Supreme Court allows appeal against eviction, ruling lower court violated property law by denying life tenancy rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to deny her life tenancy rights. The appellant argued that the respondent unlawfully evicted her from the shared property, violating her statutory right to exercise the life tenancy. The Court found the lower court erred by rejecting the claim for life tenancy despite the parties' agreement and statutory provisions, thus violating substantive property law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1166 and 991 of the Civil Code; The life tenancy is non-transferable but its exercise may be transferred to another, including the owner, and a court cannot deny a valid claim for life tenancy based on a prior agreement between the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1522 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1522/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χολέβα.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 15-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4186/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7107/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 14 Απριλίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 29-11-2004 αίτησης για αναίρεση της 7107/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 5948γ΄/17-1-2005
έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... , προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, Ιωάννη Χολέβα ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης της αναίρεσης με την κάτω απ΄ αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση προς εμφάνιση για τη στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο (της 3-5-2006) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για τη μη παράστασή τους το ακροατήριο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. γ΄ ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.
Από τη διάταξη του άρθρου 1166 Α.Κ., που ορίζει ότι «η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη. Η άσκησή της μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1164», προκύπτει, ότι, παρά το αμεταβίβαστο της επικαρπίας, μπορεί ο επικαρπωτής να μεταβιβάσει σε άλλον την άσκηση αυτής ολικά ή μερικά ή για ορισμένες μόνο μεμονωμένες ωφέλειες της και για ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια, με ή χωρίς αντάλλαγμα.
Ο κατά το εδάφιο β' του πιο πάνω άρθρου «άλλος» στον οποίο παραχωρείται η άσκηση της επικαρπίας δεν αποκλείεται να είναι και ο ίδιος ο κύριος του πράγματος. Η παραχωρούμενη άσκηση της επικαρπίας έχει απλώς ενοχική ενέργεια, δηλαδή, γεννά μόνο ενοχική αξίωση κατά του επικαρπωτή, γιατί αν η μεταβίβαση της άσκησης παρείχε εμπράγματο δικαίωμα, το αμεταβίβαστο της ιδιοκτησίας θα αποτελούσε έκφραση κενής έννοιας.
Ενόψει, επομένως, του ότι η μεταβίβαση της άσκησης αποτελεί ενοχική δικαιοπραξία, δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρο 1169 εδάφ. β' ΑΚ) τύπος και μεταγραφή επί ακινήτου, φορέας δε του εμπράγματου δικαιώματος της επικαρπίας παραμένει ο επικαρπωτής. Έτσι, ο μεν επικαρπωτής, ως οιονεί νομέας, μπορεί να ασκήσει κατά τρίτων καθώς και κατά του ίδιου του κυρίου τις αγωγές προστασίας της νομής (αποβολής ή διατάραξης της νομής), καθώς και την αυτοδύναμη προστασία της νομής, ο δε λήπτης, εκτός του δικαιώματος της άσκησης της ενοχικής προστασίας κατά του επικαρπωτή, έχει ως κάτοχος και τις αγωγές της νομής, αλλά μόνο κατά τρίτων και όχι και κατά του επικαρπωτή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ, που ορίζει, ότι ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα, προκύπτει, ότι ο εναγόμενος σε αγωγή διατάραξης ή αποβολής από τη νομή πράγματος δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ενάγοντος ενστάσεις ανατρεπτικές στηριζόμενες σε δικαίωμα ίδιας κυριότητας ή σε άλλα εμπράγματα επί του επίδικου πράγματος δικαιώματα, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα της επικαρπίας ή άλλης προσωπικής ή πραγματικής δουλείας παρέχον στην τελευταία περίπτωση – σε αγωγή και μόνο για διατάραξη της νομής - την αποτελούσα τη διατάραξη εξουσία ή σε προσωπικά περί αυτού δικαιώματα, με βάση τα οποία θα μπορούσε ο ίδιος να αξιώσει τη σ' αυτόν παράδοση του πράγματος ή την παραχώρηση της χρήσης αυτού, όπως λ.χ.
στο δικαίωμα με βάση σύμβαση μίσθωσης, χρησιδανείου κ.ά, δυνάμενος μόνο να επικαλεστεί το ίδιο αυτού δικαίωμα νομής ή κατοχής για να υποστηρίξει (δικαιολογήσει) την άρνηση της βάσης της κατ' αυτού αγωγής, δηλαδή, προς άρνηση ότι έλαβε χώρα προσβολή της νομής – διατάραξη ή αποβολή - παράνομη ή αυθαίρετη, οπότε ο σχετικός ισχυρισμός του αποτελεί απλώς αιτιολογημένη άρνηση της αγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθ. 3845/25.11.1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτου Μπαρλά του Βαϊου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την ψιλή κυριότητα του στην αγωγή, καθώς και στην απόφαση ειδικότερα περιγραφόμενου ιδιόκτητου ακινήτου της (οικοπέδου με λυόμενη οικία), παρακρατώντας για τον εαυτό της την ισόβια επικαρπία.
Συγχρόνως, όμως, και ενόψει του ότι ο εναγόμενος δεν είχε εξοχική κατοικία για τις διακοπές αυτού και της οικογένειάς του, με άτυπη προφορική μεταξύ τους συμφωνία (που δεν είχε τα στοιχεία του χρησιδανείου), η ενάγουσα του μεταβίβασε, επίσης, χωρίς αντάλλαγμα και για όλο το χρονικό διάστημα διάρκειας της επικαρπίας, την, κατά ένα μέρος, άσκηση αυτής, δηλαδή, τη συνάσκησή της με την επικαρπώτρια, εις τρόπον ώστε να μπορούν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, να κάνουν χρήση του οικοπέδου με την οικία, τόσο ο εναγόμενος με την οικογένειά του, όσο και η ενάγουσα, η οποία, πέραν από τη συγκατοίκησή της στον όλο χώρο με τον εναγόμενο, διατηρούσε ιδιαίτερο υπνοδωμάτιο αποκλειστικά για την ίδια, είτε ο καθένας μόνος του, είτε από κοινού.
Κατά το τελευταίο, όμως, δωδεκαήμερο του μηνός Αυγούστου του 2002 και πριν την αναχώρησή του για τη Ρουμανία, όπου εργαζόταν, ο εναγόμενος απαγόρευσε εντελώς την είσοδο στην ενάγουσα στην ανακατασκευασμένη λόγω της παλαιότητάς της οικία, με δαπάνες και των δύο διαδίκων, και την εγκατάστασή της σ' αυτή. Με τον τρόπο αυτό, ο εναγόμενος απέβαλε την ενάγουσα από τη, μαζί του, συνάσκηση της επικαρπίας στην επίδικη οικία και πρέπει να υποχρεωθεί να αποδώσει στην τελευταία τη συνάσκηση αυτή της οιονεί νομής της επικαρπίας της.
Ο ίδιος διατηρεί το δικαίωμα της συνάσκησης της επικαρπίας αυτής και δεν υφίσταται λόγος αποβολής του. Ακολούθως, το Εφετείο, κατά παραδοχή ως βάσιμων των δύο πρώτων λόγων της έφεσης του εναγομένου, με τους οποίους ο τελευταίος επανέφερε στο εν λόγω Εφετείο τον πρωτόδικο ισχυρισμό του περί παραχώρησης σ' αυτόν και τα μέλη της οικογένειάς του από την αντίδικο μητέρα του, με προφορική μεταξύ τους συμφωνία, την παράλληλη προς αυτή άσκηση της επικαρπίας στο επίδικο για όλη τη διάρκεια της ζωής της, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1166 εδάφ.
β' ΑΚ, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή αναγνώρισης της ενάγουσας οιονεί νομέα - επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου και απόδοσης του τελευταίου στην ίδια από τον αντίδικό της και κατά μερική παραδοχή της αγωγής αναγνώρισε μεν την ενάγουσα οιονεί νομέα επικαρπίας στο ίδιο ακίνητο, υποχρέωσε όμως τον εναγόμενο να της αποδώσει το τελευταίο «για την μαζί του συνάσκηση της επικαρπίας σ' αυτό».
Με το να δεχθεί, όμως, το Εφετείο την από μέρους των διαδίκων συνάσκηση της επικαρπίας στο επίδικο ακίνητο, κατά παραδοχή – σιωπηρά – της παραδεκτής και βάσιμης ένστασης του εναγομένου του συνιστώντος αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ισχυρισμού του τελευταίου περί προφορικής παραχώρησης σ' αυτόν του δικαιώματος συνάσκησης της επικαρπίας στο εν λόγω ακίνητο εφ' όρου ζωής της επικαρπώτριας αντιδίκου του, χωρίς μάλιστα την επίκληση του ότι το δικαίωμα αυτό έχει ήδη αναγνωριστεί τελεσίδικα σε προηγούμενη δίκη ανάμεσα στους διαδίκους, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 991 ΑΚ.
Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια εξαιτίας της παραβίασης από το Εφετείο της αμέσως πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης, πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7107/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ