με τους λόγους της αίτησης αναίρεσης.

2. 0 ν. 703/1977, που ήδη καταργήθηκε με το ν. 3959/2011, όριζε με το άρθρ. 1§1 ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οποιαδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού, ιδίως δε οι συνιστάμενες α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο, κατά τρόπο δυσχεραίνοντα τη λειτουργία του ανταγωνισμού, άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, όπως προπάντων είναι η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής και ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή κατά τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, ενώ η διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου 1 όριζε ότι οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο.

Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών και γενικότερα του ν. 703/1977 είναι η διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού μέσω της διασφάλισης της οικονομικής ελευθερίας των συναλλασσομένων, που επιχειρείται να επιτευχθεί με την απαγόρευση όλων των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για οριζόντιες συμπράξεις είτε για κάθετες, δηλαδή εφόσον συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων, η καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται για τους σκοπούς της συμφωνίας σε διαφορετικό στάδιο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής.

Ειδικότερα το άρθρ. 1§1 του ν. 703/1977 απαγορεύει την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που κατατείνει με τη σύμπραξη επιχειρήσεων στο σχηματισμό οικονομικής ισχύος, όταν αυτή περιορίζει αδικαιολόγητα και συνεπώς αντίθετα προς το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, την οικονομική ελευθερία των τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη, με αποτέλεσμα έτσι τη βλάβη ή τη διακινδύνευση και του ανταγωνισμού ως συστήματος ή μέσου κατεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς.

Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων συνίσταται στην αδυναμία τους να αναπτύξουν δραστηριότητα στη σχετική αγορά εξαιτίας ακριβώς της απαγορευμένης (καρτελικής) σύμπραξης των επιχειρήσεων, που πλήττει ευθέως την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρ. 5§1 Συντ., 361 ΑΚ) και κατ' αυτή την έννοια τριτενεργεί σε βάρος τους, προσβάλλοντας παράνομα τα ιδιωτικά συμφέροντά τους.

Επομένως οι τρίτοι έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Η ακυρότητα των απαγορευμένων συμπράξεων είναι κατ' αρχήν απόλυτη και δεν εξαρτάται από την πρόκληση ζημίας στους τρίτους ούτε από την πρόθεση ζημίας σ' αυτούς από την πλευρά των επιχειρήσεων που μετέχουν στην απαγορευμένη σύμπραξη, θα πρέπει όμως τα ανεπιθύμητα για τους τρίτους αποτελέσματα από τη σύμπραξη να συνδέονται αιτιωδώς μ' αυτή και να μην είναι αντανακλαστικές απλώς συνέπειές της.

Τρίτοι που προστατεύονται δεν είναι μόνον οι ανταγωνιστές, αλλά όλοι οι παράγοντες της αγοράς, δηλαδή όλα τα πρόσωπα τα οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν συμφέρον να συμμετέχουν ελεύθερα στην αγορά, συνεπώς και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο περιορισμός του ανταγωνισμού, που συνεπάγονται οι απαγορευμένες συμπράξεις, να είναι σημαντικός (αισθητός), που συμβαίνει, όταν οι συμπράττουσες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά με βάση το συνολικό κύκλο εργασιών τους.

Εξ άλλου απαγορεύοντας με το άρθρ. 1 ο ν. 703/1977 την εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές χωρίς αποχρώντα λόγο, δηλαδή απαγορεύοντας την άνιση μεταχείριση των ομοίων ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα περιοριστικής σύμπραξης, δεν απαγορεύει παράλληλα και την ίση μεταχείριση των ανομοίων, είναι δε αδικαιολόγητη η άνιση μεταχείριση, όταν δεν υπάρχει κάποια εύλογη γι' αυτή αιτία, οικονομική ή νομική.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα)...

ανέλαβε κατόπιν συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο την παραγωγή, διαχείριση και λειτουργία του Στιγμιαίου Κρατικού Λαχείου (εφεξής ΣΚΛ ή ΞΥΣΤΟ). Με την από 11.2.1994 σύμβαση που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτή εγγράφως επίσης τροποποιήθηκε στις 22.4.1994, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στον ενάγοντα χονδροπωλητή (αναιρεσίβλητο) λαχνούς ΣΚΑ σε όσες ποσότητες αυτός επιθυμούσε και μέχρι του ανώτατου ορίου του 30% σε κάθε έκδοση που θα κυκλοφορούσε, στα πλαίσια πάντοτε της εμπορικής πολιτικής της εναγομένης, λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων αυτής έναντι των άλλων χονδροπωλητών, που θα απολάμβαναν ίση μεταχείριση με τον ενάγοντα, ο δε ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει και να διανέμει τους λαχνούς στα σημεία πώλησης για όσο χρονικό διάστημα θα ίσχυε η σύμβαση της εναγομένης με το Δημόσιο.

Συμφωνήθηκε επίσης, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία α) η χορήγηση έκπτωσης στον ενάγοντα 11% επί της ονομαστικής αξίας των ΣΚΛ, η οποία αυξήθηκε ατύπως σε 11,5% από το έτος 2000 και μετά, β) η χορήγηση πίστωσης διάρκειας 25 ημερών για την καταβολή του τιμήματος..., υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα πραγματοποιεί ετησίως πωλήσεις ίσες προς το 3% των ετήσιων πανελληνίως πωλήσεων του λαχείου, η οποία πίστωση αυξήθηκε ατύπως επίσης σε 35 ημέρες από το έτος 1999 και μετά, γ) κάλυψη από τον ενάγοντα του τιμήματος πώλησης των λαχνών με ετήσια τουλάχιστον εγγυητική επιστολή τράπεζας και η ανάληψη υποχρέωσης από την εναγομένη να μη διαθέτει σε οποιονδήποτε τρίτο και υπό οποιαδήποτε νομική ή πραγματική σχέση λαχεία με όρους (έκπτωση - πίστωση κλπ) ευνοϊκότερους από αυτούς που θα χορηγούσε κατά τα ως άνω στον ενάγοντα.

Τέλος συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση παράβασης των προαναφερόμενων υποχρεώσεων της εναγομένης αυτή θα είχε την υποχρέωση να καταβάλει ως αποζημίωση στον ενάγοντα, κατ' έτος και για όσο χρόνο θα διαρκούσε η σύμβαση, ποσό ίσο προς το 0,5% της ονομαστικής αξίας των πανελλήνιων πωλήσεών της... Κατά την ημερομηνία καταρτίσεως της τροποποιητικής κατά τα ανωτέρω σύμβασης, στις 22.4.1994, ο ενάγων πώλησε στην εναγομένη με έγγραφο συμφωνητικό 495 μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΛΑΧΕΙΟΥ και με το διακριτικό τίτλο ΑΤΡΟΠΟΣ, της οποίας ήταν κύριος μέτοχος με ποσοστό συμμετοχής 49,5% στο μετοχικό της κεφάλαιο, ενώ κατά ποσοστό 47,50% συμμετείχε ο Ι.

Κ., ο οποίος επίσης πώλησε στην εναγομένη τις μετοχές του. Η εταιρεία αυτή είχε συσταθεί το έτος 1992 με σκοπό τη διακίνηση των ΣΚΛ, ενώ μετά την πώληση των μετοχών της οι κύριοι αυτοί μέτοχοι δραστηριοποιήθηκαν αμφότεροι ως χονδροπωλητές ΣΚΛ. Με ειδικό όρο στη σύμβαση πώλησης των μετοχών η εναγομένη επανέλαβε την υποχρέωσή της να μη διαθέτει σε άλλους χονδροπωλητές γραμμάτια ΣΚΛ με όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που θα χορηγούσε στον ενάγοντα και ιδίως ως προς τον προαναφερόμενο Ι.

Κ., που κατονομάστηκε ρητά στη σύμβαση. Η εναγομένη είχε συνάψει 194 περίπου παρόμοιες συμβάσεις με χονδροπωλητές, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Κ.. Εξ αρχής όμως η διακίνηση του μεγαλύτερου μέρους των ΣΚΛ γινόταν από τον ενάγοντα και τον Ι. Κ.. Ο ενάγων άρχισε με τη διακίνηση και διάθεση του λαχείου με ποσοστό 14,30% περίπου στην αντίστοιχη αγορά και ο βασικός ανταγωνιστής του Ι.

Κ. άρχισε με ποσοστό 70-75% περίπου. Ο ενάγων ήταν συνεπής κατά κανόνα στην πληρωμή των οφειλών του, στις ελάχιστες δε περιπτώσεις καθυστέρησης η εναγομένη αποδεχόταν τη σταδιακή εξόφληση χωρίς τη χρέωση τόκων υπερημερίας, όπως έπραξε περί το τέλος της συνεργασίας τους το έτος 2003, όταν αποδέχθηκε τη σταδιακή εξόφλησή της μέχρι την 16.9.2004.

Η κάλυψη των οφειλών του ενάγοντος έναντι της εναγομένης γινόταν με την παροχή εγγυητικών επιστολών σε ποσοστό περίπου 80%, ενώ για το υπόλοιπο είχε χορηγήσει επιταγή πελατείας του, ύψους 500.000.000 δραχμών. Ενώ όμως το ποσοστό του ενάγοντος στην αγορά αυξανόταν σταδιακά κατ' έτος (14,30%, 18,89%, 20,23%, 22,19%, 22,70%, 42,46%, 43,26%), φθάνοντας το έτος 2001 σε ποσοστό περίπου 86%, το έτος 2002 σε 67,54% και το έτος 2003 σε 41,75%, αντίθετα του Ι.

Κ. μειωνόταν σταδιακά ειδικά από τα έτη 1999 έως 2002, με ποσοστό κατ' έτος περίπου 52,38%, 51,74%, 8,85% και 27,46% αντίστοιχα, μέχρις ότου σταμάτησαν οι προς αυτόν πωλήσεις στις 21.6.2002. Οι χορηγηθείσες από την εναγομένη προς τους δυο βασικούς διακινητές εκπτώσεις, προμήθειες και λοιποί όροι ήταν ίδιες και για τους δυο, αμφότεροι δε είχαν προνομιακούς όρους σύμβασης σε σχέση με τους υπόλοιπους χονδροπωλητές, στους οποίους είχε χορηγηθεί μικρότερος χρόνος πίστωσης 18 ημερών και έκπτωσης από 10,50%.

Η διαχείριση όμως των προνομιακών αυτών όρων εκ μέρους του Ι. Κ. δεν υπήρξε καλή στην προσπάθειά του να αποσπάσει μεγάλο τμήμα της αγοράς, εφόσον παρείχε στους πελάτες μεγάλη χρονικά πίστωση, μεγαλύτερη πολλές φορές και από εκείνη των 25 ημερών, που είχε ο ίδιος από την εναγομένη, με αποτέλεσμα να αυξηθεί μεν αρχικά η πελατεία του, στη συνέχεια όμως να μην μπορέσει να αποπληρώσει τις οφειλές του στο χρονικό διάστημα της πίστωσής του, πράγμα που δημιούργησε με την πάροδο του χρόνου μεγάλη οφειλή.

Η εναγομένη ανέχθηκε την υπέρβαση του χρόνου πίστωσης για αρκετές επιπλέον ημέρες μετά την πάροδο των 25 ημερών, φθάνοντας πολλές φορές μέχρι και τις 50 ημέρες πίστωσης, ενώ του χορηγούσε και νέες ποσότητες λαχείων, διαρκώς όμως μειούμενες και ποτέ δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, ζητώντας την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών, αφού έκρινε ότι έτσι θα μηδένιζε σχεδόν τη δυνατότητα εξόφλησης από τον ίδιο τον οφειλέτη, ενώ θα προκαλούσε και την άμεση κατάρρευση του δικτύου διακίνησης και διάθεσης που αυτός είχε δημιουργήσει, προκαλώντας έτσι δυσλειτουργία και στη δική της επιχείρηση, με κίνδυνο να μην μπορεί και η ίδια να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.

Από το έτος όμως 1999 και μετά απέστειλε οικονομικό στέλεχός της στην επιχείρηση του Ι. Κ. για να παρακολουθεί τη διαχείρισή του και να εξεύρει τρόπο εξόφλησης της οφειλής, απαιτούσε δε την πληρωμή των λαχείων σε τιμή μεγαλύτερη της αξίας τους, ώστε αφενός μεν να πληρώνονται εφεξής μετρητοίς οι νέοι λαχνοί που αγόραζε ο χονδροπωλητής αυτός, αφετέρου δε να εξοφλείται μέρος της προηγούμενης οφειλής του, ενώ από το ίδιο περίπου έτος βελτίωσε άτυπα τους όρους έκπτωσης - πίστωσης του ενάγοντος, σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν.

Έτσι η εναγομένη μέχρι και το έτος 1999 παρέβη κατ' αποτέλεσμα την υποχρέωση να μην χορηγεί σε τρίτους ανταγωνιστές του ενάγοντος και ειδικότερα στον Ι. Κ. όρους ευνοϊκότερους από ό,τι στον ενάγοντα, δηλαδή παρέβη την υποχρέωση ίσης μεταχείρισης αυτού προς τον Ι. Κ., αφού ήδη ως προς τους υπόλοιπους χονδροπωλητές η μεταχείριση αμφοτέρων ήταν ευνοϊκότερη, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής έγινε όχι με τη συνομολόγηση ευνοϊκότερων με τον ανταγωνιστή του όρων από ό,τι είχαν με τον ίδιο συνομολογηθεί, αλλά με την εκ μέρους της εναγομένης αποδοχή της καθυστερημένης εξόφλησης των οφειλών του, δηλαδή πέραν του συνομολογηθέντος χρόνου πίστωσης.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής έγινε μόνον ως προς την παροχή μεγαλύτερου χρόνου πίστωσης, ενώ ως προς την κάλυψη της οφειλής εξ ολοκλήρου με εγγυητικές επιστολές παρέβη την υποχρέωση αυτή η εναγομένη τόσο έναντι του Ι. Κ. όσο και έναντι του ενάγοντος, αποδεχόμενη για αμφότερους τη μη εξ ολοκλήρου κάλυψη των οφειλών με εγγυητικές επιστολές, αλλά κατά ένα μέρος, το οποίο ήταν μεγαλύτερο ως προς τον Ι.

Κ.. Η σύμβαση της εναγομένης με το Δημόσιο έληξε στις 9.9.2003, οπότε έληξε και η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση. Κατά το έτος 2004, με εξώδικο που απέστειλε ο ενάγων στην εναγομένη, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά την παραβίαση του προαναφερόμενου συμβατικού όρου της ίσης μεταχείρισης και πρόβαλε αξίωση αποζημίωσης.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η εναγομένη παρέβη με πρόθεση τη συμβατική της υποχρέωση να μην παρέχει σε άλλον χονδροπωλητή και ειδικά στον Ι. Κ. όρους ευνοϊκότερους από εκείνους που παρείχε στον ενάγοντα και ειδικότερα παρείχε σ' αυτόν μέχρι και το έτος 1999 χρόνο πίστωσης κατά πολύ μεγαλύτερο των 25 ημερών που είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα, γεγονός το οποίο και η ίδια δεν αρνείται, οπότε το έτος αυτό (1999), θορυβούμενη το πρώτον από το χρέος του, έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα διαχείρισης της οφειλής του.

Ο ενάγων βέβαια είχε τελικά κέρδος από τη δεκαετή περίπου συνεργασία τους και συγκεκριμένα μεικτά κέρδη 3.642.395 ευρώ και φορολογητέο εισόδημα 2.185.437 ευρώ... Το κέρδος όμως αυτό, αν είχε μεγαλύτερο χρόνο πίστωσης, θα ήταν μεγαλύτερο, είτε από την εκμετάλλευση των κεφαλαίων του, έστω και με την απόληψη τόκων από κατάθεση σε τράπεζα κατά το επιπλέον της συμφωνημένης πίστωσης χρονικό διάστημα, είτε με τη χορήγηση στους λιανοπωλητές καλλίτερων όρων συνεργασίας και την απόσπαση έτσι και διάθεση μεγαλύτερου ποσοστού ΣΚΛ, ώστε να φθάνει εξ αρχής το ποσοστό του 30%, μέχρι του οποίου είχε συμφωνηθεί η δυνατότητά του να προμηθεύεται λαχνούς, στόχο τον οποίο έφθασε και ξεπέρασε το έτος 1999...

Η παράβαση του συμβατικού όρου έλαβε χώρα από την εναγομένη μέχρι και το έτος 1999, ενώ το μετέπειτα διάστημα η εναγομένη παρείχε μεν στον Ι. Κ. χρονική πίστωση, με άλλους όμως όρους δυσμενέστερους και όχι ευνοϊκότερους από εκείνους που παρείχε στον ενάγοντα, εφόσον τον προμήθευε με ΣΚΛ αντί τιμής μεγαλύτερης της κανονικής, ώστε να μπορεί με τη διαφορά της τιμής να καλύπτει μέρος του χρέους, ενώ αντίθετα παρείχε στον ενάγοντα ευνοϊκότερους όρους έκπτωσης, ασκώντας με τον τρόπο αυτό επιχειρηματική πολιτική αποφυγής της μεγαλύτερης ζημίας, που πίστευε ότι θα είχε, αν κατήγγειλε τη σύμβαση και κατέπιπταν οι εγγυητικές επιστολές με συνέπεια την άμεση κατάρρευση του δικτύου διακίνησης που είχε αυτός δημιουργήσει.

Συνεπώς η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που συμφωνήθηκε για την παράβαση του όρου ίσης μεταχείρισης για τα έτη 1994 έως και 1999, όχι δε και για τα έτη 2000 έως 2003. Οι πανελλήνιες πωλήσεις της εναγομένης (τζίρος) ανήλθαν κατά τα έτη αυτά σε 84.740.200.000 δραχμές το έτος 1994, σε 114.451.625.000 δραχμές το έτος 1995, σε 100.447.200.000 δραχμές το έτος 1996, σε 80.145.275.000 δραχμές το έτος 1997, σε 64.646.915.000 δραχμές το έτος 1998, σε 58.168.660.000 δραχμές το έτος 1999 και συνολικά σε 502.599.875.000 δραχμές ή 1.474.981.000 ευρώ.

Με βάση το ποσό αυτό η οφειλόμενη στον ενάγοντα αποζημίωση ανέρχεται σε 7.374.905 ευρώ (1.474.981.000 Χ 0,50%)". Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε τις προταθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις (α) περί ακυρότητας της ρήτρας ίσης μεταχείρισης, που εκτίμησε ότι συνιστά ο όρος στη σύμβαση των διαδίκων ότι η αναιρεσείουσα σε όμοιες συμβάσεις με τρίτους υποχρεούται να μη χορηγεί σ' αυτούς όρους ευνοϊκότερους από τους όρους της σύμβασής της με τον αναιρεσίβλητο, καθόσον, κατά τη άποψή της, οδηγεί την επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου σε δεσπόζουσα θέση και συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής της ελευθερίας, με την έννοια ότι εμποδίζεται να οργανώσει το δίκτυο διανομής της, έτσι ώστε να μπορεί να παρέχει στήριξη σε χονδροπωλητή που βρίσκεται σε δυσχερή θέση ή ανάλογα να μπορεί να ανταμείβει χονδροπωλητή που προσέφερε καλλίτερες υπηρεσίες, (β) παραγραφής της επίδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου και (γ) καταχρηστικής άσκησης της αξίωσής του, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν νομιμοτόκως, ως αποζημίωση με τη μορφή ποινικής ρήτρας για την υπαίτια από μέρους της αθέτηση της περιεχόμενης στη σύμβασή τους ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, το ποσό των 880.000 ευρώ, στο οποίο, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, μείωσε, ως δυσανάλογο μεγάλο, το ποσό της οφειλόμενης στον αντίδικό της, κατά τη μεταξύ τους συμφωνία, αποζημίωσης των 7.374.905 ευρώ.

Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ακυρότητας της ρήτρας ίσης μεταχείρισης, δεχόμενο, κατ' αρχήν, ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας απαράδεκτα προτάθηκαν απ' αυτή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, εφόσον δεν έγινε επίκληση λόγου που να δικαιολογεί κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ την καθυστερημένη προβολή τους.

Στη συνέχεια όμως το Εφετείο έκρινε και τη βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών και τελικά τους απέρριψε, δεχόμενο μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Σε δεσπόζουσα και μονοπωλιακή θέση (ως εκ της αποκλειστικής διάθεσης απ' αυτή των λαχνών ΣΚΛ) βρισκόταν η εναγομένη έναντι των πελατών της χονδροπωλητών, χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους σχέση ανταγωνισμού.

Η συνομολόγηση της επίδικης ρήτρας, η οποία είναι σαφής και συνεπώς δεν χρήζει ερμηνείας, αναφέρεται στην ίση μεταχείριση των χονδροπωλητών με την ιδιότητά τους αυτή και μόνο, χωρίς άλλη προϋπόθεση (όπως της υπάρξεως μεταξύ τους οικονομικής και επιχειρηματικής ισότητας και ικανότητας), γι' αυτό και δεν παραβιάζει το ν. 703/1977, εφόσον η ύπαρξη ή η δημιουργία δεσπόζουσας θέσης των ανταγωνιστών - χονδροπωλητών δεν αντίκειται στο νόμο, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης αυτής, πράγμα που δεν εκτίθεται ότι συνέτρεξε εν προκειμένω.

Ούτε η ίδια ρήτρα δεσμεύει την οικονομική ελευθερία της εναγομένης, η οποία άλλωστε, προς αποφυγή της δημιουργίας δεσπόζουσας θέσης από κάποιον από τους ανταγωνιστές - χονδροπωλητές, συνομολόγησε τη ρήτρα περιορισμού στη διακίνηση των λαχνών, ορίζοντας ως ανώτατο όριο λαχνών, που μπορούσε ο ενάγων να προμηθευτεί, το ποσοστό του 30% επί κάθε εκδόσεως του λαχείου, ρήτρα όμως που ποτέ δεν εφάρμοσε η εναγομένη...".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι μολονότι με τις προτάσεις της στο Εφετείο επικαλέσθηκε την ακυρότητα της περιεχόμενης στη σύμβαση των διαδίκων ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, ως αντίθετης προς τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 703/1977, αφού η εφαρμογή της συνεπάγεται τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων της συναλλαγής τους και επίσης οδηγεί σε ανεπίτρεπτη κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, εντούτοις το Εφετείο έκρινε τελικά έγκυρη τη ρήτρα αυτή, με συνέπεια να αναγνωρίσει σε βάρος της υποχρέωση αποζημίωσης του αντιδίκου της με το ως άνω ποσό των 880.000 ευρώ.

Σε συνάρτηση με τον παραπάνω λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει με τους τρίτο και τέταρτο πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του αυτού άρθρ. 1 του ν. 703/1977 και οπωσδήποτε με ελλιπείς αιτιολογίες έκρινε έγκυρη την ως άνω ρήτρα της ίσης μεταχείρισης, παρόλη την ανομοιότητα των συνθηκών μεταξύ της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου και της επιχείρησης του Ι.

Κ. ως βασικού ανταγωνιστή του. Σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η ρήτρα ίσης μεταχείρισης, που τέθηκε στη σύμβαση των διαδίκων ως ειδικότερη έκφραση της ρήτρας του μάλλον ευνοούμενου κράτους (most favored nation) και κατ' επέκταση του μάλλον ευνοούμενου πελάτη, απέβλεπε από τη φύση της στη διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ όλων όσων είχαν συμβληθεί ή θα συμβάλλονταν με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις όμοιες με αυτή του αναιρεσιβλήτου, αφού αφενός μεν όριζε ότι και οι άλλοι χονδροπωλητές λαχνών ΣΚΛ θα απολάμβαναν ίσης μεταχείρισης με αυτόν, αφετέρου δε υποχρέωνε την αναιρεσείουσα να μη διαθέτει σε οποιονδήποτε τρίτο κατά τη διάρκεια της σύμβασής της με τον αναιρεσίβλητο λαχνούς ΣΚΛ με όρους ευνοϊκότερους από τους όρους της σύμβασής τους (άρθρ. 1 και 2§2.1.β της από 11.2.1994 σύμβασης των διαδίκων, όπως τροποποιήθηκε με το από 22.4.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό τους και άρθρ. 4§3 της ταυτόχρονης σύμβασής τους με αντικείμενο την πώληση από τον αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα μετοχών της εταιρείας ΑΤΡΟΠΟΣ), δηλαδή κατοχύρωνε την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία του ανταγωνισμού τόσο από την πλευρά του αναιρεσιβλήτου όσο και από την πλευρά των ανταγωνιστών του στο πλαίσιο της δεσπόζουσας θέσης, που αυτή κατείχε στην παραγωγή και διαχείριση του στιγμιαίου κρατικού λαχείου.

Βέβαια κατ' αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος αύξησε κατά τη διάρκεια της σύμβασής του με την αναιρεσείουσα το μερίδιό του στη διακίνηση των λαχνών ΣΚΛ στην αγορά και αποκόμισε σημαντικά κέρδη, σε αντίθεση με τον βασικό ανταγωνιστή του Ι. Κ., το αποτέλεσμα όμως αυτό δεν οφείλεται στη λειτουργία της παραπάνω ρήτρας, αλλά ήταν αποτέλεσμα από την πλευρά μεν του αναιρεσιβλήτου σωστής επιχειρηματικής πολιτικής, από την πλευρά δε του Ι.

Κ. άστοχων επιχειρηματικών επιλογών, με τις οποίες αποσκοπούσε να κυριαρχήσει στη σχετική αγορά, παρόλο που δεν είχε τις ανάλογες οικονομικές δυνατότητες. Η αναιρεσείουσα, για να περιορίσει κατά το δυνατόν τη ζημία της από την αδυναμία του Ι. Κ. να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του προς αυτή, δεν χορήγησε βέβαια σ' αυτόν τυπικά ευνοϊκότερους όρους σε σχέση με τους όρους της σύμβασής της με τον αναιρεσίβλητο, όμως ανέχθηκε την καθυστερημένη εξόφληση των υποχρεώσεών του, επιμηκύνοντας έτσι στην πράξη το χρόνο της παρεχόμενης σ' αυτόν πίστωσης για την καταβολή του τιμήματος των λαχνών ΣΚΛ που του πουλούσε, γεγονός που είχε ως συνέπεια, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, να λειτουργήσει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και να τον αποστερήσει από επιπλέον κέρδη, που διαφορετικά θα αποκόμιζε κατά τη διάρκεια της σύμβασής του με την αναιρεσείουσα.

Η τακτική αυτή της αναιρεσείουσας ναι μεν διασφάλιζε έως ένα βαθμό τα συμφέροντά της, όμως συνιστούσε παράλληλα περιοριστική πρακτική του ανταγωνισμού σε βάρος του αναιρεσιβλήτου εν όψει της δεσπόζουσας θέσης της και όχι, όπως η ίδια υποστηρίζει, υπέρμετρη δέσμευση της οικονομικής της ελευθερίας κατά την οργάνωση και λειτουργία του δικού της δικτύου διανομής των λαχνών ΣΚΛ μέσω χονδροπωλητών.

Δηλαδή η συμβατική δέσμευση της αναιρεσείουσας να μην χορηγεί σε ανταγωνιστές του αναιρεσιβλήτου ευνοϊκότερους όρους διάθεσης και διακίνησης των λαχνών ΣΚΛ από τους δικούς του όρους, την εμπόδιζε μεν να χορηγεί σε τρίτους τέτοιους όρους, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν αποκλίνουσες επιχειρηματικές τους συνθήκες, η δέσμευση όμως αυτή, εφόσον η απόκλιση των συνθηκών αυτών δεν μεταφραζόταν σε αντίστοιχα ευνοϊκότερους για την αναιρεσείουσα όρους συνεργασίας της με τους ανταγωνιστές του αναιρεσιβλήτου, δεν συνιστά ασφαλώς παρακώλυση του ελεύθερου ανταγωνισμού και αντίθετα η συμπεριφορά της που θα καθοριζόταν από τέτοιους όρους θα συνιστούσε, με δεδομένη τη δεσπόζουσα θέση της, παρεμπόδιση ακριβώς και νόθευση του ανταγωνισμού, ο οποίος δεν πρέπει να περιορίζεται με βάση τις ιδιαίτερες ατομικές συνθήκες των ανταγωνιστών, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι από το ν. 703/1977 απαγορεύεται κατ' αρχήν η άνιση μεταχείριση των ομοίων και όχι η ίση μεταχείριση των ανομοίων.

Άλλωστε η αναιρεσείουσα θα μπορούσε και στην περίπτωση του Ι. Κ. να είναι συνεπής προς τη ρήτρα της ίσης μεταχείρισης, αν μεταχειριζόταν στην πράξη και τον αναιρεσίβλητο με τον ίδιο ευνοϊκό τρόπο που μεταχειρίσθηκε και τον Ι. Κ..

Συνεπώς το Εφετείο με το να κρίνει έγκυρη και όχι άκυρη την περιεχόμενη στη σύμβαση των διαδίκων ρήτρα της ίσης μεταχείρισης, δεν παραβίασε, αλλά ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 703/1977, έστω και αν δεν αναφέρθηκε ρητά στο άρθρο αυτό και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διευκρινίζοντας ρητά, κατά την ανέλεγκτη στο σημείο αυτό παραδοχή του, ότι δεν υπήρχε στη σύμβαση των διαδίκων ασάφεια ή κενό που να απαιτεί κατά τα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών βουλήσεών τους ως προς την ειδικότερη έννοια της ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, είναι δε αβάσιμοι και απορριπτέοι τόσο ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης όσο και οι τρίτος και τέταρτος των πρόσθετων λόγων της, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Εξ άλλου με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι εσφαλμένα η απόφαση έκρινε ως απαράδεκτα προβαλλόμενο για πρώτη φορά στο Εφετείο τον ισχυρισμό της περί ακυρότητας της περιεχόμενης στη σύμβασή της με τον αναιρεσίβλητο ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, αφού ως εφεσίβλητη μπορούσε κατά το άρθρ. 527περ.1 ΚΠολΔ να προτείνει απευθείας στο Εφετείο το σχετικό ισχυρισμό της προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του αντιδίκου της.

Ωστόσο το Εφετείο δεν περιορίσθηκε στην εσφαλμένη αυτή κρίση του, αλλά αξιολόγησε σε κάθε περίπτωση τη βασιμότητα του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, κρίνοντας τελικά έγκυρη την παραπάνω ρήτρα.

Συνεπώς είναι αλυσιτελής και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος , δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα.

Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία, ρητά ή και σιωπηρά, όπως μπορεί να συναχθεί από τις αντίθετες παραδοχές της απόφασής του . Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της, ότι η περιεχόμενη στη σύμβασή της με τον αναιρεσίβλητο ρήτρα της ίσης μεταχείρισης είχε καταστεί ανενεργός και δεν μπορούσε πλέον να αξιωθεί καλόπιστα η συμμόρφωσή της μ' αυτή, που την υποχρέωνε να μην ανεχθεί τις καθυστερημένες προς αυτή καταβολές του Ι.

Κ. έναντι των συμβατικών υποχρεώσεών του και αντίθετα όφειλε να καταγγείλει αμέσως τη μεταξύ τους σύμβαση, αφού η συμμόρφωσή της προς τη σχετική ρήτρα θα είχε εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες τόσο για την ίδια όσο και για τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή θα παρέμειναν οριστικά ανεξόφλητες οι προς αυτή οφειλές του Ι.

Κ., γεγονός που θα οδηγούσε και την ίδια σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς το Ελληνικό Δημόσιο, οπότε και η από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης θα ήταν αναπόφευκτη, όπως και η συνακόλουθη από μέρους της καταγγελία της σύμβασής της με τον αναιρεσίβλητο.

Όμως, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η οποία και δεν επικαλέσθηκε ρητά πάντως στα δικαστήρια της ουσίας το άρθρ. 288 ΑΚ προκειμένου να αποκλείσει την εφαρμογή εκεί της ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, το Εφετείο έλαβε στο σύνολό του υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της και έμμεσα τον αξιολόγησε αρνητικά για να καταλήξει στην κρίση ότι η συμμόρφωσή της με τη ρήτρα αυτή ήταν επιβεβλημένη και συνεπώς η υπαίτια από μέρους της παραβίαση της ρήτρας αυτής την υποχρεώνει σε αποζημίωση του αντιδίκου της κατά τη μεταξύ τους συμφωνία.

Συνακόλουθα ο αντίθετος δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Παρέπεται ότι αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού αντίθετα και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, δεν δικαιολογείται με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, η αποδέσμευσή της από τη ρήτρα της ίσης μεταχείρισης κατ' εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, λειτουργεί δε η ρήτρα αυτή όχι μόνον συμπληρωματικά, αλλά και διορθωτικά ως προς τις δικαιοπρακτικές βουλήσεις στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή, δηλαδή με στόχο την προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης παρέχεται στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 927/1982? 9/1997). 4.

Με το πρώτο μέρος του πέμπτου πρόσθετου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτει η αναιρεσείουσα πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρόλο που η ένδικη αγωγή έχει βάση και από την αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1 του ν. 146/1914 και 914 του ΑΚ, στις οποίες επίσης, κατ' αυτή, στηρίζεται η αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή υφίσταται συρροή ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της, εντούτοις το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου κατά την αδικοπρακτική βάση του.

Όμως αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο ρητά έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου έχει συμβατική μόνο βάση και όχι βάση και από την αδικοπραξία κατά τις παραπάνω διατάξεις των άρθρ. 1 του ν. 146/1914 και 914 ΑΚ.

Συνεπώς ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι κατά το πρώτο μέρος του αβάσιμος και απορριπτέος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα, μολονότι εναγομένη, έχει ειδικό έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί σχετική πλημμέλεια. Αβάσιμος επίσης και απορριπτέος είναι ο ίδιος πρόσθετος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αγνόησε την προταθείσα απ' αυτή ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, η οποία κατά την άποψή της υπόκειται και κατά τη συμβατική βάση της στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρ. 19 του ν 146/1914, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού, αντίθετα και πάλι με όσα η ίδια ισχυρίζεται, το Εφετείο με εκτενή αιτιολογία απέρριψε τη σχετική ένστασή της, κρίνοντας ότι η ένδικη συμβατική αξίωση του αντιδίκου της υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρ. 249 ΑΚ και συνεπώς κατά την άσκηση της αγωγής του δεν είχε παραγραφεί.

Την κρίση αυτή του Εφετείου θεωρεί ως νομικά εσφαλμένη η αναιρεσείουσα, η οποία με το τρίτο τελικά μέρος του πέμπτου πρόσθετου λόγου της αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αφού το ρυθμιστικό αντικείμενο της ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, που περιέχεται στη σύμβασή της με τον αναιρεσίβλητο, ταυτίζεται με το ρυθμιστικό αντικείμενο του άρθρ. 1 του ν. 146/1914 για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά της συμβατικής ευθύνης της πληρούν το πραγματικό και της ευθύνης της από την αδικοπραξία, με την οποία συρρέει, η παραγραφή αντίστοιχα του άρθρ. 19 του ν. 146/1914 απορροφά στην περίπτωση αυτή τη γενική παραγραφή του άρθρ. 249 ΑΚ, καθόσον μάλιστα με διαφορετική εκδοχή καταστρατηγείται με πρόσχημα το συμβατικό χαρακτήρα της παραπάνω ρήτρας η διάταξη του άρθρ. 275 ΑΚ, που απαγορεύει τη μεταβολή των νόμιμων όρων της παραγραφής με δικαιοπραξία, δηλαδή με πρόσχημα τη συμβατική πλευρά της ίδιας στην ουσία αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από τον αθέμιτο ανταγωνισμό δεν επιτρέπεται η σύντομη παραγραφή του άρθρ. 19 του ν. 146/1914 να επιμηκυνθεί έμμεσα στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρ. 249 ΑΚ.

Ωστόσο το Εφετείο αφενός μεν ορθά με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε αδικοπρακτική βάση για την ένδικη αξίωση αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου, αφετέρου δε σε περίπτωση συρροής συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, αυτές διατηρούν την αυτοτέλειά τους από πλευράς ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, γι' αυτό και η τυχόν συντομότερη παραγραφή της συμβατικής αξίωσης δεν επηρεάζει τη μακρότερη παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία (ΑΠ 1145/2003), αλλά και αντιστρόφως η τυχόν συντομότερη παραγραφή της αδικοπρακτικής αξίωσης δεν συμπαρασύρει σε σύντμηση την τυχόν μακρότερη παραγραφή της συμβατικής αξίωσης, εκτός αν κατ' εξαίρεση η εφαρμογή της μιας ρύθμισης ματαιώνει το σκοπό της άλλης, στην οποία ανήκει τελολογικά το προβάδισμα , όπως όμως δεν συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως ως αβάσιμος είναι απορριπτέος και κατά το τρίτο μέρος του ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 5. Κατά το άρθρο 409 του Α.Κ., αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται από το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, στο μέτρο που αρμόζει. Το δικαστήριο της ουσίας, για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης και στη συνέχεια ως προς το μέτρο που πρέπει να μειωθεί, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που συντρέχουν κατά περίπτωση και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την έκταση της συμβατικής παράβασης και το βαθμό του πταίσματος του οφειλέτη σε συνδυασμό με την τυχόν ωφέλεια, που ο ίδιος ή ο δανειστής πορίσθηκαν από την αθέτηση της σύμβασης, τα συμφέροντα του δανειστή που ενδεχομένως πλήγηκαν και επίσης την οικονομική κατάσταση των μερών.

Για τη μείωση της ποινικής ρήτρας απαιτείται σχετικό αίτημα του οφειλέτη, που μπορεί να υποβληθεί και με ένσταση κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, πρέπει δε, για να είναι ορισμένο το σχετικό αίτημα, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με την όλη ενοχική σχέση και τα ποιοτικά στοιχεία της.

Εξ άλλου αναιρετικά ανέλεγκτη είναι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό κατά το οποίο μειώνεται η ποινική ρήτρα, αφού είναι κρίση περί τα πράγματα (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κρίθηκε ως δυσανάλογα μεγάλη η αποζημίωση των 7.374.905 ευρώ, που με τη μορφή ποινικής ρήτρας όφειλε στον αναιρεσίβλητο η αναιρεσείουσα για την υπαίτια από μέρους της αθέτηση της περιεχόμενης στη σύμβασή τους ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, γι' αυτό και κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασής της το Εφετείο τη μείωσε στο ποσό των 880.000 ευρώ, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Η ποινή των 7.374.905 ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί με βάση τα σταθερά μεγέθη των πανελλήνιων πωλήσεων της εναγομένης και το ποσοστό που συμφωνήθηκε επ' αυτών, είναι διπλάσια των μικτών κερδών που αποκόμισε ο ενάγων από τη δεκαετή συνεργασία του με την εναγομένη.

Ο ενάγων δεν υπέστη θετική ζημία από την παράβαση της σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, αλλά είχε μόνον κέρδος από τη συνεργασία τους συνολικά. Αποφεύχθηκε όμως η περαιτέρω αύξηση των κερδών και της περιουσίας του, την οποία προσδοκούσε με πιθανότητα..., αν η εναγομένη χορηγούσε και στον ίδιο το μεγαλύτερο χρόνο πίστωσης που χορηγούσε και στο βασικό ανταγωνιστή του, αύξηση το ύψος της οποίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί, σε καμία όμως περίπτωση δεν ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό της ποινής...

Η παράβαση επίσης του όρου αυτού (της ίσης μεταχείρισης) έγινε, σε μικρότερη έκταση, και υπέρ του ενάγοντος σε βάρος των υπόλοιπων χονδροπωλητών, αλλά και του βασικού ανταγωνιστή του, με την παροχή μεγαλύτερης έκπτωσης και με την αποδοχή από ένα χρονικό σημείο και μετά της μη εξ ολοκλήρου καλύψεως και των δικών του υποχρεώσεων με εγγυητικές επιστολές ή με την παροχή χρόνου πίστωσης.

Αντιθέτως η εναγομένη όχι μόνο δεν είχε κανένα όφελος από την παράβαση του όρου, αλλά υπέστη μεγάλη ζημία, εφόσον μετά τη λήξη της εκδόσεως των λαχνών ΣΚΛ απέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο άνω των 22.000.000 ευρώ από τους χονδροπωλητές, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αφορούσε το υπόλοιπο του Ι. Κ.". Προηγουμένως το Εφετείο, αξιολογώντας την όλη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, είχε δεχθεί και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι εξ αρχής είχε υποψίες για την άνιση μεταχείρισή του έναντι ειδικότερα του Ι.

Κ., τούτο δε κατατίθεται και από τον ενόρκως βεβαιώσαντα μάρτυρα Β. και προκύπτει και από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρά του. Είναι επίσης αληθές ότι δεν απευθύνθηκε στην εναγομένη για να διασκεδάσει ή να επιβεβαιώσει τις υποψίες του αυτές περί άνισης μεταχείρισης κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ούτε φρόντισε να τις επιβεβαιώσει, ενώ μπορούσε ευχερώς να το πράξει από τους ετήσιους ισολογισμούς της εναγομένης...".

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας ως δυσανάλογα μεγάλης και του μέτρου που αρμόζει αυτή να μειωθεί, δεν αξιολόγησε, όπως όφειλε, διαφορετικά αξιολόγησε με ελλιπείς αιτιολογίες, τα αναγκαία για τη διαμόρφωση της κρίσης του στοιχεία της αξίας της αντιπαροχής του αναιρεσιβλήτου και της οικονομικής του κατάστασης, καθώς και το συντρέχον πταίσμα του, όπως και το γεγονός ότι οι ενέργειές της, που αποσκοπούσαν να διασώσουν το όλο σύστημα διανομής από μέρους της των λαχνών ΣΚΛ, ωφέλησαν και τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο.

Μάλιστα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση και για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο όχι μόνο δεν αξιολόγησε επαρκώς τη νόμιμη ένστασή της περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά δεν έλαβε καν υπόψη τη σχετική ένστασή της, σύμφωνα με την οποία ο αντίδικός της, αν και γνώριζε την αποδιδόμενη σ' αυτή παραβίαση της σύμβασής τους κατά τη ρήτρα της ίσης μεταχείρισης, σιώπησε προκειμένου να μεγιστοποιήσει κατά το δυνατόν την αποζημίωσή του, ενώ θα όφειλε, κατά την καλή πίστη, να είχε γνωστοποιήσει αμέσως τις αντιρρήσεις του, οπότε και αυτή, σε συνεννόηση μαζί του, θα είχε ρυθμίσει εγκαίρως το σχετικό θέμα.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει μεν ότι δεν γίνεται σ' αυτή ειδικότερη αναφορά στην οικονομική κατάσταση του αναιρεσιβλήτου, έμμεσα όμως η οικονομική θέση του εμφανίζεται ως ισχυρή, ενώ και η αναιρεσείουσα παρέλειψε να την εξειδικεύσει προκειμένου να θεμελίωνε πληρέστερα την ένστασή της για μείωση της συμφωνημένης μεταξύ τους ποινικής ρήτρας.

Κατά τα λοιπά η αξία της αντιπαροχής του αναιρεσιβλήτου σαφώς και με επάρκεια προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού σ' αυτή δεν γίνεται απλώς αναφορά στο αντικείμενο της αντιπαροχής του, αλλά παρατίθενται και τα στοιχεία της όλης επιχειρηματικής συνεργασίας τους, όπως το μερίδιο συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στη διακίνηση των λαχνών ΣΚΛ, τα κέρδη του και το μέγεθος των πωλήσεων της αναιρεσείουσας σε πανελλήνια κλίμακα, δηλαδή ο τζίρος της σε ετήσια βάση.

Σαφώς επίσης και με επάρκεια γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά τόσο στις επιδιώξεις της αναιρεσείουσας κατά την αποδοχή ευνοϊκότερων όρων συνεργασίας της με τον Ι. Κ., οι οποίες ωστόσο δεν αρκούν, κατά τα προεκτεθέντα, για να δικαιολογήσουν την αντισυμβατική από μέρους της παραβίαση της ρήτρας της ίσης μεταχείρισης, όσο και στην όλη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, η οποία μολονότι δεν χαρακτηρίζεται ως συντρέχον πταίσμα του κατά τη διαμόρφωση του μεγέθους της αποζημίωσής του, συναξιολογήθηκε εντούτοις προκειμένου η αποζημίωσή του να κριθεί δυσανάλογα μεγάλη και να μειωθεί τελικά στο αρμόζον μέτρο.

Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους τρίτο και τέταρτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.12.2010 αίτηση, καθώς και τους από 14.8.2012 πρόσθετους σ' αυτή λόγους της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΙΓΜΙΑΙΟ ΛΑΧΕΙΟ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 925/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ