Legislator Case Law & Legislation
1521/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against environmental crime conviction citing sufficient reasoning and admissible evidence evaluation.

Case Number 1521/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Lamia Court of Appeal judgment convicting him of environmental crimes. The appellant argued the lower court lacked detailed reasoning and failed to evaluate evidence, but the Court found the judgment sufficiently motivated and the evidence assessment unreviewable. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the procedural costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal is inadmissible if the judgment contains sufficient reasoning and the evaluation of evidence falls within the exclusive domain of the trial court's discretion.

Keywords

AI generated
environmental crime insufficient reasoning evaluation of evidence criminal appeal procedural costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1521/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Ζωή Κωστόγιαννη-Καλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιουλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Δελμούζο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 272/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθ. 3/22-4-2019 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στους από 18/6/2019 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 666/2019.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 22 Απριλίου 2019 με αρ. εκ. 3/2019 αίτηση του Χ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 272/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της άσκησης δραστηριότητας και επιχείρησης καθ' υπέρβαση των ορίων και της άδειας για υποβάθμιση περιβάλλοντος, καθώς και της υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 1 του Ν. 1650/1986, αλλά και για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 σε συνδ.

µε το άρθρο 98 ΠΚ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών (6+2+2 μήνες), η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 12-04-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 22-04-2019 με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Λαμίας για την οποία συντάχθηκε σχετική έκθεση αναίρεσης (άρθρα 473 παρ. 1, 3, 474 ΚΠΔ, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4620/2019, εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 2 του νέου ΚΠοινΔ, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την υπέρβαση εξουσίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης την απόλυτη και σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α, Β, Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν και συνεκδικαστεί λόγω συνάφειας με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 18-06-2019 προσθέτους λόγους αναίρεσης που κατατέθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου εμπρόθεσμα στις 25-06-2019 (άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4620/2019).

Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περαιτέρω υπέρβαση εξουσίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η` και ήδη Θ' κατά το νέο ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, με βάση τον γενικό ορισμό, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπερβάσεως σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έκθεσης αναιρέσεως πλήττεται η άνω απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1 ΠΚ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος το Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και για αξιόποινες πράξεις οι οποίες είχαν τελεσθεί πέραν της οκταετίας από την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης δια της αναιρέσεως αποφάσεως, δηλαδή πέραν της 18-10-2010, παρά το γεγονός ότι, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα τους, είχαν ήδη υποπέσει στην οκταετή παραγραφή. Όπως προκύπτει όμως από το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, το οποίο εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω, όλες οι επί μέρους αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων έχουν τελεσθεί κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 έως το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2015 και ως εκ τούτου ουδεμία εξ' αυτών έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη για τα πλημμελήματα οκταετή παραγραφή. Σε κάθε δε περίπτωση, ο προσδιορισμός του χρόνου τελέσεως του εγκλήματος είναι θέμα ουσίας και ανήκει στην ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Η και ήδη Θ' κατά το νέο ΚΠΔ, και Ε ΚΠοινΔ είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί µε επίδοση σ' αυτόν εγγράφου κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την πράξη αυτή και την απειλούμενη ποινή, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.

Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε ισχύουσα κατά το χρόνο τελέσεως ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή και άλλου ειδικού ποινικού νόμου, που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιόποινου της πράξεως και την απειλούμενη ποινή και όχι οι διατάξεις του γενικού μέρους του ΠΚ, όπως είναι και εκείνη του άρθρου 2 ΠΚ που προβλέπει την αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου.

Περαιτέρω, ακριβής καθορισμός της πράξης, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ, εννοείται καθορισμός των πραγματικών περιστατικών που πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι "ακριβής" εφόσον τα μνημονευόμενα πραγματικά περιστατικά οδηγούν σε μια πλήρη υπαγωγή κάτω από την οικεία ποινική διάταξη, δηλαδή, σε πραγμάτωση όλων ανεξαιρέτως των αντικειμενικών αλλά και των υποκειμενικών συστατικών της περιγραφής από το νόμο της αξιόποινης πράξης, περί της οποίας πρόκειται (βλ.

Λ. Μαργαρίτη, ό.π., σελ. 1400, με περαιτέρω παραπομπές σε Θεωρία και Νομολογία), χωρίς ωστόσο να απαιτείται να φτάνει τα όρια μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, καθόσον στην εξαντλητική απαρίθμηση των στοιχείων του περιεχομένου του κλητηρίου θεσπίσματος στο άρθρο 321 παρ. 1 δεν γίνεται λόγος περί "αιτιολογίας".

Ούτε το επίμαχο έγγραφο εξομοιούται με τις "διατάξεις", οι οποίες εκδίδονται κατ' άρθρο 138 ΚΠΔ από τον εισαγγελέα σε όσες περιπτώσεις του επιβάλλει ο νόμος την υποχρέωση να λαμβάνει μέτρα κατά την προδικασία ή κατά το χρόνο που το δικαστήριο διακόπτει τη συνεδρίασή του, ώστε να πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένο υπό την έννοια των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ.

και 139 ΚΠΔ Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 1, 171παρ.1 εδ. δ', 173 παρ. 1, και 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δε θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α' ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ) είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν δεν προβάλλει ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται.

Εφόσον όμως, ο κατηγορούμενος κατ' αυτή δεν εμφανίστηκε ή εμφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή, είτε της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε ακυρότητα του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, µόνο όμως, µε ειδικό λόγο εφέσεως κατά της αποφάσεως. Γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική σε τελευταίο βαθμό απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εmφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα.

Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ή αν ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, ο κατηγορούμενος, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας της επιδόσεως ή της ακυρότητας του ίδιου του κλητηρίου θεσπίσματος και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας, διαλαμβάνοντας στην έφεσή του ειδικό λόγο περί αυτού. Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για να μπορεί να προτείνει παραδεκτά στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισμό και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της εφέσεως από τον εισαγγελέα ή την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Το εφετείο οφείλει να εξετάσει τον προβαλλόμενο με την έφεση ενώπιόν του λόγο ακυρότητας και αν είναι βάσιμος να ακυρώσει την εκκαλούμενη απόφαση και να χωρήσει στην εκδίκαση της υποθέσεως, κατ' άρθρο 502 παρ. 4 του ΚΠΔ (ΑΠ 440/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προς διερεύνηση της βασιμότητας ή μη σχετικού λόγου αναιρέσεως, προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, εισήχθη σε δίκη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δυνάμει του από 26-10-2015 (ΑΒΩ ΕΓ-2014/187/15-69) κλητηρίου θεσπίσματος, για τις αξιόποινες πράξεις της άσκησης δραστηριότητας και επιχείρησης καθ' υπέρβαση των ορίων και της άδειας για υποβάθμιση περιβάλλοντος, καθώς και της υποβάθμισης περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1 του ΠΚ, 28 παρ. 1 του Ν. 1650/1986 (ως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 4042/2012), 28 παρ. 1α του Ν. 1650/1986 (ως ίσχυε προ της αντικατάστασής του με το άρθρο 7 του Ν. 4042/2012), 3, 71 παρ. 3, 2, 1 του Ν. 1969/1991, αλλά και για παράβαση του άρθρου 73 παρ. 3 του Ν. 998/1979 κατ' εξακολούθηση, όπως στο κλητήριο θέσπισμα αυτό αναφέρεται.

Από την υπ' αριθμ. 126/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άμφισσας, που καταδίκασε τον άνω αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε πρώτο βαθμό, προκύπτει ότι αυτός παραστάθηκε μετά του συνηγόρου του, ο οποίος στο δικαστήριο αυτό, αντέλεξε στην πρόοδο της δίκης, λόγω ακυρότητας του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίματος, λόγω αοριστίας αυτού καθώς και λόγω μη αναφοράς του άρθρου 2 ΠΚ, ελλείψεις που κατά τον αναιρεσείοντα στερούν από αυτόν τη δυνατότητα άμυνας και καθιστούν το κλητήριο θέσπισμα άκυρο, για μη ακριβή καθορισμό της πράξης και της ποινικής διάταξης που προβλέπει αυτήν. Η ένσταση αυτή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, απορρίφθηκε ως αβάσιμη και ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι (20) μηνών.

Από την έκθεση εφέσεως του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, που παραδεκτώς επισκοπείται προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν προέβαλε ειδικό λόγο εφέσεως για ακυρότητα του επιδοθέντος σε αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος. Παρ' όλα αυτά η ως άνω ένσταση επανυποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε και πάλι με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 272/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας, ως αβάσιμη (αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στο επιδοθέν σε αυτόν κλητήριο θέσπισμα, αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες ημερομηνίες τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, αλλά για την πρώτη πράξη αναφέρεται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα από "...το μήνα Νοέμβριο του έτους 2013..." και για τις λοιπές πράξεις το χρονικό διάστημα "...

από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015...". Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στο κλητήριο θέσπισμα, λόγω ισχύος και εφαρμογής περισσοτέρων του ενός νόμων, δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα, περί της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου Νόμου. Ωστόσο, η µη ακριβής αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα ή στο διατακτικό της καταδικαστικής αποφάσεως του χρόνου τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ακυρότητα, εφόσον δεν συνδέεται µε ζήτημα αρμοδιότητας ή παραγραφής, στο δε διατακτικό της αναφέρονται σαφώς οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία τελέστηκε κάθε µία από αυτές.

Περαιτέρω, ως άρθρο του ποινικού νόμου, όπως προαναφέρθηκε, νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει την απειλούμενη ποινή. Αντιθέτως, ως άρθρα του ποινικού νόμου που πρέπει να περιέχονται στα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα δεν θεωρούνται και εκείνα που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως είναι η γενική διάταξη του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα περί αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου νόμου, η οποία λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν καταγγέλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι παραβιάστηκε.

Επομένως, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι ως αβάσιμη, για την εγκυρότητα του εν λόγω εισαγωγικού της δίκης δικογράφου δεν απαιτείτο η αναφορά και της διάταξης του άρθρου 2 ΠΚ. Κατόπιν των ανωτέρω και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης και σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στ.

Α και Β του ΚΠΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 και 2 του Ν. 1650/1986, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 4042/2012, αντίστοιχα: "1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3010/2003 (Α` 91) και το ν. 4014/2011 (Α` 209), ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή και χρηματική ποινή 1.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. 2.

Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή.

Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή.". Κατά δε το άρθρο 71 παρ. 2, 3 του Ν. 998/1979, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 41 του Ν. 4280/2014: "2.

Οι συμπράττοντες στην ανοικοδόμηση ή κατασκευή υπάλληλοι και εργάτες των προσώπων της προηγούμενης περίπτωσης, οι συνεργάτες αυτών και κάθε τρίτος που παρέχει άμεση ή έμμεση συνδρομή πριν ή κατά την ανέγερση του κτίσματος ή της κατασκευής τιμωρούνται, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από 2.000 μέχρι 20.000 ευρώ. 3.

Όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος, δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση των ανωτέρω κατηγοριών που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή φυτεύει μη δασικά φυτά ή παραβλάπτει καθ` οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δάσους, δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσας παράνομα έκτασης πράξεις διακατοχής και σε κάθε περίπτωση όποιος πραγματοποιεί επέμβαση σε δάσος, δασική έκταση χωρίς την έγκριση της παραγράφου 2 ή την πράξη της παραγράφου 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου τιμωρείται με τις ποινές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Με τις ίδιες ποινές τιμωρούνται και εκείνοι κατ' εντολή ή παρότρυνση ή οποιαδήποτε υποβοήθηση των οποίων τελέσθηκαν οι παραβάσεις αυτές.".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 ΠΚ "αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή) όμως το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα εφαρμόζεται ο νόμος που ίσχυε κατά την τέλεση της μερικότερης πράξης, έστω και αν είναι αυστηρότερος, εφόσον και οι προγενέστερες ήταν τιμωρητές (ΑΠ 967/2004, ΑΠ 1058/1986), σε κάθε δε περίπτωση, το δικαστήριο καθορίζει την ενιαία ποινή που τυχόν θα επιβάλει μέσα στο πλαίσιο ποινής που απειλείται για τη βαρύτερη από τις μερικότερες πράξεις.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 272/2018 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία, που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, την απολογία των παρόντων κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως, αποδείχθηκε ότι:

οι κατηγορούμενοι 1) Στο Τ Δ, ... του Δήμου ... του Νομού … στις θέσεις "... " και "... " τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013, και ειδικότερα εξ' αυτών ο Κ. Α. ως Διευθύνων Σύμβουλος ο Ι. Σ. ως Διευθυντής Λειτουργιών … της ανώνυμης εταιρείας εξόρυξης μεταλλεύματος βωξίτη με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε ενεργώντας ως εκπρόσωποι και παράλληλα, ως εν τοις πράγμασι διαχειριστές της ως άνω εταιρείας και ο Χ.

Π. ως υπεύθυνος μηχανικός εκμεταλλεύσεων βωξίτη στις προαναφερόμενες θέσεις ... ΑΙ-Α6 και Α7 της πιο πάνω εταιρείας ασκούσαν δραστηριότητα, υπό τις προρρηθείσες ιδιότητές τους, κατά παράβαση- και καθ' υπέρβαση των κάτωθι αναφερόμενων εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, και συγκεκριμένα α) στην εξοφλημένη επιφανειακή εκμετάλλευση βωξίτη της παραπάνω εταιρείας στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων (δ1) 12 και (δ1) 18 της ΚΥΑ με αρ.

πρωτ. 176598/4446/2003 ΥΠΕΧΩΔΕ - Υπ. Ανάπτυξης - Υπ. Γεωργίας όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ με αρ. πρωτ. 164818/2323/2010 Υ.ΠΕΚΑ - Υπ. Πολιτισμού, δεν περιέφραξαν ολόκληρο το κοίτασμα, δεν προέβησαν στην αποκατάσταση μέρους της περίφραξης που είχε καταστραφεί και στην διάστρωση φυτικής γης ή αργιλικού υλικού με αποτέλεσμα να μην έχουν ολοκληρώσει τη φύτευση της περιοχής και την αποκατάσταση του συγκεκριμένου (εξοφλουμένου) κοιτάσματος, μολονότι σύμφωνα με τις ανωτέρω εγκρίσεις όφειλε να είχε περαιωθεί ήδη από το έτος 2007, β) στην εκμετάλλευση βωξίτη της ίδιας εταιρείας στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων 35α, 37 31 β της ΚΥΑ με αρ.

πρωτ. 54170/2182/2012 Αν, ΥΠΕΚΑ δεν αποκατέστησαν το τμήμα του μεταλλείου που είχε καταστραφεί λόγω προηγηθείσας κατολίσθησης και δημιούργησαν μεγάλα πρανή αποθέσεων εξορυκτικών αποβλήτων σε θέσεις εκτός της περιοχής κατολίσθησης και ειδικότερα σε θέσεις στις και καθ' υπέρβαση των κάτωθι αναφερόμενων εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, κι ειδικότερα α) στην εξοφλημένη επιφανειακή εκμετάλλευση βωξίτη της παραπάνω εταιρείας στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων (δ1) 12 (δ1) 18 της ΚΥΑ με αρ.

πρωτ. 176598/4446/2003 ΥΠΕΧΩΔΕ - Υπ. Ανάπτυξης - Υπ. Γεωργίας όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ με αρ, Πρωτ. 164818/2323/2010 Υ.ΠΕΚΑ - Υπ. Πολιτισμού, δεν περιέφραξαν ολόκληρο το κοίτασμα, δεν προέβησαν στην αποκατάσταση μέρους της περίφραξης που είχε καταστραφεί και στην διάστρωση φυτικής γης ή αργιλικού υλικού με αποτέλεσμα να μην έχουν ολοκληρώσει τη φύτευση της περιοχής και την αποκατάσταση του συγκεκριμένου (εξοφλουμένου) κοιτάσματος μολονότι σύμφωνα με τις ανωτέρω εγκρίσεις όφειλε να είχε περαιωθεί ήδη από το έτος 2007, β) στην εκμετάλλευση βωξίτη της ίδιας εταιρείας στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων 35α, 37 31 β της ΚΥΑ με πρωτ. 54170/2182/2012 Αν.

ΥΠΕΚΑ δεν αποκατέστησαν το τμήμα του μεταλλείου που είχε καταστραφεί λόγω προηγηθείσας κατολίσθησης και δημιούργησαν μεγάλα πρανή αποθέσεων εξορυκτικών αποβλήτων σε θέσεις εκτός της περιοχής κατολίσθησης και ειδικότερα σε θέσεις στις οποίες είχε εγκριθεί μόνο η κατασκευή δρόμων προσπέλασης, και, επιπλέον, κατά παράβαση του περιβαλλοντικού όρου δ1)4 της ΚΥΑ με αρ.

πρωτ. 124130/2532/2009 ΥΠΕΧΩΔΕ- Υπ.Ανάπτυξης- Υπ. Αγρ. Ανάπτυξης & Τροφίμων προέβησαν σε εξόρυξη και απόληψη βωξιτικών κοιτασμάτων 189/3 και 189/4 αν και δεν επιτρεπόταν η εξόρυξη των συγκεκριμένων κοιτασμάτων σύμφωνα με την ως άνω ΑΕΠΟ. Έτσι με τον τρόπο αυτό, ήτοι ασκώντας επιχείρηση καθ' υπέση, κατά τα προεκτεθέντα, των όρων που είχαν εγκριθεί με τις ανωτέρω άδειες, υποβάθμισαν το περιβάλλον προκαλώντας μεταβολή σε αυτό, η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, αφού δεν προέβησαν στην προβλεπόμενη και απαιτούμενη για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας δενδροφύτευση, δεν αποκατέστησαν τα παραπάνω κοιτάσματα, δημιούργησαν μεγάλα πρανή αποθέσεων εξορυκτικών αποβλήτων σε χώρους που δεν επιτρεπόταν κι εξόρυξαν ποσότητες μεταλλεύματος σε κοιτάσματα που απαγορευόταν, αλλοιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό το φυσικό περιβάλλον. 2) Στο ίδιο παραπάνω τόπο και στη θέση "..." οι κατηγορούμενοι κατά τα κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος συγκεκριμένα ο Κ.

Α. από τον Απρίλιο του έτους 2010 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015 ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας εξόρυξης μεταλλεύματος βωξίτη με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", o Ι. Σ. o Χ. Π. ως εκπρόσωποι και διαχειριστές της ως άνω εταιρείας κατά το" χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, ως υπεύθυνοι επιβλέποντες μηχανικοί επιφανειακών εκμεταλλεύσεων βωξίτη στις θέσεις ...

ΑΙ-Α6 και Α7, επί δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία καλυπτόταν από χορτολιβαδική και δασική δενδρώδη βλάστηση από κέδρα, εμβαδού 120920 τ.μ., προέβησαν σε εργασίες εξόρυξης όγκων πετρώματος με σκοπό τη μεταλλευτική του εκμετάλλευση για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, με αποτέλεσμα, εκ της παράνομης επεμβάσεώς τους, να δημιουργηθούν μεγάλα ορύγματα επί του εδάφους, v' αλλοιωθεί το πρανές αυτού και της βλάστησης και να διαταραχθει το γεωλογικό υπόστρωμα, με περαιτέρω κίνδυνο πρόκλησης κατολισθήσεων ασταθούς μάζας στον χώρο.

Επίσης επί δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού 1.326,56 μ. κι επί τμημάτων εμβαδού 1.138,77 τ. μ., παλαιότερα διανοιγείσας, δασικής οδού, (εκτάσεις) οι οποίες λόγω προηγούμενης καταστροφής τους από την ίδια εταιρεία είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες με την υπ' αριθμόν 2603/2010 απόφαση. του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας … (δημοσιευμένη στην ΕτΚ με αριθμό φύλλου 598/ΔΙ201 Ο), πραγματοποίησαν μεγάλες αποθέσεις στείρων υλικών από την μεταλλευτική δραστηριότητα της εταιρείας και προκάλεσαν ορύγματα στο πρανές του πετρώματος για τη διευκόλυνση της δραστηριότητας της με αποτέλεσμα να καταστρέψουν την πιο πάνω οδό και την επιφανειακή πάρεδάφια βλάστηση αλλοιώνοντας το φυσικό περιβάλλον και παραβλάπτοντας με τον τρόπο αυτό, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, την κατά προορισμό χρήση των πιο πάνω δασικών εκτάσεων.

Στο τ Λ. ... του Δήμου ... του Νομού …στη θέση "..." οι κατηγορούμενοι, κατά τα κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος o Κ. Α. από τον Απρίλιο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, ο Ι. Σ. από το έτος 2010 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, και ο Χ.

Π. από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015 με περισσότερες πράξεις τους όπως αυτές περιγράφονται στην υπό στοιχείο 2 πράξη αλλοίωσαν το φυσικό περιβάλλον αφού κατέστρεψαν δημόσια δασική και κηρυγμένη ως αναδασωτέα δημόσια δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 1209,20, 1.326,56 και 1.138,77 τ.μ., προκαλώντας έτσι υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ήτοι μεταβολή σε αυτό, η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.".

Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι "1) Στο Τ.Δ ... του Δήμου ... του Νομού … στις θέσεις "... " και "... " τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2013 ο δεύτερος, o τρίτος και ο πέμπτος ασκούσαν δραστηριότητα και επιχείρηση καθ' υπέρβαση των ορίων των περιβαλλοντικών αδειών και εγκρίσεων που τους είχαν χορηγηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 1650/1986) όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο 3010/2003 και τον νόμο 4014/2011, και των κανονιστικών πράξεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του, και υποβάθμισαν το περιβάλλον, Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω χρόνο o Κ.

Λ. Α. ως Διευθύνων Σύμβουλος και ο Ι. Σ. ως Διευθυντής Λειτουργιών … της ανώνυμης εταιρείας εξόρυξης μεταλλεύματος βωξίτη με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε ενεργώντας ως εκπρόσωποι και παράλληλα, ως εν τοις πράγμασι διαχειριστές της ως άνω εταιρείας και ο Χ. Π. ως υπεύθυνος μηχανικός εκμεταλλεύσεων βωξίτη στις θέσεις ...

και ...της πιο πάνω εταιρείας, ασκούσαν δραστηριότητα, υπό τις προρρηθείσες ιδιότητές τους, κατά παράβαση- και καθ' υπέρβαση των κάτωθι αναφερόμενων εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων, κι ειδικότερα α) στην εξοφλημένη επιφανειακή εκμετάλλευση βωξίτη της παραπάνω στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων (δ1) 12 (δ1) 18 της ΚΥΑ με πρωτ. 176598/4446/2003 ΥΠΕΧΩΔΕ - Υπ.

Ανάπτυξης - Υπ. Γεωργίας όπως αυτή τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ με αρ. Πρωτ. 164818/2323/2010 Υ.ΠΕΚΑ Υπ. δεν περιέφραξαν ολόκληρο το κοίτασμα, δεν προέβησαν στην αποκατάσταση μέρους της περίφραξης που είχε καταστραφεί και στην διάστρωση φυτικής γης ή αργιλικού υλικού με αποτέλεσμα να μην έχουν ολοκληρώσει τη φύτευση της περιοχής και την αποκατάσταση του συγκεκριμένου (εξοφλουμένου) κοιτάσματος, μολονότι σύμφωνα με τις ανωτέρω εγκρίσεις όφειλε να είχε περαιωθεί ήδη από το έτος 2007, β) στην εκμετάλλευση βωξίτη της ίδιας εταιρείας στη θέση "..." κατά παράβαση των περιβαλλοντικών όρων 35α, 37 και 31 β της ΚΥΑ με αρ. 54170/2182/2012 Αν.

ΥΠΕΚΑ δεν αποκατέστησαν το τμήμα του μεταλλείου που είχε καταστραφεί λόγω προηγηθείσας κατολίσθησης και δημιούργησαν μεγάλα πρανή αποθέσεων εξορυκτικών αποβλήτων σε θέσεις εκτός της περιοχής κατολίσθησης και ειδικότερα σε θέσεις στις οποίες είχε εγκριθεί μόνο η κατασκευή δρόμων προσπέλασης, και, επιπλέον, κατά παράβαση του περιβαλλοντικού όρου δ1)4 της ΚΥΑ με αρ.

πρωτ. 124130/2532/2009 ΥΠΕΧΩΔΕ- Υπ. Ανάπτυξης- Υπ. Αγρ. Ανάπτυξης & Τροφίμων προέβησαν σε εξόρυξη και απόληψη βωξιτικών κοιτασμάτων 189/3 και 189/4 αν και δεν επιτρεπόταν η εξόρυξη των συγκεκριμένων κοιτασμάτων σύμφωνα με την ως άνω ΑΕΠΟ. Έτσι με τον τρόπο αυτό, ήτοι ασκώντας επιχείρηση καθ' υπέση, κατά τα προεκτεθέντα, των όρων που είχαν εγκριθεί με τις ανωτέρω άδειες, υποβάθμισαν το περιβάλλον προκαλώντας μεταβολή σε αυτό, η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες, αφού δεν προέβησαν στην προβλεπόμενη και απαιτούμενη για τη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας δενδροφύτευση, δεν αποκατέστησαν τα παραπάνω κοιτάσματα, δημιούργησαν μεγάλα πρανή αποθέσεων εξορυκτικών αποβλήτων σε χώρους που δεν επιτρεπόταν κι εξόρυξαν ποσότητες μεταλλεύματος σε κοιτάσματα που απαγορευόταν, αλλοιώνοντας κατά τον τρόπο αυτό το φυσικό περιβάλλον. 2) Στο Τ.Δ. ...

του Δήμου ... του Νομού ....στη θέση "... " οι κατηγορούμενοι, κατά τα κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος παρέβλαψαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση δασικής έκτασης. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τόπο ο Κ.

Α. από τον Απρίλιο του έτους 2010 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015 ως διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας εξόρυξης μεταλλεύματος βωξίτη με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", o Ι. Σ. από το έτος 2010 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015 ως διευθυντής λειτουργιών Φωκίδας, ως εκπρόσωποι και, παράλληλα, ως εν τοις πράγμασι διαχειριστές της ως άνω εταιρείας και ο Χ.

Π. κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, ως υπεύθυνοι επιβλέποντες μηχανικοί επιφανειακών εκμεταλλεύσεων βωξίτη στις θέσεις ... και ..., επί δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία καλυπτόταν από χορτολιβαδική και δασική δενδρώδη βλάστηση από κέδρα, εμβαδού 1.209,20 τ.μ.

προέβησαν σε εργασίες εξόρυξης όγκων πετρώματος με σκοπό τη μεταλλευτική του εκμετάλλευση για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας, με αποτέλεσμα, εκ της παράνομης επεμβάσεώς τους, να δημιουργηθούν μεγάλα ορύγματα επί του εδάφους, ν' αλλοιωθεί το πρανές αυτού και της βλάστησης και να διαταραχθεί το γεωλογικό υπόστρωμα, με περαιτέρω κίνδυνο πρόκλησης κατολισθήσεων ασταθούς μάζας στον χώρο.

Επίσης επί δημόσιας δασικής έκτασης εμβαδού 1.326,56 τ. μ. κι επί τμημάτων εμβαδού 1,138,77 τ. μ., παλαιότερα διανοιγείσας, δασικής οδού, (εκτάσεις) οι οποίες λόγω προηγούμενης καταστροφής τους από την ίδια εταιρεία είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες με την υπ' αριθμόν 2603/2010 απόφαση. του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ... (δημοσιευμένη στην ΕτΚ με αριθμό φύλλου 598ΙΔΙ2Ο1 Ο), πραγματοποίησαν μεγάλες αποθέσεις στείρων υλικών από την μεταλλευτική δραστηριότητα της εταιρείας και προκάλεσαν ορύγματα στο πρανές του πετρώματος για τη διευκόλυνση της δραστηριότητας της με αποτέλεσμα να καταστρέψουν την πιο πάνω οδό και την επιφανειακή πάρεδάφια βλάστηση αλλοιώνοντας το φυσικό περιβάλλον και παραβλάπτοντας με τον τρόπο αυτό, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα,την κατά προορισμό χρήση των πιο πάνω δασικών εκτάσεων.

Στο Τ Δ. ... του Δήμου ... του Νομού … στη θέση "..." οι κατηγορούμενοι, κατά τα κάτωθι ειδικότερα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, με περισσότερες πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος υποβάθμισαν το περιβάλλον με πράξεις τους που αντιβαίνουν στις διατάξεις του νόμου 1650/1986 ή των κανονιστικών Πράξεων που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του, Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο έκαστος υπό τις προρρηθείσες στην υπό στοιχείο 2 πράξη ιδιότητές του ο Κ.

Α. από τον Απρίλιο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, ο Ι. Σ. από το έτος 2010 έως τον Φεβρουάριο του έτους 201 5, κα' o Χ. Π. από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2015, με περισσότερες πράξεις τους όπως αυτές περιγράφονται στην υπό στοιχείο 2 πράξη αλλοίωσαν το φυσικό περιβάλλον αφού κατέστρεψαν δημόσια δασική και κηρυγμένη ως αναδασωτέα δημόσια δασική έκταση, συνολικού εμβαδού 1.209,20, 1.326,56 και 1.138,77 τ.μ., προκαλώντας έτσι υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ήτοι μεταβολή σε αυτό, η οποία ήταν πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες.

Τα παραπάνω περιστατικά προέκυψαν με σαφήνεια και πληρότητα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο του δικαστηρίου και δεν αναιρούνται με πειστικότητα από τα προσκομιζόμενα από τους κατηγορουμένους αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι επικαλούνται αποκατάσταση του περιβάλλοντος για την πραγματοποίηση των αντιστοίχων εξοριστικών εργασιών εντούτοις όμως οι εργασίες αυτές δεν αρκούν για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος όπως ήταν αυτοί υποχρεωμένοι, επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που κατηγορούνται.".

Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λαμίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων πιο πάνω αδικημάτων για τα οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.

Ειδικότερα, αναφέρονται οι κανονιστικές πράξεις καθ' υπέρβαση των οποίων ενήργησε και προκάλεσε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ο τρόπος με τον οποίον αυτή επήλθε, η βλάστηση με την οποία καλύπτονταν οι επίδικες δασικές περιοχές και η διατάραξη που επήλθε σε αυτές, ο χαρακτηρισμός τους ως αναδασωτέων και η δημοσίευση της πράξης κήρυξής τους στην ΕτΚ και ο τρόπος της υποβάθμισης του περιβάλλοντος καθ' όσον αφορά τις τελευταίες αυτές περιοχές.

Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αυτός με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι η καταδικαστική για αυτόν απόφαση έχει απολύτως τυπική αιτιολογία, επειδή στο προοίμιο του σκεπτικού της αναφέρονται απλά και μόνο τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη, χωρίς καμία απολύτως περαιτέρω εκτίμηση και αξιολόγηση τους, είτε μεμονωμένα, είτε μεταξύ τους.

Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας επισκόπηση της εν λόγω αποφάσεως, γίνεται σε αυτή κατ' είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσεως, χωρίς να εξαίρονται ξεχωριστά κάποια από αυτά ή να αναφέρεται τι προέκυψε ξεχωριστά από το καθένα από αυτά, η δε εκτίμησή τους, ακόμη και αν είναι εσφαλμένη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Επίσης, αν και εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στο διατακτικό και όχι στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ότι "... οι κατηγορούμενοι επικαλούνται αποκατάσταση του περιβάλλοντος για την πραγματοποίηση των αντίστοιχων εξορυκτικών εργασιών, εντούτοις όμως οι εργασίες αυτές δεν αρκούν για την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος όπως ήταν αυτοί υποχρεωμένοι επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των πράξεων που κατηγορούνται", εκ του γεγονός ότι το διατακτικό αλληλοσυμπληρώνει παραδεκτά το σκεπτικό της απόφασης, καθίσταται η τελευταία ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, ως προς όλα αυτής τα κεφάλαια.

Επομένως, και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξη είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Όσα δε επιπλέον αναφέρονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εκτίμηση των αποδείξεων και ως τέτοια είναι ανεπίδεκτα εκτίμησης και οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος προς διερεύνηση λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2019 αίτηση του Χ. Π. του Χ., κατοίκου ... (οδός ...) και τους από 18-06-2011 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 272/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λαμίας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ