Legislator Case Law & Legislation
1522/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction, ruling lower court failed to examine abuse of right defense substantively.

Case Number 1522/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the Eviction Court's decision, ordering a remand for retrial. The State argued the property was acquired in 1947 and used for military purposes since 1976, claiming the plaintiff abused her right by delaying claims. The lower courts incorrectly dismissed this defense without substantive examination, violating civil law principles. Consequently, the appeal was granted, and the case was sent back to the Eviction Court for a new trial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 11/1931; Art. 281 Civil Code; Art. 559(1) Code of Civil Procedure: The lower court must substantively examine the abuse of right defense when relevant facts are established, failing to do so constitutes a violation of substantive law requiring appeal allowance.

Keywords

AI generated
abuse of right defense expropriation compensation military property usage substantive law violation remand for retrial good faith principles eviction proceedings

Cited Legislation

AI generated
Art. 11/1931
Art. 281 Civil Code
Art. 559(1) Code of Civil Procedure
Art. 580(3) Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL AP 62/1990
AP 66/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1522 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1522/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2009 με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Περίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2002 μη οριστική, 231/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/5/2006 αίτησή του και με τους από 21/9/2007 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 23-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτοί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 13.6.2006 αίτησης αναίρεσης, ως και των από 21.9.2007 προσθέτων λόγων του Ελληνικού Δημοσίου έχουν προσκομισθεί τα αντίγραφα των 1516/14.11.2006 και 1567/11.12.2007 γνωμοδοτήσεων του αρμοδίου (Β) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999).

Ι). Με το άρθρο 1 του αριθ. 11 της 12/21.1.1931 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτου, που ρύθμισε τα δικαιώματα επί των απαλλοτριουμένων ακινήτων λόγω δημοσίας ωφελείας στη Δωδεκάνησο και ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι η κυριότητα των ακινήτων περιέρχεται στον υπέρ ού η απαλλοτρίωση, από της ημερομηνίας του διατάγματος της απαλλοτριώσεως, το οποίο μεταγράφεται στο κτηματολογικό Γραφείο, με μέριμνα του κτηματικού Γραφείου, με το άρθρο δε 3 του ιδίου διατάγματος ορίζεται η διαδικασία προσδιορισμού του ποσού της αποζημιώσεως, η οποία είναι καταβλητέα, εντός καθοριζομένης προθεσμίας από του οριστικού προσδιορισμού της, στο δημόσιο ταμείο, από το οποίο και αναλαμβάνεται από τους δικαιούχους κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, ορίζεται δε περαιτέρω ότι στην περίπτωση παραλείψεως της καταβολής της αποζημιώσεως το διάταγμα της απαλλοτριώσεως ανακαλείται.

Αν το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έχει καταληφθεί, από δε της καταλήψεως αυτού, από της οποίας γεννήθηκε η διεκδικητική αγωγή, χώρησε η παραγραφή αυτής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 επ. και 68 του 132/1929 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτου που διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 8 παρ.2 ν 510/1947, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος να ζητήσει τον καθορισμό αποζημιώσεως ή την ακύρωση της απαλλοτριώσεως (Ολ.ΑΠ 599/1971, ΑΠ 188/1980).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της αναιρέσεως και τον πρώτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτους λόγους της εφέσεως του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Από την επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης, μεταξύ άλλων, και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, των αρχικών προτάσεων του τελευταίου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της 56/2002 μη οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, της 231/2004 οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου και της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης ήταν α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δια του με αριθμό 111/10-5-1940 διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη και υπέρ της Βασιλικής Κυβέρνησης της Ιταλίας γενόμενης απαλλοτρίωσης του με κτηματομερίδα 329 γαιών Παστίδας ακινήτου, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημιώσεως, εντός προθεσμίας 15 ημερών από της κοινοποιήσεως του απαλλοτριωτικού αυτού διατάγματος (111/1940), β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των με αριθμ. 1126/1940 και 13167/1975 κτηματολογικών διατάξεων και εγγραφών, με τις οποίες το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε υπέρ του Ιταλικού και στη συνέχεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και γ) να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ο χρόνος νομής προς απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία, 2) με τις προτάσεις του το αναιρεσείον είχε προτείνει ένσταση κτητικής παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου, ισχυριζόμενο ότι το επίδικο καταλήφθηκε από της απαλλοτριώσεως το 1940 αρχικά από το Ιταλικό και στη συνέχεια από το Ελληνικό δημόσιο, το οποίο και το κατέχει μέχρι της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής, 3) η 56/2002 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου, 4) η 231/2004 οριστική απόφαση δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την πρώτη βάση της αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του πιο πάνω 111/10-5-1940 διατάγματος και των σχετικών απαλλοτριώσεων και των κτηματολογικών διατάξεων και εγγραφών, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημιώσεως στον δικαιούχο ..., πατέρα της αναιρεσίβλητης, και απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη βάση της αγωγής περί αποκτήσεως της ενάγουσας κυριότητας με χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου, ανακαλώντας προς τούτο την προαναφερόμενη μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, και 5) με την έφεσή του το αναιρεσείον, παραπονέθηκε κατά των ως άνω πρωτοδίκων αποφάσεων για την απόρριψη της παραπάνω ένστασής του περί ιδίας κυριότητας, προβάλλοντας εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε ως απαράδεκτους τους σχετικούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος με την αιτιολογία ότι αυτοί σχετίζονται με τη βάση της αγωγής περί αποκτήσεως κυριότητας της ενάγουσας με χρησικτησία, η οποία απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η υπόθεση, κατά το κεφάλαιο αυτό, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον δεν άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη, και, επομένως, το αναιρεσείον-εκκαλούν δεν είχε έννομο συμφέρον να παραπονεθεί επ' αυτού.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε έλλειψη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος και απέρριψε ως απαράδεκτους τους σχετικούς λόγους εφέσεώς του, διότι η ένσταση της κτητικής παραγραφής σχετίζεται όχι μόνο με την ως άνω δεύτερη βάση της αγωγής, αλλά και με την πρώτη που έγινε δεκτή, αφού η τυχόν ευόδωση της ενστάσεως κτητικής παραγραφής, θα είχε ως συνέπεια, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά την κύρια βάση της, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, κύριος και πρόσθετος ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

ΙΙ). Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.

Οι συνέπειες που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 17/1995). Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 62/1990, Α.Π 66/2004). Εξ' άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των αρχικών προτάσεων του αναιρεσείοντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, προκύπτει ότι αυτό είχε προβάλλει έναντι των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), εκθέτοντας ότι το επίδικο ακίνητο κατείχετο από της απαλλοτριώσεώς του από του Ιταλούς το έτος 1940 και από του έτους 1947 από το αναιρεσείον.

Ότι το ακίνητο αυτό νομίμως καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία υπέρ του Ιταλικού και στη συνέχεια υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι κατά του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ... εκδόθηκαν από την Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων πρωτόκολλα καθορισμού αυθαίρετης χρήσης δημοσίων κτημάτων, κατά των οποίων δεν ασκήθηκαν από αυτόν ανακοπές.

Ότι από του έτους 1976 το επίδικο ακίνητο, μαζί με άλλα όμορα ακίνητα ανήκοντα στην κυριότητα του Δημοσίου, χρησιμοποιούνται από στρατιωτικές μονάδες για τον στρατωνισμόν τους μέχρι και σήμερα. Ότι τυχόν αποδοχή της αγωγής θα είχε απρόβλεπτες και δυσμενέστατες συνέπειες στο Ελληνικό Δημόσιο, σε σχέση με τον στρατωνισμό των εκεί στρατιωτικών μονάδων.

Την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος η 56/2002 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, όπως προαναφέρθηκε, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Η προσβαλλόμενη απόφαση την έκρινε και αυτή μη νόμιμη και απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος. Όμως με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά η ένσταση αυτή είναι νόμιμη και έπρεπε να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.

Επομένως το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι δεύτερος κύριος και πρόσθετος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι, οι από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρ.559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ,) πρώτος και δεύτερος κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την προσβαλλόμενη ως άνω 72/2006 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ