Legislator Case Law & Legislation
1522/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil law violation grounds due to lack of material impact on case outcome.

Case Number 1522/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a debt dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific invoices and receipts proving older debts, claiming this violated civil law provisions. The court rejected this, ruling that the evidence did not substantively affect the case outcome because the underlying facts were deemed indeterminate and thus not subject to proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if the omitted evidence does not have a material impact on the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation material impact test indeterminate facts evidence exclusion court of appeal civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 422 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1522/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΗΤΡΟΣ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε", όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρία "ΜΠΗΤΡΟΣ ΑΕΒΕ" και έδρα τον Ασπρόπυργο Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ.Σ.ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε" και έδρα Μέγαρα Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον Σ. Σ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δικαίο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Ιουλίου 1994 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1770/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1623/1997 προδικαστική και 7298/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1053/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17 Φεβρουαρίου 2002 αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 8 Οκτωβρίου 2009 κλήση της ήδη αναιρεσίβλητης , επί της οποίας εκδόθηκε η 1049/2010 απόφαση, η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση εκ νέου επανέρχεται προς συζήτηση με την από 8 Ιουλίου 2010 κλήση της αναιρεσίβλητης εταιρείας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17 Φεβρουαρίου 2002 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.

ΑΠ 7/2006, Ολομ. ΑΠ 4/2005, Ολομ. ΑΠ 36/1988, ΑΠ 741, 377, 371 και 366/2011). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 741, 377, 373 και 366/2011).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρ. 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως, σε έλλειψη δηλώσεων βουλήσεως ως προς κάποιο σημείο ή σε περίπτωση αμφιβολίας. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1076/2008, ΑΠ 1183/2007).

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 120/2004).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η ενοχή αποσβένυται με καταβολή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ΑΚ αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη αν υπάρχουν περισσότερα εφόσον επήχθη στο αρχαιότερο αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.

Μόνο δε αν ο δανειστής (ενάγων - ή καθού η ανακοπή επί οφειλής από διαταγή πληρωμής), αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής, επί τη αρνήσει του οφειλέτη, υποχρεούται να αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με επαντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ.

Όπως όμως σε κάθε ένσταση, πρέπει από τον αντενιστάμενο δανειστή που επικαλείται τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 422 του ΑΚ να αναφέρονται πλήρη και αναλυτικά και τα παραγωγικά του άλλου ή των άλλων προς αυτόν χρεών του οφειλέτη γεγονότα, καθώς και το ύψος καθενός από αυτά επί περισσοτέρων, διαφορετικά η αντένσταση είναι αόριστη κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 και 262 του Κ.Πολ.Δ και απορριπτέα (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1927/2008, ΑΠ 1439/2005, ΑΠ 594/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 7298/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκείμενη περίπτωση η ανακόπτουσα - εκκαλoύσα προέβαλε με τους λόγους της ανακοπής της ένσταση αποσβέσεως του επίδικου χρέους δια καταβολών, που με την προεκδοθείσα απόφαση του δικαστηρίου τούτου κρίθηκε νόμιμη.

Κατά της ενστάσεως αυτής η καθής - εφεσίβλητη αντέτεινε ότι οι καταβολές δεν αφορούν το επίδικο χρέος αλλ' ότι έγιναν έναντι προϋφιστάμενης οφειλής. Προβάλλοντας ωστόσο τον ισχυρισμό αυτό δεν αναφέρθηκε καθόλου στα παραγωγικά γεγονότα του εν λόγω προϋφισταμένου χρέους, περιορίσθηκε δε στην αναφορά του υπολοίπου του, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 33.775.054 δραχμών.

Επομένως, η προσβαλλομένη με τον ισχυρισμό αυτό αντένσταση είναι αόριστη και για το λόγο αυτό απαράδεκτη και απορριπτέα. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 21/98 ΞΔ' έκθεση του εισηγητή δικαστή που διορίσθηκε με την 1623/1997 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Η ανακόπτουσα οφειλέτιδα μεταβίβασε στην καθής με οπισθογράφηση, χάριν καταβολής τις τραπεζικές επιταγές που αυτή επικαλείται προβάλλοντας τον ισχυρισμό περί αποσβέσεως δια καταβολής του επίδικου χρέους, ήτοι

α) στις 14/4/1993 την υπ' αριθμ. 5190 (αριθμ. λογαριασμού ...) επιταγή της Τράπεζας American Express, ποσού 2.500.000 δραχμών και β) στις 27/4/1993 την υπ' αριθμ. ... (αριθμ. λογαριασμοί ...) της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης πόσοι 3.000.000 δραχμών, τις οποίες είχαν εκδώσει τρίτα πρόσωπα Οι επιταγές αυτές πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους και επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προηγήθηκε, επήλθε απόσβεση του επίδικου χρέους, ύψους 5.077.682 δραχμών, με καταβολή.

Ο ισχυρισμός συνεπώς της ανακόπτουσας με τον οποίο προβάλλεται ως λόγος ανακοπής η ένσταση της αποσβέσεως (εξοφλήσεως) με καταβολή κρίνεται, μετά την απόρριψη της αντενστάσεως της καθής κατά τα ανωτέρω βάσιμος κατ' ουσίαν. Κατ' ακολουθίαν, η εκκαλουμένη που κρίνοντας ως ορισμένη και βάσιμη την εν λόγω αντένσταση απέρριψε την ανακοπή, έσφαλε.

Επομένως πρέπει: α) να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της και vα εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και β) να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης. Στη συνέχεια πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικασθεί (ΚΠολΔ 535 § 1), να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή κατά τον προαναφερόμενο βάσιμο λόγο της και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρ. 422 του ΑΚ. Επομένως ο αντίθετος, πρώτος λόγος αναίρεσης, υπό την εκδοχή της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μή των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν, αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα υπ Α/3915/13-4-1993 και Β/βιβ/26-4-1993 τιμολόγια πώλησης της αναιρεσείουσας και τις με αριθ. 367/14-4-1993 και 399/27-4-1993 αποδείξεις παραλαβής επιταγών εκδόσεως της αναιρεσείουσας, που απεδείκνυαν κατ' ουσίαν την ύπαρξη παλαιοτέρων χρεών της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, τα οποία αφορούσε η επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη καταβολή και όχι το ένδικο χρέος, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Με βάση όμως τα προαναφερθέντα κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία κατέτειναν στην ουσιαστική απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας από τη διάταξη του άρθρου 422 του ΑΚ, που, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος και απαράδεκτος, και δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, γιατί δεν χρησιμοποίησε το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 422 ΑΚ, κατά το οποίο, αν υπάρχουν παλαιότερες οφειλές, η εκάστοτε καταβολή καταλογίζεται στο παλαιότερο χρέος, στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση της υπαγωγής στη διάταξη του άρθρου 422 του ΑΚ των πραγματικών περιστατικών του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που κρίθηκε όμως αόριστος, ώστε δεν μεσολάβησε ούτε η επικαλούμενη παράλειψη της μη προσφυγής στο πιο πάνω επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας για την εφαρμογή της ίδιας διάταξης του άρθρ. 422 του ΑΚ κατά την εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών που κρίθηκαν αόριστα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-2-2002 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΠΗΤΡΟΣ - ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε.", περί αναιρέσεως τους υπ' αριθμούς 7298/2001 (οριστικής) και 1623/1997 (προδικαστικής) αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ