Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of seizure objection due to lack of standing. The court found the lower court erred in applying procedural law regarding standing. The court ruled that the appellant had a legal interest to challenge the ranking list. The decision establishes that standing is a substantive prerequisite for legal protection. The court ordered the case remitted for further trial. The appellant was awarded the appeal costs. The lower court's application of the law was deemed incorrect. The court emphasized the importance of legal interest in procedural actions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a seizure objection, ruling that the lower court erred in applying procedural law regarding standing. The appellant argued they had a legal interest to challenge the ranking list, while the lower court incorrectly concluded they lacked standing. The court decided to remand the case for further trial, establishing that legal interest is a substantive prerequisite for legal protection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure: The court held that legal interest and standing are substantive prerequisites for providing judicial protection, and a lower court's failure to recognize them constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1521 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1521/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποίηση: Μ. Π., συζύγου Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 244/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17-12-2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 61/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποίαν είχε απορριφθεί για τον αναφερόμενον σ' αυτήν λόγο η από 20-12-2010 ανακοπή που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσείουσα και είχε ζητήσει να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμισθεί ο υπ' αριθμ. .../2010 πίνακας κατάταξης που συντάχθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού και συγκεκριμένα, από την συμβολαιογράφο Ολυμπίων Ηλείας Μαρία Πλαστουργού, ώστε να αποβληθεί ο καθ' ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος από την προνομιακή και τυχαία κατάταξή του από το ποσόν των 30.369,08 ευρώ και να καταταγεί η ίδια (αναιρεσείουσα) για το ως άνω ποσόν τυχαία ως ενεχυρόγραφη δανείστρια υπό την αίρεση τελεσιδικίας της σχετικής απαίτησής της, άλλως να διανεμηθεί συμμέτρως το προαναφερθέν χρηματικό ποσόν των 30.369,08 ευρώ μεταξύ αυτής και του καθ' ού η ανακοπή βάσει των σχετικών απαιτήσεών τους που αναγγέλθηκαν στην παραπάνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 972 και 974 έως 980 ΚΠολΔ προκύπτουν μεταξύ των άλλων και το ότι η διαδικασία της κατάταξης των πιστωτών, η οποία ακολουθεί και συναρτάται με τον πλειστηριασμό, αποτελεί ιδιαίτερο και το τελευταίο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, με κύριο όργανο τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, του οποίου οι πράξεις υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.
Προς τούτο, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, μετά την σύνταξη του πίνακα κατάταξης, καλεί με έγγραφο εκείνον, υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση, καθώς και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του σχετικού πίνακα κατάταξης, έτσι ώστε όποιος έχει έννομο συμφέρον, να ασκήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 979 ΚΠολΔ ανακοπή κατ' αυτού.
Ειδικότερα, η διαδικασία της κατάταξης που απολήγει στην σύνταξη του πίνακα κατάταξης, αφετηρία έχει τις αναγγελίες των δανειστών, τις οποίες συνοδεύει η κατάθεση των νομιμοποιητικών των απαιτήσεων εγγράφων, συνεχίζεται με την σύνταξη του πίνακα και τις κατ' αυτού ανακοπές και λήγει με την πληρωμή των δανειστών.
Η κατάταξη των δανειστών, ανεξάρτητα αν πρόκειται για προνομιούχους ή όχι, μπορεί να είναι οριστική, αν από τα στοιχεία που έχει ο υπάλληλος του πλειστηριασμού αποδεικνύεται πλήρως η απαίτηση του δανειστή ή τυχαία, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αίρεση (αναβλητική ή διαλυτική) ή κριθεί ως αμφίβολη (δηλαδή όχι πλήρως αποδεικνυόμενη) ή επικουρική (άρθρο 978 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την περίπτωση που θα ματαιωθεί η ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος είχε καταταγεί τυχαία, οπότε καθορίζεται ο τρόπος διανομής του ποσού που αναλογεί στην απαίτηση αυτή.
Συνακόλουθα τούτων, ο συμβολαιογράφος, ως επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κύριο όργανο της διαδικασίας κατάταξης, προβαίνει σε νομική και ουσιαστική αξιολόγηση των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, ενώ το δικαστήριο ελέγχει τις ενέργειές του, μετά από άσκηση σχετικής ανακοπής και χάριν της αρχής της οικονομίας της δίκης, ως οιονεί όργανο εκτέλεσης, προβαίνει στην διόρθωση του πίνακα και δεν αναπέμπει την υπόθεση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Έτσι, η διαδικασία κατάταξης διαχωρίζεται σε δύο στάδια, το ένα ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και το άλλο ενώπιον του δικαστηρίου. Η σύνταξη του πίνακα κατάταξης ανήκει κατά το νόμο, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν δικαιοδοτεί, αλλά ενεργεί ως όργανο της εκτέλεσης, με βάση τα αναγγελτήρια, τα επιστηρίζοντα αυτά έγγραφα και τις τυχόν εκατέρωθεν παρατηρήσεις.
Έργο του είναι η σύνταξη του πίνακα κατάταξης (άρθρο 974 ΚΠολΔ) και με αυτόν η κατάταξη με την σειρά, το ποσοστό και τους όρους ικανοποίησης των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών, μετά από προηγούμενη αιτιολογημένη αφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης. Ο πίνακας κατάταξης προσομοιάζει, αλλά δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, ούτε ενέχει διάγνωση της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθόσον ο συντάκτης του, υπάλληλος του πλειστηριασμού, δεν δικαιοδοτεί, αλλά ενεργεί ως όργανο της εκτέλεσης.
Αποτελεί απλώς διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που καθορίζει την σειρά, το ποσοστό και τους όρους ικανοποίησης των απαιτήσεων του επισπεύδοντος και των αναγγελθέντων δανειστών, παράγει τις συνέπειες του από την έκδοσή του και την καταχώρησή του στο οικείο βιβλίο του συμβολαιογράφου και τελεί υπό την αίρεση της μη εμπρόθεσμης προσβολής του με ανακοπή (άρθρο 979 ΚΠοΛΔ) ή της μη ανατροπής του με την απόφαση του δικαστηρίου, που θα εκδοθεί επί της ανακοπής αυτής.
Ωστόσο, μετά την σύνταξη και καταχώρηση στο βιβλίο εκθέσεων του πίνακα κατάταξης, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού απεκδύεται κάθε περαιτέρω εξουσία, δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να ανακαλέσει, τροποποιήσει ή διορθώσει αυτόν, αλλά ούτε μπορεί, παρακάμπτοντας τον ήδη συνταχθέντα πίνακα, να συντάξει νέο, προκειμένου να κατατάξει ορθότερα, κατά την κρίση του, τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.
Τυχόν νέος πίνακας, διορθωτικός ή τροποποιητικός του αρχικού, που συντάχθηκε από το συμβολαιογράφο, πάσχει από ακυρότητα και ως διαδικαστική πράξη μπορεί να προσβληθεί στην προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναλογικά εφαρμοζομένου, με ανακοπή του άρθρου 933 του ίδιου Κώδικα και όχι αυτή του άρθρου 979, αφού η τελευταία ανακοπή παρέχεται μόνο για την μεταρρύθμιση και όχι για την ακύρωση του πίνακα.
Αντίθετα, νέος συμπληρωματικός πίνακας, χωρίς τροποποίηση του αρχικού, συντάσσεται μόνον από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, όταν κάποιος δανειστής εξοφλήθηκε από τον οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή επιτεύχθηκε αναπλειστηρίασμα μεγαλύτερο και γενικά, όταν ανέκυψε "νέο" ποσό για διανομή. Αυτός ο συμπληρωματικός πίνακας θα είναι συνέχεια του αρχικού και δεν επιτρέπεται διόρθωση του αρχικού πίνακα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνον μέσω της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ κατ' αυτού (ΑΠ 399/2019).
Σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά την σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στην γένεση ή στην ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης.
Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρο 979 § 2 εδ.
β' ΚΠολΔ). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλομένη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετασχόντες της δίκης άλλους δανειστές.
Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπειαν, όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταχθέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (74 ΚΠολΔ), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή και για την ταυτότητα του νομικού λόγου ως αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (74 ΚΠολΔ) και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθ' ών, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθ' ών, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν.
Επομένως, υπαρχούσης μεταξύ των διαδίκων απλής ομοδικίας, σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 ΚΠολΔ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 § 1 και 974 έως 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στην γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης (ΑΠ 2117/2014).
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 979 § 2 ΚΠολΔ (όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από την παρ. 2 του άρθρου 8 του Ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω του χρόνου ασκήσεως της ως άνω από 20-12-2010 ανακοπής), κατά την οποία "Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παραγράφου 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ.
Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων πλην της ανακοπής ερημοδικίας. Η ανακοπή στρέφεται κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη. Η συζήτηση προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος ημεδαπής ή μέσα σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες από την κατάθεσή της, αν ο δανειστής είναι κάτοικος αλλοδαπής", σε συνδυασμό προς τα άρθρα 985 έως 980 του ίδιου Κώδικα, όταν το εκπλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθούν ο υπέρ ου η εκτέλεση και όλοι οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών για την διανομή του γίνεται με ενιαία πράξη ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.
Γι' αυτό όπως ήδη αναφέρθηκε, κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή και την στρέφει εναντίον εκείνων μόνον από τους δανειστές, κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών που μετέχουν στη σχετική δίκη δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία κατά την έννοια του άρθρου 76 ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή που απευθύνθηκε κατά άλλου δανειστή (ΑΠ 1134/2012).
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1265, 1268, 1291, 1292, 1297, 1295 ΑΚ, 977 παρ. 2, 993 παρ. 1 εδ. β' και 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαίωμα υποθήκης παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή, παράλληλα με την ενοχική αγωγή κατά του προσωπικού οφειλέτη του και εμπράγματη αγωγή, στην οποία υπόκειται και ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη, καθώς και κάθε τρίτος που απέκτησε κυριότητα μετά την εγγραφή της υποθήκης ή που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο ακίνητο (ΑΠ 1093/2013).
Η ενυπόθηκη απαίτηση ασφαλίζεται υπό την έννοια όχι ότι ο δανειστής λαμβάνει και ενσωματώνει στην περιουσία του το υπέγγυο ακίνητο, αλλά ικανοποιείται προνομιακώς έναντι των εγχειρογράφων και των χρονικώς επομένων ενυποθήκων πιστωτών από το τίμημα που επιτυγχάνεται κατά την αναγκαστική εκποίηση αυτού, δηλαδή με τον πλειστηριασμό υποκαθίσταται στην θέση του υπεγγύου πράγματος, η χρηματική του αξία και ακριβέστερα, το επιτυγχανόμενο τίμημα (ΑΠ 1543/2007).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1276, 1277, 1278 ΑΚ και 28 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, που πληρούται με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης και ότι η πλήρωση της αίρεσης δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο, στο οποίο έχει εγγραφεί η προσημείωση, περιήλθε στην κυριότητα άλλου (ΑΠ 1093/2013, ΑΠ 31/2009).
Εν όψει αυτού, η ως άνω εμπράγματη υποθηκική αγωγή, δηλαδή η αξίωση για αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ενυπόθηκου ακινήτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο από τον ενυπόθηκο δανειστή αλλά και από τον προσημειούχο. Η δυνατότητα αυτή της έγερσης της ως άνω εμπράγματης αγωγής και από τον προσημειούχο, ο οποίος έχει τίτλο εκτελεστό για την αξίωση υπέρ της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, παρέχεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και 41 ΕισΝΚΠολΔ (ΑΠ 1093/2013).
Συνεπώς, ο προσημειούχος αποκτά ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή, εφόσον πληρωθούν οι (δύο) αιρέσεις υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, ήτοι η τελεσίδικη επιδίκαση της ουσιαστικής απαίτησης και η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. Έτσι, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που ασφαλίζεται με την προσημείωση, η τελευταία τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης και θεωρείται σαν να έχει έκτοτε εγγραφεί. Στην περίπτωση κατά την οποίαν το υπέγγυο ακίνητο εκποιείται αναγκαστικώς πριν την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, τούτο μετουσιώνεται σε χρηματική αξία έναντι των δανειστών και του οφειλέτη, οπότε ο προσημειούχος δανειστής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα "τυχαίως", ήτοι προσωρινώς μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η ουσιαστική βασιμότητα της ασφαλιζόμενης απαίτησής του και πάντως, προνομιακώς, με την έννοια ότι η κατάταξή του θα λάβει την τάξη και την σειρά που θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγράψει υπέρ αυτού από την αρχή υποθήκη (ΑΠ 1543/2007).
Συνεπώς, ο προσημειούχος εξομοιούται πλήρως με τον ενυπόθηκο δανειστή, με μόνη την διαφορά ως προς τον τρόπο οριστικής ή τυχαίας κατάταξης κατ' άρθρο 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2006, ΑΠ 50/2021, ΑΠ 1134/2012). Εξάλλου από την ως άνω διάταξη του άρθρου 979 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι σε άσκηση ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, νομιμοποιούνται μόνον ο επισπεύδων, οι αναγγελθέντες δανειστές και ο καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον.
Τέτοιο συμφέρον θεωρείται ότι υπάρχει κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, στον ανακόπτοντα, όταν η παραδοχή του αιτήματος της ανακοπής του δεν εξαντλείται μόνο στην ακύρωση της κατάταξης του καθ' ού, αλλά συνδέεται συγχρόνως και με την δυνατότητα κατάταξης του ανακόπτοντα. Έτσι, αν παρά την ακύρωση της κατάταξης και την εξαιτίας αυτής αποβολή του καθ' ού κριθεί ότι ο ανακόπτων δεν δικαιούται να καταταγεί στον σχετικό πίνακα, η ανακοπή απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος για την άσκησή της (ΑΠ 120/2005, ΑΠ 1777/2001 1455/1998 ΑΠ 14/1995), ενώ από τις διατάξεις του άρθρου 1007 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση που επήλθε με τις διατάξεις του άρθρου 176 παρ. 2 του Ν. 45122018 αλλά και του Ν. 4335/2015 και έχει εφαρμογή εν προκειμένω, λόγω του χρόνου της ασκήσεως της σχετικής ενδίκου από 2-12-2010 ανακοπής) "Για την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται τα άρθρα 975 έως 978, εκτός από τη διάταξη του άρθρου 976 αριθ. 3.
Τη θέση της απαίτησης του άρθρου 976 αριθ. 2 παίρνει η ενυπόθηκη απαίτηση. Η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως", σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 976 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην δεύτερη τάξη των απαιτήσεων εκείνων, που έχουν ειδικά προνόμια στο ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε, κατατάσσονται και οι απαιτήσεις που είναι εξασφαλισμένες με προσημείωση, με την σειρά βέβαια της εγγραφής τους και τυχαία (ΑΠ 644, ΑΠ 645/2011).
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση της σχέσης αυτής (ΑΠ 1928/2008, 339/2010).
Η νομιμοποίηση του διαδίκου, το δικαίωμα δηλαδή να υπερασπίζεται κάποιος την δικαζόμενη υπόθεση, αλλιώς η εξουσία διεξαγωγής της δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, που συμπίπτει με την ιδιότητα του συγκεκριμένου προσώπου ως υποκειμένου του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, όπως η περίπτωση των μη δικαιούχων ή μη υπόχρεων διαδίκων, αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, που ερευνάται κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΑΠ 1016/2005, 1617/2011), με συνέπεια αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων και δεν συμπληρωθούν παραδεκτά κατά τα άρθρα 224 και 227 ΚΠολΔ οι σχετικές αυτές ελλείψεις, να απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ή ως νομικά αβάσιμη, αν κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι διάδικοι δεν είναι φορείς του επίδικου δικαιώματος ή της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Κατά την έννοια αυτή η νομιμοποίηση των διαδίκων, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, οπότε η εσφαλμένη κρίση για την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, 25/2008, ΑΠ 1016/2005, 260/2008, 803/2009, 1941/2009, 339/2010, 1414/2011) ή από τους αριθμούς 8 ή 14 του ίδιου άρθρου, αν ως προς τα στοιχεία της νομιμοποίησης των διαδίκων υφίσταται ποσοτική ή ποιοτική και όχι νομική αοριστία (ΑΠ 1595/2014, ΑΠ 1582/2008).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ενώ η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010). Έτσι, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1200/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 888/2021, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 471/2019), ενώ κατά το παραπάνω άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το Δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001), ενώ μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων αυτών λόγων (ΑΠ 374/2021) Στην κρινομένη υπόθεση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, επί λέξει τα εξής: "...η ανακόπτουσα, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία", με την ένδικη ανακοπή εκθέτει ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. .../29-9-2010 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Ολυμπίων Μαρίας Πλαστουργού, εκπλειστηριάστηκε με επίσπευση του καθ' ου Σ.
Κ., μετά από ανάληψη του πλειστηριασμού δια δηλώσεως συνεχίσεως, ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του οφειλέτη της, Δ. Δ., το οποίο (ακίνητο) κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή Ν. Δ., που κατέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, ύψους 53.050 ευρώ. Ότι στον παραπάνω πλειστηριασμό, με την από 25-7-2009 αναγγελία της, που επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, η ίδια ανήγγειλε νόμιμα και εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις της σε βάρος του ως άνω οφειλέτη, δυνάμει των υπ' αριθμ. 36885/2009 και 7470/2010 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα εκ συμβάσεων πίστωσης, συνολικού ύψους 80.196,89 ευρώ, πλέον οφειλόμενων τόκων.
Ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον υπ' αριθμ. .../1-12-2010 προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης, επί του ποσού των 45.553,62 ευρώ που απέμεινε, κατέταξε το Ι.Κ.Α. προνομιακά ως γενικό προνομιούχο δανειστή, στο 1/3 του ποσού του πλειστηριάσματος, δηλαδή για το ποσό των 15.184,54 ευρώ, έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής του, ύψους 45.276,54 ευρώ, ενώ κατά τα 2/3 του ποσού του πλειστηριάσματος, δηλαδή για ποσό 30.369,08 ευρώ, κατέταξε τον καθ' ου προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχο δανειστή, έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής του, ύψους 158.302,91 ευρώ, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 19261/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία (απαίτηση) ο καθ' ου επικαλείται προνόμιο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, ήτοι πρώτη προσημείωση υποθήκης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, για ποσό 230.000 ευρώ, που εγγράφηκε στις 4-11-2008 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ολυμπίων.
Ότι η ίδια αρνείται την απαίτηση του καθ' ου, άλλως ότι η απαίτηση αυτή στερείται προνομίου, αφού ο καθ' ου δεν έτρεψε την ως άνω προσημείωση υποθήκης σε υποθήκη εντός 90 ημερών από την τελεσιδικία της απαίτησής του, με συνέπεια την απόσβεση του προνομίου του. Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ανακόπτουσα ζήτησε να ακυρωθεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί ο ως άνω υπ' αριθμ. .../2010 πίνακας κατάταξης, να αποβληθεί ο καθ' ου από την προνομιακή και τυχαία κατάταξή του για το ποσό 30.369,08 ευρώ και να καταταγεί η ίδια για το ποσό αυτό τυχαία ως ενεχειρόγραφη δανείστρια, υπό την αίρεση τελεσιδικίας της απαίτησής της, άλλως να διανεμηθεί σύμμετρα το ως άνω ποσό των 30.369,08 ευρώ στον καθ' ου και στην ίδια, με βάση τις αναγγελθείσες απαιτήσεις τους.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η υπό κρίση ανακοπή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος... Ειδικότερα, ακόμα και αν γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι λόγοι ανακοπής και αποδειχθεί ότι ο καθ' ου δεν διατηρεί απαίτηση σε βάρος του οφειλέτη της ανακόπτουσας ή ότι η απαίτησή του στερείται προνομίου, τότε, με βάση και το ιστορικό της ανακοπής, παραμένουν αναγγελθέντες δανειστές, αφενός μεν το Ι.Κ.Α.
ως προνομιούχος εκ του άρθρου 975 παρ. 6 του ΚΠολΔ και αφετέρου η ανακόπτουσα ή και ο καθ' ου ως απλοί ενεχειρόγραφοι δανειστές, με αποτέλεσμα να προηγηθεί η πλήρης ικανοποίηση της προνομιακής απαίτησης του Ι.Κ.Α., χωρίς να είναι δυνατό να καταταγεί στη συνέχεια τυχαία η ανακόπτουσα, είτε μόνη είτε συμμέτρως με τον καθ' ου, αφού δεν θα υπάρχει υπόλοιπο του πλειστηριάσματος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, δεν έσφαλε και ο μοναδικός λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Από τα παραπάνω διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η υπάλληλος επί του ως άνω πλειστηριασμού με τον καταρτισθέντα εκ μέρους της υπ' αριθμ. .../1-12-2010 πίνακα κατάταξης, αφού αφαίρεσε τα σχετικά έξοδα εκτέλεσης, ακολούθως στο εναπομείναν χρηματικό ποσόν των 45.553,62 ευρώ, κατέταξε, αφ' ενός μεν, το Ι.Κ.Α.
προνομιακά ως γενικό προνομιούχο δανειστή, στο 1/3 του ποσού του πλειστηριάσματος, δηλαδή για το ποσό των 15.184,54 ευρώ, έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής του, ύψους 45.276,54 ευρώ, ενώ στα υπόλοιπα 2/3 του ποσού του πλειστηριάσματος, δηλαδή για ποσό 30.369,08 ευρώ, κατέταξε τον καθ' ού η ανακοπή προνομιακά και τυχαία, ως προσημειούχο δανειστή, έναντι της αναγγελθείσας απαίτησής του, ύψους 158.302,91 ευρώ, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 19261/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την οποία (απαίτηση) ο καθ' ού επικαλέσθηκε προνόμιο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, ήτοι πρώτη προσημείωση υποθήκης επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, για ποσό 230.000 ευρώ, που εγγράφηκε στις 4-11-2008 στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ολυμπίων.
Στον παραπάνω όμως πίνακα η προαναφερθείσα υπάλληλος δεν κατέταξε την αναιρεσείουσα, η οποία είχε νομίμως προβεί σε αναγγελία απαιτήσεών της εις βάρος του ως άνω οφειλέτη Δ. Δ., που απέρρεαν από τις υπ' αριθμ. 36885/2009 και 7470/2010 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα εκ συμβάσεων πίστωσης, συνολικού ύψους 80.196,89 ευρώ, πλέον οφειλόμενων τόκων.
Το Εφετείο λοιπόν, παρότι η αναιρεσείουσα, αφ' ενός μεν, αμφισβήτησε την ύπαρξη της παραπάνω απαίτησης του καθ' ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου, αφ' ετέρου δε, ισχυρίσθηκε ότι η απαίτησή του στερείται του σχετικού προνομίου, γιατί αυτός (δηλαδή ο καθ' ού) δεν έτρεψε την σχετική προσημείωση σε υποθήκη εντός ενενήντα ημερών από την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης με συνέπεια την απόσβεση της ως άνω προσημείωσης (άρθρο 1323 αριθ. 2 ΑΚ), χωρίς να ελέγξει τους παραπάνω σχετικούς ισχυρισμούς της, θεώρησε ότι αυτή (δηλαδή η αναιρεσείουσα) δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή, γιατί κατά την σύνταξη του εν λόγω πίνακα κατάταξης θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η κατάταξη της άνω αναγγελθείσης συνολικής απαιτήσεως του ΙΚΑ, ποσού 45.276,54 ευρώ.
Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, στην δίκη της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης συμμετέχουν μόνον οι διάδικοι (δηλαδή ο ανακόπτων και ο καθ' ού η ανακοπή), ενώ οι άλλοι δανειστές ούτε ωφελούντα ούτε βλάπτονται από την σχετική ασκηθείσα ανακοπή και ως εκ τούτου, αφού το ΙΚΑ δεν συμμετείχε στην παραπάνω δίκη, στο εναπομείναν χρηματικό ποσόν των ευρώ 30.369,08 (45.553,62 - 15.184,54) ευρώ, θα έπρεπε, εάν δεν υπήρχε απαίτηση του καθ' ού η ανακοπή, να καταταγεί η ίδια (δηλαδή η ανακόπτουσα) στο παραπάνω χρηματικό ποσόν 30.369,08 ευρώ ως απλός εγχειρόγραφος δανειστής, ενώ στην περίπτωση που δεν είχε τραπεί η παραπάνω προσημείωση υποθήκης σε υποθήκη εντός ενενήντα ημερών από την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης, στο προαναφερθέν χρηματικό ποσόν θα έπρεπε να είχε καταγεί η ανακόπτουσα μαζί με τον καθ' ού συμμέτρως ως απλοί εγχειρόγραφοι δανειστές και στις δύο δηλαδή περιπτώσεις η ανακόπτουσα θα είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει την ως άνω ασκηθείσα ανακοπή της κατά του παραπάνω πίνακα κατάταξης.
Το Εφετείο λοιπόν που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι δεν θα ήταν δυνατόν να καταταγεί στον παραπάνω πίνακα κατάταξης (τυχαία) η απαίτηση της ανακόπτουσας είτε μόνη είτε συμμέτρως με την απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, αφού δεν θα υπήρχε υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, εφήρμοσε εσφαλμένως την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα μέμφεται αυτό η αναιρεσείουσα, με το μοναδικό αναιρετικό της λόγο, από τον αριθμό 14, εκτιμώμενο, στο σύνολο αυτού, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, ως μόνο από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον όπως ήδη αναφέρθηκε, το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου αυτού ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1313/2021).
Κατά συνέπειαν, θα πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 244/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερθέν δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Πρέπει ακόμη να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του σχετικού παραβόλου που καταβλήθηκε εκ μέρους της για την άσκηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και επί πλέον να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του τελευταίου στην δίκη αυτή (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 244/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε εκ μέρους της για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ