Supreme Court dismisses appeal against railway company's default judgment due to procedural and substantive errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the railway company's appeal against a default judgment in favor of the individual passenger. The court found the appeal inadmissible because the first-instance court was a single-member court where the fourth ground for appeal could not be established, and the substantive grounds failed because the lower court correctly evaluated all evidence rather than relying solely on a specific document. Consequently, the appeal was rejected, and no costs were assigned due to the defendant's absence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(10), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground for violation of substantive law does not apply to single-member courts, and the ground for distortion of a document fails when the court of first instance evaluated the document alongside other evidence without relying on it exclusively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1522 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1522/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ) ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αρτεμισία Κουμπάρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 68/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Απριλίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμό ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ'αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή και κλήση προς παράσταση κατ'αυτή επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, μετά από εντολή της έχουσας ειδική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ'αριθμό ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιω.Γουβέλη, πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, στον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου τούτου, για τον αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητο. Περίληψη του επιδοθέντος δικογράφου δημοσιεύθηκε, κατά τα ορισθέντα από αυτόν, σε φύλλα των ημερησίων εφημερίδων Αθηνών ... της 17-6-2010 και ... της 18-6-2010, σύμφωνα με τα άρθρα 135 παρ.1, 134 παρ.1 και 136 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, νομίμως χωρεί η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία αυτού (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 § 4, 216 § 1, 566 § 1, 577 § 3 και 578 Κ.Πολ.Δ., σαφώς συνάγεται ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ότι παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που θεμελίωσαν την κρίση του για βάσιμο ή μή της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε βάσει αυτών και 3) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία η εφαρμογή του κανόνα (Ολομ.
ΑΠ 27/1998, Ολομ. ΑΠ 32/1996, Ολομ. ΑΠ 1/1995) ώστε να προκύπτει η προβαλλόμενη πλημμέλεια από το ίδιο το αναιρετήριο, αφού δεν είναι παραδεκτή η παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη με την εντελώς αόριστη αναφορά της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ως ορισμένου.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλομένη διότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενώ δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δέχθηκε ότι "το πόδι του παθόντος εγκλωβίσθηκε στο εξωτερικό σκαλοπάτι έξω από την κλειστή πόρτα" ενώ αυτό δεν προτάθηκε από τον ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι "το πόδι του παθόντος εγκλωβίσθηκε από την πόρτα του βαγονιού" και περαιτέρω διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι ο παθών επέστρεψε για να παραλάβει την χειραποσκευή του και το ατύχημα έγινε στην προσπάθεια του για επανεπιβίβαση στην αμαξοστοιχία και ότι δεν είναι τεχνικώς δυνατό να επήλθε ο τραυματισμός του παθόντος κατά την αποβίβαση του από το συρμό.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί αποτελούν αρνήσεις και επιχειρήματα και όχι "πράγματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, ώστε η μή λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994 και 2479/1997, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει οριστική απόφαση.
Συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στις διαδικασίες των μονομελών πρωτοδικείων. Στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 § 7 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, δηλαδή η οριστική απόφαση εκδόθηκε με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.
ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και δεν στήριξε σε αυτά αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του.
Επομένως, ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για τη δικαστική δαπάνη δεν θα περιληφθεί, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-4-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 68/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ