Legislator Case Law & Legislation
1521/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on stock trading liability and orders appellant to pay costs.

Case Number 1521/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a labor court decision regarding liability for stock trading errors. The appellant argued that the lower court improperly assumed liability without proving the specific employee's presence, violating burden of proof rules. The court rejected this, stating the evidence showed the trades were executed via the exchange's terminal under its authority, making the appeal inadmissible and the appellant liable for costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 338, 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged violations of burden of proof rules is inadmissible if the lower court's conclusion is supported by undisputed facts and legal reasoning, and the appellant fails to demonstrate a violation of the principle of contradiction.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof labor court decision stock trading liability legal presumption court costs inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1521/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ιωάννου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται διορθώσεις επί της αίτησης αναίρεσης. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3647/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/12/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24η Δεκεμβρίου 2019 με αριθ. καταθ. 12347/1222/24.12.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Γ. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) ..., στη δικονομική θέση της οποίας λόγω διάσπασής της, κατόπιν του από 2.4.2021 πρακτικού της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων αυτής και της με αριθμ. 45854/2021 πράξης διάσπασης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Θ. Σ., με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής της δραστηριότητας που εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 45089/16.4.2021 απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η.

στις 16.4.2021 με κωδικό καταχώρισης 2528634, έχει υπεισέλθει ως οιονεί καθολική διάδοχος η παρασταθείσα κατά τη συζήτηση της αίτησης με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, τραπεζική εταιρεία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.Μ.Η. 159029160000, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 3647/26.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 29ης Μαΐου 2017 με αριθ.

καταθ. 541733/502410/2017 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμ. 576/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η από 3η Ιουνίου 2015 και με αριθ. κατάθ. 65633/2118/16.6.2015 αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητας του από τη δικαιοπάροχο της εναγόμενης ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", στην οποία εργαζόταν αυτός ως αντικρυστής, ως μη νόμιμη κατά τη δεύτερη ιστορική της βάση με την οποία ο ενάγων ισχυριζόταν αδικοπρακτική συμπεριφορά της χρηματιστηριακής εκπροσώπου της από την κατάθεσή της ως μάρτυρος ενώπιον της 13ης τακτικής Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την απολογία της ως συγκατηγορούμενης του ενάγοντος ενώπιον της ως άνω Ανακρίτριας και ως κατ'ουσία αβάσιμη ως προς την πρώτη ιστορική της βάση με την οποία αυτός ισχυριζόταν αδικοπρακτική συμπεριφορά της ιδίας χρηματιστηριακής εκπροσώπου κατά τη διαβίβαση εντολών αγοραπωλησίας εισηγμένων μετοχών από τον τερματικό σταθμό αυτού (ενάγοντος) με τη χρήση του μυστικού κωδικού πρόσβασης αυτού σε διαστήματα απουσίας του σε κανονική άδεια.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσία την από 29.5.2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτή (έφεση) κατ'ουσία κατά το μέρος που ο εκκαλών προσέβαλε με λόγο έφεσης την εκκαλουμένη απόφαση για την κατ'ουσία απόρριψη της ως άνω πρώτης ιστορικής βάσης της αγωγής του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που ο εκκαλών προσέβαλε με λόγο έφεσης αυτή για την απόρριψη της ως άνω δεύτερης ιστορικής βάσης της αγωγής ως μη νόμιμης και δικάζοντας την από 3.6.2015 αγωγή του ενάγοντος-εκκαλούντος ως προς τη βάση αυτή την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου που απέρρεε από την υπ'αριθμ. 575/2015 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με την παρ.1 του άρθρου 3 του Ν. 3152/2003, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007, ορίζεται ότι "Κάθε χρηματιστήριο συντάσσει κανονισμό τον οποίο η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκρίνει, εφόσον διαπιστώσει ότι είναι σύμφωνος με το νόμο και τις κανονιστικές διατάξεις για την κεφαλαιαγορά. Η έγκριση αυτή παρέχεται ταυτόχρονα με την απόφαση για χορήγηση άδειας λειτουργίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1.

Έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαιτείται και για κάθε τροποποίηση του Κανονισμού. Η εγκριτική απόφαση δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικώς για το Χρηματιστήριο Αθηνών, ο κανονισμός που προβλέπεται στο άρθρο αυτό συντάσσεται μέσα σε δώδεκα μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού", ενώ με την παρ. 2 εδ.α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Μετά την έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς το χρηματιστήριο οφείλει να δημοσιοποιεί τον κανονισμό, όπως και κάθε τροποποίησή του, με κάθε πρόσφορο μέσο και πάντως τουλάχιστον στο Ημερήσιο Δελτίο Τιμών του Χρηματιστηρίου".

Κατόπιν των ως άνω διατάξεων με την υπ'αριθμ. 1/304/10.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ 900/Β/16.6.2004) εγκρίθηκε ο κανονισμός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χρηματιστήριο Αθηνών ΑΕ" που υιοθετήθηκε στην από 8.6.2004 συνεδρίαση του διοικητικού του συμβουλίου. Συνακόλουθα οι διατάξεις του ως άνω Κανονισμού ισχύουν μετά τις 16 Ιουνίου 2004, οπότε αυτός δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 του ιδίου κώδικα, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης αυτού που έχει προσβληθεί και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη, που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιό τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 474/2020, ΑΠ 15/2018, ΑΠ 257/2017).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου κώδικα θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019 ΑΠ 275/2017, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 7/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 401/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 237/2016).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας α) έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή β) παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ.

αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε επίκληση ή γ) δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 194/2020).

Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014).

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/2010).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης. Για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει να καθορίζεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν, εσφαλμένα, οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης καθώς και το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 233/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017).

Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ235/2019). Για να είναι, δε, ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ235/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014).

Για τη θεμελίωση, δε, του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.

Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 188/2018, ΑΠ 751/2017, ΑΠ 621/2017)

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εκκαλών Α. Γ. (ήδη αναιρεσείων), ήταν υπάλληλος της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "Metrolife Χρηματιστηριακή Ανώνυμος Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", στης οποίας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις υπεισήλθε αρχικά η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." και αργότερα "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." (ΦΕΚ 12504/25-11-2003 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη, η οποία ακολούθως απορροφήθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως διά απορροφήσεως είναι η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." (ήδη αναιρεσίβλητη) και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" (ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ .../1.7.2013).

Η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχος της εναγόμενης χρηματιστηριακή εταιρεία "Metrolife Χρηματιστηριακή ΑΕΠΕΥ", ήταν μέλος του Χρηματιστηρίου Αθηνών και είχε ως σκοπό τη σύναψη χρηματιστηριακών συναλλαγών, κατόπιν εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών και λοιπών αξιών, τις οποίες ελάμβανε από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στο όνομα των οποίων κατάρτιζε τις χρηματιστηριακές αυτές συναλλαγές.

Στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία, εργάστηκε ο ενάγων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/1997 έως και 4/3/1999, ως υπάλληλος γραφείου και βοηθός αντικρυστή και κατά το χρονικό διάστημα από 5/3/1999 έως και 5/2/2002 ως αντικρυστής, συνεπεία της από 5/3/1999 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αντί μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων τον Μάρτιο του έτους 2000 στο ποσό των 330.000 δρχ ή 968,45 ευρώ, πλέον δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας.

Μέχρι την 31/12/1999 εκτός από τις μηνιαίες αποδοχές του εισέπραττε επιπλέον ποσοστό επί τοις εκατό επί των διενεργούμενων από αυτόν χρηματιστηριακών πράξεων για λογαριασμό των πελατών (επενδυτών), τους οποίους υποδείκνυε στην χρηματιστηριακή εταιρεία και συμβάλλονταν με αυτή με σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι πελάτες αυτοί αποτελούσαν την ομάδα του ενάγοντος, ήτοι αυτούς για τους οποίους μεριμνούσε για την έγκαιρη και ορθή εκτέλεση των παραγγελιών (εντολών) τους που έδιναν για αγοραπωλησίες μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο. Μάλιστα το ποσοστό αυτό εισέπραττε ο ενάγων μέχρι την 31-12-1999, όπως και οι λοιποί αντικρυστές, ανεξαρτήτως της εξόφλησης των υποχρεώσεων τους εκ μέρους των πελατών προς τη χρηματιστηριακή εταιρεία.

Ο ενάγων, όπως όλοι οι αντικρυστές, επιθυμούσε να εξυπηρετεί τους επενδυτές- πελάτες της εργοδότριας του χρηματιστηριακής εταιρείας ιδίως όσους ανήκαν στην ομάδα φροντίδας του, δεδομένου ότι αυτοί ήταν φίλοι ή συγγενείς του, (όπως ενδεικτικά αναφέρονται η Α.-Δ. Γ. και η Α. Γ.) και επιπλέον δε, προκειμένου να αποκομίσει οφέλη από την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, ήτοι ποσοστά κέρδους μέχρι την 31-12-1999 αλλά και μετά την απαγόρευση με απόφαση του Χρηματιστηρίου Αθηνών της χορήγησης ποσοστών επί των διενεργούμενων από τους αντικρυστές χρηματιστηριακών πράξεων, bonus, αυξημένες αποδοχές κλπ.

τα οποία εξακολουθούσε η εργοδότρια χρηματιστηριακή εταιρεία αναλόγως των οικονομικών αποτελεσμάτων να τους καταβάλει κατ' έτος. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ 7/1996 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, η οποία έχει κανονιστική και δεσμευτική ισχύ, χρηματιστηριακοί εκπρόσωποι και αντικρυστές διαθέτουν ως χρήστες των τερματικών σταθμών, μέσω των οποίων διαβιβάζουν τις εντολές εκτέλεσης χρηματιστηριακών πράξεων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ο κάθε ένας διαφορετικό κωδικό αριθμό.

Τους ως άνω κωδικούς αριθμούς εξέδιδε και εκδίδει το Χρηματιστήριο Αθηνών μετά από αίτηση των χρηματιστηριακών εταιριών και γνωστοποιεί σε αυτές και τους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και αντικρυστές. Σκοπός της χορήγησης των κωδικών αυτών είναι, εκτός των άλλων, και προκειμένου να δημιουργείται και λειτουργεί το τεκμήριο σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρίας, που ορίζει το τρίτο εδάφιο του άρθρου 8 της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, δηλαδή ότι όλες οι εντολές προς κατάρτιση χρηματιστηριακών συμβάσεων, που διαβιβάστηκαν από τερματικό σταθμό μέλους του Χρηματιστηρίου Αθηνών (χρηματιστηριακής εταιρίας) τεκμαίρεται ότι δόθηκαν με εντολή και ευθύνη του μέλους του χρηματιστηρίου (χρηματιστηριακή εταιρία), στο οποίο απασχολείται ο χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή ο αντικρυστής, που εισήγαγε τον κωδικό του κατά την έναρξη λειτουργίας του τερματικού σταθμού.

Με τη χορήγηση δηλαδή του άνω κωδικού, του χορηγούμενου από το Χρηματιστήριο Αθηνών, επιδιώκεται και η διασφάλιση του χειρισμού του συγκεκριμένου τερματικού από τον συγκεκριμένο αποκλειστικά και μόνο χειριστή χρηματιστηριακό εκπρόσωπο ή αντικρυστή και γιαυτό προς διασφάλιση και της αποκλειστικής χρήσης του συγκεκριμένου τερματικού από το μοναδικό χειριστή του, αυτός (χειριστής, χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής) θέτει και χρησιμοποιεί στο τερματικό του δικό του μυστικό προσωπικό αριθμό ταυτότητας, τον οποίον οφείλει να διαφυλάσσει μυστικό έτσι ώστε να διασφαλίζεται η κατά τα ως άνω αποκλειστικά από αυτόν χρήση του συγκεκριμένου τερματικού σταθμού.

Εξ αυτού του λόγου, ήτοι προς διασφάλιση της αποκλειστικής χρήσης του συγκεκριμένου τερματικού από τον μοναδικό χειριστή του, αυτός (αντικρυστής) θέτει και χρησιμοποιεί στο τερματικό του επιπλέον και δικό του μυστικό προσωπικό αριθμό ταυτότητας (PIN), ο οποίος τελεί σε γνώση αποκλειστικά του αντικρυστή, ώστε να διαφυλάσσεται η αποκλειστική χρήση του τερματικού σταθμού από τον αντικρυστή.

Τα ανωτέρω άλλωστε ενισχύονται και από το γεγονός ότι οι αντικρυστές, όπως και ο ενάγων, παραλαμβάνουν τους κωδικούς τους (username και password) από το χρηματιστήριο με την επίδειξη της αστυνομικής τους ταυτότητας, καθώς επίσης με σύσταση εκ μέρους του χρηματιστηρίου, αυτοί (αντικρυστές) οφείλουν, όταν εισέλθουν για πρώτη φορά στο τερματικό τους μηχάνημα, να αλλάξουν τον κωδικό password, ώστε να μην καθίσταται γνωστός σε οποιονδήποτε, ούτε και στο χρηματιστήριο, ήτοι οφείλουν να διαφυλάττουν τους ανωτέρω κωδικούς τους και να μην τους γνωστοποιούν σε οποιονδήποτε, ούτε και στην χρηματιστηριακή εταιρεία που εργάζονται, καθόσον αυτοί (αντικρυστές) υπέχουν ευθύνη για τις πράξεις που καταχωρούνται στον τερματικό τους σταθμό με τους κωδικούς τους.

Τα παραπάνω προκύπτουν και από την ένορκη κατάθεση της Π. Ο. (που περιέχεται στα υπ'αριθμ. 575/2015 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο) η οποία ως συνάδελφος του ενάγοντος εργαζόμενη στο τμήμα πελατείας της ίδιας ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο είχε άμεση αντίληψη των όσων σχετικά με τη διαδικασία λήψης και χρήσης των κωδικών αυτών από τους αντικρυστές και της μη γνωστοποίησής τους κατέθεσε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της από 4-2-2009 όμοιου περιεχομένου αγωγής του ενάγοντος, η οποία (κατάθεση) ως εκ τούτου κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, πολλώ δε μάλλον διότι εναρμονίζεται με το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών την οποία και ο ίδιος ο ενάγων επικαλείται στην αγωγή του, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση του Β.

Μ., εργαζόμενου ως αντικρυστή στην ίδια χρηματιστηριακή εταιρεία που περιέχεται στα ίδια πιο πάνω πρακτικά η οποία επιπλέον είναι εντελώς γενική και αόριστη επί του κρίσιμου θέματος της διαδικασίας χρήσης των κωδικών αυτών από τους αντικρυστές και της μη γνωστοποίησής τους - ούτε στην χρηματιστηριακή εταιρεία - και ως εκ τούτου μη πειστική.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι στα πλαίσια αυτά ο ενάγων είχε πράγματι λάβει από το Χρηματιστήριο Αθηνών για τον ανωτέρω σκοπό τον κωδικό αριθμό ML (που υποδείκνυε την χρηματιστηριακή εταιρία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ") και αριθμό … (που υποδείκνυε αυτόν ως χειριστή του συγκεκριμένου τερματικού σταθμού), όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου 12272/18.3.2004 έγγραφο του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Διεύθυνση Συναλλαγών).

Έτσι, προκειμένου να ανοίξει τον τερματικό του σταθμό και να τον θέσει σε λειτουργία, ώστε να ξεκινήσει η διαβίβαση, μέσω αυτού, εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών πελατών στο Χρηματιστήριο Αθηνών, χρησιμοποιούσε τον προαναφερόμενο προσωπικό απόρρητο αριθμό ταυτότητάς του (PIN) και εν συνεχεία τον ειδικό κωδικό αριθμό "...".

Εξάλλου αποδείχτηκε ότι ο ενάγων ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την λειτουργία του τερματικού του σταθμού. Τούτο ενισχύεται ιδίως από το άρθρο 8 εδάφιο α' της ως άνω υπ' αριθμ 7/1996 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών, στο οποίο ορίζεται ότι τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ήτοι οι χρηματιστηριακές εταιρείες, γνωστοποιούν στο Χ.Α.Α.

τον αντικρυστή, τον οποίο ορίζουν ως υπεύθυνο για την λειτουργία του τερματικού του σταθμού. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ορισμένοι από τους πελάτες της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, μετά την άσκηση σε βάρος τους αγωγών εκ μέρους της τελευταίας για την διεκδίκηση υπολοίπου οφειλών τους από τη διενέργεια για λογαριασμό τους χρηματιστηριακών συναλλαγών, αμφισβήτησαν ότι είχαν διαβιβάσει εντολή προς αυτήν για τη διενέργεια τέτοιων χρηματιστηριακών πράξεων, υπέβαλαν δε μηνυτήριες αναφορές μεταξύ άλλων και σε βάρος του ενάγοντος ως υπαλλήλου-αντικρυστή της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας με βασικό ισχυρισμό ότι δεν είχαν δώσει σχετικές εντολές αγορών ή πωλήσεων ή ότι δεν είχαν συνάψει συμβάσεις με την εταιρεία.

Ειδικότερα οι Γ. Μ. και Π. Σ. υπέβαλαν εναντίον του ενάγοντος τις από 4-5-2003 μηνυτήριες αναφορές με τις οποίες ισχυρίζονταν ότι για τη διενέργεια για λογαριασμό τους χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν κατά το χρονικό διάστημα από 2-8-1999 έως 18-2-2000 όσον αφορά τον πρώτο μηνυτή και από 13-10-1999 έως 22-5-2000 όσον αφορά το δεύτερο μηνυτή δεν έδωσαν σχετική εντολή, μετά από τις οποίες ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για κακουργηματική απάτη.

Ωστόσο μετά τη διενέργεια ανάκρισης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει του υπ' αριθμ. 2050/2007 Βουλεύματος του, δεχόμενο ότι διαβιβάστηκαν από τους ίδιους τους πιο πάνω μηνυτές προς την εν λόγω εταιρεία τηλεφωνικές εντολές για τη διενέργεια για λογαριασμό τους χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγοράς και πώλησης μετοχών), έκρινε ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη στήριξη δημόσια της κατηγορίας και αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία σε βάρος του ενάγοντος για την αποδιδόμενη σ'αυτόν πράξη.

Επίσης μετά την από 26-9-2002 μήνυση της Ε. Ο. κατά παντός υπευθύνου, με την οποία ισχυριζόταν ότι άγνωστο πρόσωπο είχε πλαστογραφήσει την από 10-11-1999 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που φέρετο ότι είχε συναφθεί μεταξύ αυτής και της εν λόγω χρηματιστηριακής εταιρείας προκειμένου να διενεργηθούν αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομά της κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Νοεμβρίου 1999 έως 20-3-2000, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη και παραπέμφθηκε να δικασθεί για τις πράξεις αυτές ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δυνάμει του υπ'αριθμ. 1865/2008 Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, με την 1162/2011 απόφαση του, αφού έκρινε ότι οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο πράξεις φέρουν το χαρακτήρα πλημμελήματος, έπαυσε ως προς αυτές οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Μετά ταύτα με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων αποδίδει ευθύνες στην ως άνω δικαιοπάροχο της εναγόμενης, χρηματιστηριακή εταιρεία, για το γεγονός ότι κατέστη κατηγορούμενος στις παραπάνω υποθέσεις, με βασικό στοιχείο ότι αυτές αφορούσαν χρηματιστηριακές πράξεις που είχαν εκτελεστεί με τη χρήση του προσωπικού του κωδικού ..., σε χρόνους όμως που όπως ισχυρίζεται αυτός απουσίαζε από την εργασία του ευρισκόμενος σε κανονική άδεια.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία δια της προστηθείσας χρηματιστηριακής εκπροσώπου της Β. Χ. παρέλειψε να γνωστοποιήσει στις υπηρεσίες του Χρηματιστηρίου Αθηνών την απουσία του κατά τα χρονικά διαστήματα από 2/1/2000 έως 7/1/2000, 8/5/2000 έως 12/5/2000, 17/7/2000 έως 28/7/2000, 16/7/2001 έως 27/7/2001 οπότε διενεργήθηκαν εν αγνοία του χρηματιστηριακές συναλλαγές διά του προαναφερόμενου κωδικού του.

Πρέπει να επισημανθεί πρωτίστως ότι όπως προκύπτει από τα ως άνω παραπεμπτικά βουλεύματα σε συνδυασμό με τις 6014/2005 και 4652/2006 πολιτικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών οι χρηματιστηριακές πράξεις για τις οποίες είχε την ως άνω ποινική εμπλοκή ο ενάγων και έγιναν με τη χρήση του κωδικού του σε χρόνο που απουσίαζε από την εργασία του με κανονική άδεια περιορίζονται σε δύο ημερομηνίες, ήτοι 4 και 7/1/2000.

Για τις υπόλοιπες ημερομηνίες απουσίας του από την εργασία με κανονική άδεια δεν προκύπτει ότι έγιναν χρηματιστηριακές συναλλαγές για τις οποίες ενεπλάκη ποινικά. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ουδεμία υποχρέωση είχε η ως άνω δικαιοπάροχος της εναγόμενης να προβεί δια της ως άνω χρηματιστηριακής εκπροσώπου της σε γνωστοποίηση της απουσίας του στις υπηρεσίες του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αφού ο ενάγων δεν είχε οριστεί να βρίσκεται στην αίθουσα συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, προκειμένου να ασκήσει τα οριζόμενα από την παράγραφο 9 εδάφιο β της ως άνω απόφασης του Δ.Σ.

του Χρηματιστηρίου Αθηνών καθήκοντα, ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο στην αγωγή του, αλλά αντιθέτως έπρεπε να ασκεί τα καθήκοντά του ως αντικρυστής στα γραφεία της έδρας της χρηματιστηριακής εταιρείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 9 της με αριθμ. 7/1996 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών "Καθ' όλη τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου πρέπει να βρίσκεται στην αίθουσα συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου Αθηνών τουλάχιστον ένας χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής κάθε μέλους του χρηματιστηρίου, που διενεργεί συναλλαγές εκείνη την ημέρα ανεξάρτητα από το αν οι εντολές δίδονται μέσω των τερματικών σταθμών, που βρίσκονται στην αίθουσα συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου ή στα γραφεία του.

Αυτός ο χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής παρέχει αμέσως στις υπηρεσίες του χρηματιστηρίου ή της Εποπτείας του οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχεία είναι απαραίτητα σε σχέση με τις συναλλαγές, που διενεργούνται εκείνη την ημέρα από το μέλος του Χρηματιστηρίου, ανεξαρτήτως τερματικού σταθμού από τον οποίο δίνεται η εντολή".

Στην αμέσως επόμενη παράγραφο με αριθμό 10 ορίζεται ότι: "Κάθε μέλος του Χρηματιστηρίου γνωστοποιεί πριν την έναρξη της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου τυχόν αλλαγές στους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους ή αντικρυστές του, που θα είναι παρόντες κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου και θα είναι υπεύθυνοι έναντι των υπηρεσιών του Χρηματιστηρίου και της Εποπτείας κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου".

Από τη διατύπωση των ως άνω παραγράφων με σαφήνεια προκύπτει ότι η υποχρέωση του μέλους του Χρηματιστηρίου να γνωστοποιεί πριν την έναρξη της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου τυχόν αλλαγές στους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και αντικρυστές αφορά αυτούς (τους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και αντικρυστές), που κατ' εφαρμογή της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, πρέπει να βρίσκονται στην αίθουσα συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου και να παρέχουν στις υπηρεσίες του Χρηματιστηρίου και στην Εποπτεία τις οριζόμενες στο 2° εδάφιο της παραγράφου αυτής υπηρεσίες.

Δεν αφορά και τους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους ή αντικρυστές, που ασκούν τα καθήκοντά τους στην έδρα ή στα υποκαταστήματα του μέλους (χρηματιστηριακής εταιρίας). Και αυτό γιατί οι υπηρεσίες του Χρηματιστηρίου θέλουν να γνωρίζουν ότι ο ευρισκόμενος εντός της αίθουσας συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής εξακολουθεί να εκπροσωπεί το συγκεκριμένο μέλος (χρηματιστηριακή εταιρία) και δεσμεύει αυτή με τις ενέργειές του, αφού, πλην του ελέγχου της ταυτότητάς του, κανένα άλλο έλεγχο δεν είναι εφικτό να διεξαγάγει για τη διαπίστωση της δυνατότητάς του να εκπροσωπεί και δεσμεύει το μέλος (χρηματιστηριακή εταιρεία), εφόσον αυτό (μέλος) δεν γνωστοποίησε οποιαδήποτε μεταβολή στο πρόσωπο αυτού (π.χ.

απώλεια της ιδιότητας του χρηματιστηριακού εκπροσώπου ή αντικρυστή, λήξη της συμβάσεως κ.ο.κ.). Αντίθετα, κανένας λόγος δεν συντρέχει να γνωστοποιούνται στο Χρηματιστήριο οι τυχόν αλλαγές στους χρηματιστηριακούς εκπροσώπους και αντικρυστές, που βρίσκονται εκτός της αίθουσας συνεδριάσεων του Χρηματιστηρίου, αφού η διαβίβαση των εντολών προς κατάρτιση των χρηματιστηριακών συναλλαγών πωλήσεως αξιών, που διαβιβάστηκαν με τη χρήση των τερματικών σταθμών μέλους του Χρηματιστηρίου Αξιών τεκμαίρεται ότι δόθηκαν με εντολή και υπ' ευθύνη του μέλους του χρηματιστηρίου στο οποίο απασχολείται χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής που εισήγαγε τον κωδικό του κατά την έναρξη λειτουργίας του τερματικού σταθμού.

Πολύ δε περισσότερο δεν είναι αναγκαία μια τέτοια γνωστοποίηση για τους παρέχοντες την εργασία τους αντικρυστές στα γραφεία της εταιρείας, όταν πρόκειται για βραχυχρόνιες ή/και συνήθεις μεταβολές, όπως π.χ. η απουσία λόγω λήψης κανονικής άδειας ή η ασθένεια του χρηματιστηριακού εκπροσώπου ή αντικρυστή.

Ούτε προκύπτει τέτοια υποχρέωση από οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή κανονισμού που να διέπει τη λειτουργία του χρηματιστηρίου. Εξάλλου αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων όφειλε να έχει διαφυλάξει μυστικό τόσο τον ειδικό κωδικό που του χορηγήθηκε από το Χρηματιστήριο Αθηνών ("...") όσο και τον προσωπικό αριθμό ταυτότητάς του (Ρ.Ι.Ν.) τον οποίο ο ίδιος είχε θέσει και χρησιμοποιούσε για την θέση σε λειτουργία του τερματικού του σταθμού, καθώς επίσης να έχει απενεργοποιήσει τον τερματικό του σταθμό, ώστε να έχει καταστήσει αδύνατη την χρήση του από οποιονδήποτε τρίτο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, αυτός (εναγών) ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τον τερματικό σταθμό και την λειτουργία του.

Παρά ταύτα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, όπως έκαναν και άλλοι αντικρυστές όταν είχαν άδεια ( βλ. σχετικά κατάθεση του Β. Μ., αντικρυστή στην ίδια χρηματιστηριακή εταιρεία το επίμαχο χρονικό διάστημα εξεταζόμενου ως μάρτυρα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο σύμφωνα με την οποία " όταν ήμουν σε άδεια μπορούσε άλλος να χρησιμοποιήσει το δικό μου κωδικό"), είχε εμπιστευθεί σε άλλους αντικρυστές συναδέλφους του τον προαναφερόμενο προσωπικό κωδικό αριθμό που του είχε χορηγηθεί από το Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς επίσης και τον προσωπικό αριθμό ταυτότητάς του (Ρ.Ι.Ν.), ώστε κατά την διάρκεια απουσίας του να εξυπηρετούνται οι πελάτες της δικής του ομάδας από κάποιον συνάδελφό του, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τους προαναφερόμενους κωδικούς αριθμούς, προκειμένου να μην στερείται τους πελάτες του και τα κέρδη που αποκόμιζε από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές αυτών ήτοι ποσοστά κέρδους μέχρι την 31- 12-1999 αλλά και στη συνέχεια bonus, αυξημένες αποδοχές κλπ όπως προεκτέθηκε (βλ.

επίσης και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας Π. Ο. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ 575/2015 απόφαση πρακτικά και κρίνεται ιδιαιτέρως πειστική, καθόσον η ανωτέρω μάρτυρας του ενάγοντος έχει άμεση αντίληψη των όσων καταθέτει, ενισχύεται δε και από την παραπάνω κατάθεση του Β.

Μ. στο ποινικό δικαστήριο). Ουδόλως δε, αποδείχτηκε ότι ο μυστικός κωδικός πρόσβασης του ενάγοντος διέρρευσε σε τρίτους από την ως άνω χρηματιστηριακή εκπρόσωπο της ως άνω δικαιοπαρόχου της εναγόμενης, Β. Χ., αφού σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτέθηκαν, δεν γνώριζε αυτόν ούτε μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο ώστε να προβεί στη χορήγηση του σε τρίτους όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.

Εξάλλου εάν είχαν διενεργηθεί συναλλαγές κατά τη διάρκεια της απουσίας του με χρήση του κωδικού του από τρίτο εν αγνοία του, ασφαλώς στη συνέχεια θα το είχε αντιληφθεί άμεσα από τις σχετικές μηνιαίες καταστάσεις των διενεργηθεισών χρηματιστηριακών συναλλαγών που προέρχονται από τον κωδικό του και οπωσδήποτε θα είχε διαμαρτυρηθεί στην εργοδότριά του χρηματιστηριακή εταιρεία, πράγμα όμως που δεν έπραξε.

Επομένως ουδεμία ευθύνη βαρύνει την ως άνω δικαιοπάροχο της εναγόμενης εταιρείας για την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών διά της χρήσης του κωδικού του ενάγοντος, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα της απουσίας του, καθόσον αποκλειστικά υπεύθυνος για την λειτουργία του τερματικού του σταθμού ήταν αυτός (ενάγων), ο οποίος, κατά παράβαση των κανόνων λειτουργίας του Χρηματιστηρίου Αθηνών και εν αγνοία της προαναφερόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας στην οποία εργαζόταν, είχε εμπιστευθεί τους προαναφερόμενους κωδικούς αριθμούς με τους οποίους έθετε σε λειτουργία τον τερματικό του σταθμό, σε συναδέλφους του.

Ήταν δε λογικό επακόλουθο να εμπλακεί μετά τις προαναφερόμενες μηνυτήριες αναφορές στις πιο πάνω ποινικές υποθέσεις αφού ορισμένες από τις επίμαχες χρηματιστηριακές συναλλαγές τεκμαίρονταν ότι διενεργήθηκαν από τον ίδιο ως μοναδικό χρήστη του μυστικού κωδικού που του είχε αποδοθεί στα πλαίσια των καθηκόντων του ως αντικρυστής και από τον οποίο δόθηκαν οι σχετικές εντολές αγοραπωλησίας μετοχών.

Τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη της δικαιοπαρόχου της εναγόμενης θα μπορούσε να θεμελιωθεί ενδεχομένως σε περίπτωση, που αυτή δια των προστηθέντων στην υπηρεσία της προσώπων, επέτρεπε τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων με τη χρήση του προσωπικού κωδικού του ενάγοντος από τρίτο μετά από παράνομη πράξη (κλοπή του κωδικού κλπ), που θα ήταν εν γνώσει της, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται ούτε επικαλείται ο ενάγων".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ως προς την πρώτη αδικοπρακτική βάση της αγωγής, που είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως κατ'ουσία αβάσιμη, ενώ ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης που είχε απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, που αλληλοκαλύπτονται, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3152/2003 και εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 1/304/10.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ 900Β/16.6.2004) και έχει ισχύ νόμου και ειδικότερα ότι δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 17 αυτού στην παρ. 4 του οποίου ορίζεται ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών εφόσον ενημερώνεται από τον χρήστη ή από μέλος για επικείμενη απουσία του χρήστη απενεργοποιεί προσωρινά τον κωδικό του χρήστη κατά το διάστημα της απουσίας (πρώτος λόγος) και β) ότι μη εφαρμόζοντας τον ως άνω κανονισμό και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 1.4.3.

παρ.1 και 2 αυτού με τις οποίες ορίζεται ότι τα μέλη του οφείλουν να θέτουν ειδικές διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου για την παρακολούθηση των εργασιών που διεξάγονται από τους χρήστες του συστήματος και να εξασφαλίζουν την προσήκουσα και σύμφωνη με την κείμενη νομοθεσία και τον παρόντα κανονισμό χρήση των τερματικών σταθμών από τους χρήστες τους έσφαλε καθότι όφειλε να κρίνει ότι η χρηματιστηριακή εκπρόσωπος της χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", στην οποία αυτός εργαζόταν ως αντικρυστής, δεν άσκησε τον εκ του νόμου απαιτούμενο εποπτικό έλεγχο, κατά το χρόνο που ελάμβαναν χώρα οι χρηματιστηριακές συναλλαγές με τους κωδικούς του εν αγνοία του και ενώ αυτός απουσίαζε σε κανονική άδεια και ότι ως εκ τούτου ενήργησε παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ (τρίτος λόγος).

Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι. Και τούτο διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι δηλαδή η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία δεν ευθύνεται για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν με τη χρήση του κωδικού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και ότι ως εκ τούτου δεν έχει αδικοπρακτική ευθύνη.

Σε κάθε, δε, περίπτωση οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι καθότι η αποδιδόμενη με τους ως άνω λόγους πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εφάρμοσε τον κανονισμό του Χρηματιστηρίου Αθηνών που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3152/2003 και εγκρίθηκε με την υπ'αριθμ. 1/304/10.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ 900Β/16.6.2004), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν μπορούσε να εφαρμόσει τις ως άνω επικαλούμενες στο αναιρετήριο διατάξεις του κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών, καθότι αυτές τέθηκαν σε ισχύ μεταγενέστερα (16.6.2004) από τους χρόνους διενέργειας των χρηματιστηριακών συναλλαγών για τις οποίες αυτός απέδιδε αδικοπρακτική ευθύνη στην προστηθείσα από την εργοδότρια του χρηματιστηριακή εκπρόσωπό της, οι οποίες (χρηματιστηριακές συναλλαγές) διενεργήθηκαν μέσα στα χρονικά διαστήματα α) από 2.1.2000 έως 9.1.2000, β) από 8.5.2000 έως 12.5.2000, γ) από 17.7.2000 έως 28.7.2000, δ) από 3.10.2000 έως 3.10.2000 και ε) από 17.7.2001 έως 27.7.2001, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της από 3.6.2015 αγωγής του ενάγοντος (σελ. 6 αγωγής), και συνακόλουθα αυτή δεν θα μπορούσε να υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη από την παράλειψη εφαρμογής διατάξεων του κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών που δεν ίσχυαν κατά τους χρόνους διενέργειας των χρηματιστηριακών συναλλαγών, στην παραβίαση των διατάξεων αυτού (κανονισμού) ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον ενδέκατο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι αυτός δεν γνώριζε για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που έγιναν με τη χρήση του κωδικού του κατά τα χρονικά διαστήματα της απουσίας του λόγω κανονικής αδείας, καθότι δέχθηκε εσφαλμένα ότι αν είχαν διενεργηθεί συναλλαγές κατά το διάστημα της απουσίας αυτού (αναιρεσείοντα) εν αγνοία του θα το είχε αντιληφθεί από τις μηνιαίες καταστάσεις των διενεργηθεισών συναλλαγών που προέρχονταν από τον κωδικό του και ότι θα είχε διαμαρτυρηθεί στην εργοδότριά του χρηματιστηριακή εταιρεία πράγμα που δεν έπραξε.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω, ενδέκατος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ'επιλογή του αναιρεσείοντος, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας δεν έχει αδικοπρακτική ευθύνη ούτως ώστε να κριθεί από το σύνολο των παραδοχών αυτής, αν πράγματι στερείται νόμιμης βάσης, ως στερούμενη αιτιολογιών ή έχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες και επιπλέον, δεν αναφέρονται στο λόγο αυτό αναίρεσης και οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο και δέκατο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενος α) με το δεύτερο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τα προσκομισθέντα σχετικά άρθρα του κανονισμού του Χρηματιστηρίου Αθηνών που υποχρέωνε τη χρηματιστηριακή εκπρόσωπο της εργοδότριάς του εταιρείας με την επωνυμία "METROLIFE ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ" να ενημερώνει το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών για τη νόμιμη απουσία του, β) με τον τέταρτο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά στοιχεία που αποδείκνυαν ότι η χρηματιστηριακή εκπρόσωπος της εταιρείας ήταν υπεύθυνη και αρμόδια να ασκεί εποπτεία στους κωδικούς των αντικρυστών που διαβίβαζαν χρηματιστηριακές εντολές ότι, αυτή μόνο είχε όφελος από τις διενεργηθείσες εν αγνοία του χρηματιστηριακές συναλλαγές και ότι αυτή μπορούσε, όσο αυτός έλειπε σε νόμιμη άδεια να εμποδίσει τη διαβίβασή τους, όπως συνάγεται και από γεγονός ότι της επιβλήθηκε πρόστιμο 40.000 ευρώ από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για χειραγώγηση μετοχών, γ) με τον πέμπτο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της την κατάθεση του μάρτυρός του ότι η χρηματιστηριακή εκπρόσωπος της εταιρείας είχε στην κατοχή της τους κωδικούς των αντικρυστών της κατά τη διάρκεια της απουσίας τους ότι, αντίθετα, δέχθηκε εσφαλμένα την κατάθεση της μάρτυρος του αντιδίκου της, παρόλο που δεν είχε προσωπική γνώση, ότι αυτή δεν γνώριζε τους κωδικούς και ότι αυτός είχε εμπιστευθεί τους κωδικούς του σε αντικρυστές συναδέλφους του ώστε κατά τη διάρκεια της απουσίας του να εξυπηρετούνται οι πελάτες της δικής του ομάδας, δ) με τον έβδομο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της τις καταστάσεις μισθοδοσίας από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι ο μισθός του ήταν σταθερός και ότι δεν ελάμβανε bonus ή αυξημένες αποδοχές βάσει στόχων, και ε) με το δέκατο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικό στοιχείο που είχε προσκομίσει και από το οποίο προέκυπτε ότι μόνο κατόπιν αίτησής του στο Χρηματιστήριο Αθηνών θα μπορούσε αυτός να ενημερωθεί για τις συναλλαγές που έγιναν με τον προσωπικό του κωδικό και μάλιστα μόνο για σπουδαίο λόγο.

Οι ως άνω πέντε (5) λόγοι αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθότι οι με αυτούς προσαπτόμενες αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που στηρίζουν το αίτημα της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ή ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε θεμελιωτικά περιστατικά πραγματικών ισχυρισμών, αλλά συνιστούν αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και νομικά και ουσιαστικά επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που συνάγονται από την εκτίμηση και την αξιολόγηση αυτών (αποδείξεων).

Σε κάθε, δε, περίπτωση οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως λόγοι εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από τις από 21.9.2021 προτάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1), ο τελευταίος δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα αναγραφόμενα στους ως άνω αναιρετικούς λόγους έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, σε κάθε, δε, περίπτωση από τη βεβαίωση που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σελ. 10 αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν μετ'επικλήσεως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (όπως οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στα πλαίσια προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης που περιέχονται στα υπ'αριθμ. 575/2015 πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και λαμβάνονται υπόψη για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), καθώς και οι προσκομισθείσες πολιτικές αποφάσεις, ποινικές αποφάσεις και βουλεύματα, καθίσταται "αδιαστίκτως" βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα αναγραφόμενα στους ως άνω λόγους αναίρεσης αποδεικτικά μέσα για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Η έλλειψη δε στην πιο πάνω απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμηση τους. Εξάλλου, με τους έκτο και ένατο λόγους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις καταστάσεις μισθοδοσίας που προσκόμισε αυτός από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο μισθός του ήταν σταθερός και ότι δεν έπαιρνε "bonus" και αυξημένες αποδοχές για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενεργούσε, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (έκτος λόγος) και ότι δεν έλαβε υπόψη της τις προσκομισθείσες από αυτόν βεβαιώσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι αυτός όταν γύριζε από τις άδειες απουσίας του δεν μπορούσε να έχει γνώση των συναλλαγών που έγιναν με τον κωδικό του, όπως δέχθηκε αυτή (ένατος λόγος).

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμοι, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση, όπως προεκτέθηκε, διαλαμβάνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα προκειμένου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να καταλήξει στο προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη", οι ως άνω (έκτος και ένατος) λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ως λόγοι εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, καθότι, όπως προκύπτει από τις από 21.9.2021 προτάσεις του αναιρεσείοντος, τις οποίες ο Άρειος Πάγος επισκοπεί κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.1), ο τελευταίος δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα αναγραφόμενα στους ως άνω αναιρετικούς λόγους έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ επίσης, όπως προεκτέθηκε, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, καθίσταται "αδιαστίκτως" βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά έγγραφα για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω, με τον όγδοο λόγο εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από αυτόν εγγράφων αποδεχόμενη πράγματα αντίθετα από αυτά που αποδείκνυαν τα έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα που παραμορφώθηκαν και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών κατά λέξη, ούτε και διαλαμβάνεται ποια ήταν η υπό του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων αυτών, ούτε ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα, αλλά αορίστως αναφέρεται με το λόγο αυτό ότι παραμορφώθηκαν όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τον αναιρεσείοντα.

Σε κάθε, δε, περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος καθότι, όπως προεκτέθηκε, ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενό τους ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του Δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, ο αναιρεσείων με το δωδέκατο λόγο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι με τις παραδοχές της ότι η διαβίβαση των εντολών προς κατάρτιση των χρηματιστηριακών συναλλαγών πωλήσεων αξιών, που διαβιβάστηκαν με τη χρήση των τερματικών σταθμών μέλους του Χρηματιστηρίου Αξιών τεκμαίρεται ότι δόθηκαν με εντολή και με ευθύνη του μέλους του χρηματιστηρίου στο οποίο απασχολείται χρηματιστηριακός εκπρόσωπος ή αντικρυστής που εισήγαγε τον κωδικό του κατά την έναρξη λειτουργίας του τερματικού σταθμού, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, καθότι δεν αποδείχθηκαν τα ανωτέρω, αλλά, αντίθετα αποδείχθηκε ότι αυτός κατά τη διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών απουσίαζε σε κανονική άδεια.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθότι με το ως άνω συμπέρασμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθότι αυτός ως ενάγων έφερε το βάρος της απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού του ότι από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της χρηματιστηριακής εκπροσώπου της εργοδότριάς του εταιρείας υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και επομένως και τον κίνδυνο αμφιβολίας του δικαστή, για την επέλευση της ουσιαστικής βασιμότητας του ως άνω αγωγικού ισχυρισμού του.

Περαιτέρω η ως άνω χρήση του ρήματος "τεκμαίρεται" στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε σε εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του ως άνω άρθρου (338 ΚΠολΔ) που ορίζει ότι " όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος, επιτρέπεται αντίθετη απόδειξη, αν δεν ορίζεται διαφορετικά" προκειμένου να θεμελιωθεί προσωπική ευθύνη του αναιρεσείοντος, ως του ατόμου που εισήγαγε τον κωδικό του για τη διενέργεια των επίδικων χρηματιστηριακών συναλλαγών, αφού, από την επισκόπησή της, προκύπτει ότι η χρήση αυτή έγινε κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 εδ.γ της υπ'αριθμ. 7/1996 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε βάρος της χρηματιστηριακής εταιρείας (βλ.

σελ. 12 αυτής) ότι οι επίδικες συναλλαγές έγιναν από τερματικό σταθμό αυτής, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα. Κατά το μέρος, δε, που με τους ως άνω λόγους και υπό την επίφαση συνδρομής αυτών πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24η Δεκεμβρίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 12347/1222/24.12.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 3647/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ