Legislator Case Law & Legislation
1521/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to lack of judicial admission of insolvency.

Case Number 1521/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider a judicial admission of insolvency from the respondent, claiming this would have altered the financial conclusions. The court rejected this claim, finding the appellant's assertion of a 2008 insolvency admission to be false based on the submitted briefs, which actually showed payments were made until mid-2011.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας 559 αρ. 11 περ. γ': The court rejects an appeal argument based on a non-existent judicial admission of insolvency when the opposing party's submissions explicitly contradict the claim of long-term inability to meet obligations.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal judicial admission insolvency financial solvency evidence dismissal of appeal court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 552
ΚΠολΔ 553
ΚΠολΔ 556
ΚΠολΔ 558
ΚΠολΔ 564 παρ.3
ΚΠολΔ 566 παρ.1
ΚΠολΔ 144
ΚΠολΔ 577 παρ.1
ΚΠολΔ 577 παρ.3
ΚΠολΔ 176
ΚΠολΔ 182
ΚΠολΔ 183
ΚΠολΔ 191 παρ.2
ΚΠολΔ 559 αρ. 11 περ. γ'

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1521/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Της αναιρεσείουσας: Β. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου- Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΑΠΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των προς ους η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης, προσθέτως παρεμβάντων ενώπιον του Εφετείου: Α. 1) Γ. Α. του Κ., 2) …και 49) Γ. Χ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Πατρίνας Παπαρρηγοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Β. Σωματείου με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 851/26-2-2013. Εκδόθηκαν η 1605/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής και επί των ασκηθεισών στο Εφετείο προσθέτων παρεμβάσεων, η 1770/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 882/20-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και των προσθέτως παρεμβάντων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 17-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 882/20-10-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 1770/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης κατά της 1605/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των προσθέτων παρεμβάσεων που ασκήθηκαν στην κατ' έφεση δίκη, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 12-2-2013 (με αριθμό κατάθεσης 851/26-2-2013) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), δεδομένου ότι, για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής, κλήθηκαν και παραστάθηκαν στην παρούσα αναιρετική διαδικασία οι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προσθέτως παρεμβάντες υπέρ του εναγομένου α) Γ. Α. του Κ. κλπ (σύνολο 49) και β) σωματείο με την επωνυμία "...". 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ.2, 535 παρ.1 και 536 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα, κατά την κατ' έφεση δίκη, νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του ή αν αυτό συνάγεται από το όλο περιεχόμενό του και συγχρόνως δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (ΟλΑΠ 30/1998, ΟλΑΠ 654/ 1984).

Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίζεται η προσβληθείσα απόφαση και ακολουθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 2105/2014).

Περαιτέρω, με την ΚΥΑ Φ.80000/36841/1214/13-3-2014, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, αποφασίσθηκε α) η έγκριση της από 30-6-2013 αναλογιστικής μελέτης με τις από 23-9-2013 και 20-11-2013 επικαιροποιήσεις αυτής, από την οποία προκύπτει η αναγκαιότητα ανακαθορισμού των παροχών που χορηγεί το Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ "Η ΕΘΝΙΚΗ" (εναγόμενο), καθόσον τα περιουσιακά του στοιχεία δεν καλύπτουν τις παροχές για το σύνολο των ασφαλισμένων του (παρ.1) και β) η αναπροσαρμογή των παροχών του εφάπαξ βοηθήματος, οι οποίες μειώθηκαν κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά (παρ.2), στη δε παρ.3 αυτής ορίζεται ότι "Για αιτήσεις χορήγησης παροχών που έχουν υποβληθεί στο ταμείο μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης αυτής και εκκρεμούν, έχουν ανάλογη εφαρμογή τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο".

Η πιο πάνω ρύθμιση, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, δεν εισάγει νέο δίκαιο, αλλά ανακαθορίζει το εφάπαξ βοήθημα του ταμείου, με ποσοστιαία μείωση ανάλογα με το ύψος του για όλα τα μέλη, προκειμένου να διασφαλισθεί η αναλογιστική ισορροπία του ταμείου και η σύμμετρη ικανοποίηση όλων των ασφαλισμένων.

Έχει, όμως, αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, όπως τούτο συνάγεται από την ως άνω διάταξη της παρ.3 και αποβλέπει στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του εναγομένου και την ικανοποίηση των αξιώσεων και προσδοκιών όλων των ασφαλισμένων, διότι τα περιουσιακά στοιχεία του ταμείου δεν καλύπτουν τις παροχές προς όλους.

3. Κατά τα άρθρα 520 παρ.2, 532 και 674 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, επί των υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν και με τις προτάσεις, σε κάθε περίπτωση, όμως, για να είναι παραδεκτοί, πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση ή σε εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται από το δικαστήριο ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 532 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και επί των προσθέτων λόγων έφεσης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Ως "κεφάλαια", κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, με τις οποίες αποφάνθηκε το δικαστήριο για καθεμία από τις αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία έκρινε (ΑΠ 671/2003).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την πρωτόδικη 1605/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η από 12-2-2013 αγωγή της ενάγουσας και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ταμείο να της καταβάλει το ποσό των 242.126,87 ευρώ, ως εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, λόγω συνταξιοδότησης.

Το εναγόμενο άσκησε την από 25-7-2013 (με αριθμό κατάθεσης 4379/25-7-2013) έφεση, με την οποία προσέβαλε την ως άνω απόφαση στο σύνολό της "για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων", ζητώντας να εξαφανισθεί, ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Στη συνέχεια, το εναγόμενο, ως εκκαλούν, άσκησε τους από 18-4-2015 προσθέτους λόγους έφεσης, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο διατύπωσε το παράπονο ότι κακώς επιδικάσθηκε στην ενάγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση το αιτηθέν ποσό, επικαλούμενο την ΚΥΑ Φ.80000/36841/1214/13-3-2014, με την οποία αναπροσαρμόσθηκε η παροχή του εφάπαξ βοηθήματος, μειωθείσα κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά και η οποία, σύμφωνα με ρητή διάταξη αυτής, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών αιτήσεων χορήγησης παροχών, καταλαμβάνουσα και την αξίωση της ενάγουσας.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1770/2016 απόφασή του, έκρινε ότι ήταν παραδεκτός ο ως άνω πρόσθετος λόγος της έφεσης (περί του οποίου γίνεται μνεία κατωτέρω) και τον ερεύνησε περαιτέρω κατ' ουσία. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθώς δεν κήρυξε απαράδεκτο τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, καθόσον αυτός αφορά στο ίδιο κεφάλαιο που είχε προσβληθεί με την έφεση.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/ 2002 (ΦΕΚ Α' 160), όπως συμπληρώθηκε με την παρ.7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004 (ΦΕΚ Α' 48), υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης, τα οποία λειτουργούν ως ΝΠΔΔ ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε ΝΠΙΔ με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το διοικητικό συμβούλιο εκάστου ταμείου.

Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του ΝΠΙΔ. Τα εν λόγω ταμεία με αποφάσεις των διοικητικών τους συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία υποβάλλεται προς έγκριση στους ίδιους υπουργούς, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου.

Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων ή κλάδων αυτών περιέρχεται στα νέα ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων ταμείων χωρίς διακοπή. Το εφάπαξ βοήθημα των ταμείων αυτών, καθώς και οι όροι χρηματοδότησης δύνανται να ανακαθορίζονται με απόφαση των ίδιων ως άνω υπουργών, μετά από πρόταση των οργάνων διοίκησης των νέων ταμείων και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και εγκρίνεται με την ίδια απόφαση.

Αναλογιστικές μελέτες εκπονούνται υποχρεωτικά από τα νέα ταμεία κάθε δύο (2) χρόνια για τη διαπίστωση της οικονομικής τους πορείας και υποβάλλονται για έγκριση στο ίδιο Υπουργείο μετά από γνώμη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Σε εκτέλεση των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η Φ.30300/9401/400/6-5-2004 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών- Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (ΦΕΚ Β' 713/13-5-2004), με την οποία μετατράπηκε ο κλάδος πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού της Ασφαλιστικής Εταιρίας "Η ΕΘΝΙΚΗ" σε ΝΠΙΔ, εγκρίθηκε η εκπονηθείσα από 25-7-2003 αναλογιστική μελέτη του ίδιου Ταμείου και εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου φορέα, το οποίο ενσωματώθηκε στην απόφαση αυτή.

Στο εν λόγω καταστατικό, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: "Ιδρύεται αλληλοβοηθητικό ταμείο πρόνοιας με την επωνυμία Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ και διακριτικό τίτλο ΑΤΑΠΕ εκ μετατροπής σε ΝΠΙΔ του Κλάδου Πρόνοιας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής (ΤΑΠΕ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α' 160)" (άρθρο 1). "Σκοπός του Ταμείου είναι η παροχή εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Καταστατικού" (άρθρο 2). "Μέλη του ταμείου γίνονται αυτοδίκαια:

α) τα πρόσωπα τα οποία, κατά τη μετατροπή του Κλάδου Πρόνοιας του ΤΑΠΕ στο παρόν ΝΠΙΔ και τη δημοσίευση του καταστατικού αυτού, είναι ασφαλισμένα στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής, για όσο χρόνο απασχολούνται στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων Η ΕΘΝΙΚΗ και ασφαλίζονται στον Κλάδο Συντάξεων του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής" (άρθρο 3 παρ.1 περ.

α'). "Τα ανωτέρω πρόσωπα αποκτούν την ιδιότητα του μέλους και συνακόλουθα του ασφαλισμένου του Ταμείου, αυτοδίκαια με την πλήρωση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου [...]" (άρθρο 3 παρ.2). "Πόροι του Ταμείου είναι: α) Εισφορά των μελών 4% επί των κάθε φύσεως ακαθαρίστων μηνιαίων τακτικών και εκτάκτων αποδοχών τους από την Εθνική Ασφαλιστική [...].

β) Πρόσοδοι της περιουσίας του Ταμείου. γ) Τυχόν χαριστικές ή μη καταβολές της Εθνικής Ασφαλιστικής προς το Ταμείο. δ) Κάθε είδους δωρεές, κληρονομιές, κληροδοτήσεις κλπ που καταλείπονται στο Ταμείο. ε) Κάθε άλλο νόμιμο έσοδο" (άρθρο 6). "Τα μέλη του Ταμείου δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος αποκλειστικά και μόνο στις πιο κάτω περιπτώσεις:

α) Σε περίπτωση που αποχωρήσουν από την υπηρεσία τους στην Εθνική Ασφαλιστική και δικαιούνται κύριας σύνταξης από το ΤΑΠΕ, ή εφόσον έχουν συμπληρώσει δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης στο Ταμείο και αποχωρούν από την Εθνική Ασφαλιστική για οποιονδήποτε λόγο" (άρθρο 27 παρ.1 περ. α'). "Σημειώνεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος είναι η καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την Εθνική Ασφαλιστική" (άρθρο 27 παρ.3 εδ.

α'). Στο άρθρο 30 του καταστατικού ορίζεται το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που απονέμεται στους δικαιούχους ασφαλισμένους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 αυτού, το οποίο ισούται: "α) Για τα έτη που έχουν διανυθεί στην ασφάλιση του ΤΑΠΕ από την ημερομηνία πρόσληψης μέχρι τις 31-12-1992 οι συντάξιμες μηνιαίες αποδοχές επί τα χρόνια ασφάλισης πλέον 20%, β) για τα έτη από 1-1-1993 μέχρι και 31-12-2007 οι μικτές τακτικές μηνιαίες αποδοχές επί τα χρόνια ασφάλισης πλέον 20% και γ) για τα έτη από 1-1-2008 και μετά το 70% των μικτών τακτικών μηνιαίων αποδοχών.

Τα ποσά που προκύπτουν αθροίζονται και μας δίνουν πλέον το συνολικό ποσό της εφάπαξ παροχής". Προσέτι στο ως άνω άρθρο 30 ορίζεται ποιες αποδοχές λογίζονται ως συντάξιμες και ποιες ως μικτές τακτικές, το είδος των αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος, καθώς και το κατώτερο και ανώτερο ποσό της παροχής, που ανέρχεται, αντίστοιχα, σε 59.000 ευρώ με 25 χρόνια ασφαλίσιμης υπηρεσίας στο Ταμείο και 210.000 ευρώ σε κάθε περίπτωση.

Τέλος, με το άρθρο 40 παρ.2 του καταστατικού προβλέπεται δυνατότητα ανακαθορισμού του εφάπαξ βοηθήματος καθώς και των όρων χρηματοδότησης με απόφαση των αρμοδίων Υπουργών, μετά από πρόταση της διοίκησης του φορέα και σύνταξη αναλογιστικής μελέτης, που υποβάλλεται στο αρμόδιο Υπουργείο και εγκρίνεται μαζί με την απόφαση, ενώ με την παρ.3 του ίδιου άρθρου καθίσταται υποχρεωτική η εκπόνηση αναλογιστικών μελετών κάθε δύο χρόνια για τη διαπίστωση της οικονομικής πορείας του ταμείου και η υποβολή τους για έγκριση στο αρμόδιο Υπουργείο. 5.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 22 παρ.5 και 25 παρ.1 και 4 του Συντάγματος, συνάγεται ότι η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση των εργαζομένων, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης, διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του εργαζόμενου πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων ασφαλιστικών κινδύνων, με γνώμονα αφενός την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή την προστασία της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, χάριν και των μελλοντικών γενεών, και αφετέρου τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων, οι οποίοι δια της εργασίας των συνέβαλαν στη δημιουργία του δημοσίου πλούτου, ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερου σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.

Μεταξύ των παροχών, οι οποίες κατατείνουν στον ανωτέρω σκοπό δεν είναι μόνον οι περιοδικές παροχές (συντάξεις), αλλά και οι εφάπαξ παροχές που χορηγούνται κατά τη συνταξιοδότηση και υπάγονται και αυτές στο καθεστώς προστασίας του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος. Το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο αντλούνται οι εφάπαξ παροχές, εφόσον σχηματίζεται αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από εισφορές είτε μόνο των ασφαλισμένων είτε και του εργοδότη, που τους απασχολεί, ανεξαρτήτως μάλιστα του ύψους των εισφορών του τελευταίου, φέρει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (ΟλΣτΕ 2679/2011).

Η προστασία της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα και η διασφάλιση της ακεραιότητας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη, ο οποίος, όταν διαπιστώνει μεταβολή των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, η οποία μεταβολή εγκυμονεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα αυτού, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, όπως είναι η αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών, ο επανακαθορισμός των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος, καθώς και η διάθεση κρατικών πόρων για τη στήριξή του είτε τακτικώς είτε εκτάκτως.

Οι προς τούτο αναγκαίες, κατά την επιλογή του νομοθέτη, επεμβάσεις επιτρέπεται, σε περίπτωση εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμη και τη μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών, μεταξύ των οποίων και των εφάπαξ παροχών, όταν το ασφαλιστικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών αυτών, το δε ύψος της κρατικής χρηματοδότησης του οικείου κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού, το οποίο καθορίζεται, κατ' αρχάς, από πολιτικές επιλογές για την διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων σκοπών του κράτους και την ικανοποίηση των ανειλημμένων υποχρεώσεων αυτού, δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού οργανισμού.

Η μείωση αυτή είναι δυνατή όχι μόνο για το μέλλον, αλλά και για το παρελθόν (ΟλΣτΕ 3487/2008), υπό την έννοια ότι μπορεί να καταλαμβάνει και εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης ασφαλιστικών παροχών, οι οποίες μέχρι την επέλευση της νομοθετικής μεταβολής δεν έχουν ικανοποιηθεί, διότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπόμενων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ.1, 77 παρ. 2 και 78 παρ.2 του Συντάγματος), να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις με την έκδοση γενικών κανόνων, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.

Από αυτά παρέπεται ότι, ναι μεν με το άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος δεν απαγορεύεται η επί το δυσμενέστερο μεταβολή των προϋποθέσεων χορήγησης εφάπαξ παροχών, εφόσον, κατά τα εκτεθέντα, προκύπτει αιτιολογημένα ότι η διατηρησιμότητα του ασφαλιστικού κεφαλαίου μόνο με αυτές τις επεμβάσεις μπορεί να διασφαλισθεί, πλην όμως οι επεμβάσεις αυτές, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα και τη μείωση εφάπαξ παροχών, ακόμη δε και ενώ είναι εκκρεμείς οι αιτήσεις χορήγησής τους, πρέπει να είναι σύμφωνες με τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και, ιδίως, την αρχή της ισότητας των πολιτών γενικώς, αλλά και, ειδικότερα, την αρχή της ισότητας των πολιτών κατά τη συμμετοχή τους στα δημόσια βάρη, προσέτι δε να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και να μην παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.

Μείωση των απονεμόμενων ασφαλιστικών παροχών υπό τους ως άνω όρους και προϋποθέσεις δεν προσκρούει στο άρθρο 17 του Συντάγματος (ΟλΣτΕ 734/2016).

6. Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α' 256), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".

Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μία επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΣτΕ 1286/2012).

Εν όψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΠΠΠ, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο.

Πάντως με το άρθρο 1 του ΠΠΠ δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ' αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ΠΠΠ επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών.

Η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 734/2016). 7.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 681/2014). 8.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1770/2016 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) αποτελεί καθολικό διάδοχο του Κλάδου Πρόνοιας του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής" (ΤΑΠΕ).

Ότι, ειδικότερα, ο κλάδος πρόνοιας του ΤΑΠΕ, που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους υπαλλήλους της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 22 παρ.7 του ν. 3232/2004 και έλαβε την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Προσωπικού ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την ΚΥΑ Φ.30300/ 9401/400/2004 (ΦΕΚ Β' 713).

Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ήταν υπάλληλος στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" και από την ημερομηνία πρόσληψής της ασφαλίσθηκε στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής (ΤΑΠΕ) και ακολούθως, αυτοδίκαια, στο εναγόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού του.

Ότι η ενάγουσα αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης την 7-11-2011 (το ορθόν: 7-11-2012), έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα παροχής εφάπαξ βοηθήματος και ταυτόχρονα με την αποχώρησή της κατέθεσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 32 του καταστατικού αίτηση για τη χορήγηση του εφάπαξ βοηθήματος. Ότι κατά την αποχώρησή της από την υπηρεσία δικαιούταν να λάβει από το εναγόμενο εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με τα άρθρα 27 και 30 του καταστατικού του.

Ότι στην ενάγουσα, με βάση τις μέσες μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές του τελευταίου 12μήνου πριν την αποχώρηση, προσαυξημένες κατά 20% πλέον οικογενειακών επιδομάτων για το χρονικό διάστημα μέχρι την 31-12-2007 και με βάση το 70% των μέσων μηνιαίων τακτικών αποδοχών του τελευταίου 12μήνου πριν την αποχώρησή της από την Εθνική Ασφαλιστική, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 και εφεξής, θα έπρεπε να καταβληθεί ως παροχή εφάπαξ βοηθήματος το συνολικό ποσό των 237.442,60 ευρώ, πλέον τόκων για το χρονικό διάστημα από 30-11-2011 έως 6-11-2012 ποσού 4.449,23 ευρώ (με 2% ετήσιο επιτόκιο).

Ότι ωστόσο το εναγόμενο, λόγω αφενός της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, από την οποία διέρχεται η χώρα και των επιπτώσεων αυτής στην περιουσία του, η οποία έχει απομειωθεί, καθόσον το μεγαλύτερο μέρος αυτής αποτελούνταν από τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου (ομόλογα), η αξία των οποίων είχε μειωθεί αισθητά μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους (πρόγραμμα PSI), αφετέρου δε, ένεκα της μαζικής αποχώρησης των ενεργών μελών του από το έτος 2011 και εφεξής, με αποτέλεσμα όχι μόνο τη μείωση του ενεργητικού με την απώλεια των εισφορών, αλλά ταυτόχρονα και την αύξηση του παθητικού λόγω απαιτήσεων σε βάρος του προς επιστροφή των καταβληθεισών εισφορών, περιήλθε στη δυσχερή αντικειμενική θέση να μη μπορεί να χρηματοδοτήσει την καταβολή της παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα μέλη του ή οποιαδήποτε άλλη παροχή.

Ότι σύμφωνα με την από 26-3-2012 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μελών του, προέβη σε αναστολή πληρωμών, ενώ για να σταματήσει τη μαζική έξοδο των μελών από το Ταμείο, μείωσε την εισφορά σε ποσοστό 0,05%, αντί του μέχρι τότε ισχύοντος 4,5% και έκρινε ότι, για τη συνέχιση της λειτουργίας του Ταμείου ήταν απαραίτητη η αναπροσαρμογή της παροχής εφάπαξ βοηθήματος στα νέα οικονομικά δεδομένα.

Ότι, ειδικότερα, προέκυψε ότι η περιουσία του εναγομένου, η οποία περιήλθε σε αυτό από την προϋφιστάμενη μορφή του ως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Εθνικής Ασφαλιστικής", του οποίου θεωρείται κατά το καταστατικό και το νόμο καθολικός διάδοχος, αποτελείτο κυρίως από ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία είτε κληρονόμησε από το ανωτέρω ΝΠΔΔ είτε είχαν αγοραστεί από το εναγόμενο στην πρωτογενή αγορά ομολόγων και από μετοχές εταιριών, οι οποίες διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο.

Ότι πιο συγκεκριμένα η περιουσία του Κλάδου Πρόνοιας του προκατόχου του (ΤΑΠΕ), με ημερομηνία αποτίμησης 31-12-2003 στην αναλογιστική μελέτη, βάσει της οποίας καθορίστηκε νέο σύστημα παροχών πρόνοιας για το νέο ΝΠΙΔ (ΑΤΑΠΕ), ανερχόταν σε 54.226.982 ευρώ, αποτελούμενη από καταθέσεις, χρεόγραφα, ακίνητα, βραχυπρόθεσμα δάνεια, δεδουλευμένους τόκους.

Ότι με βάση την αναλογιστική μελέτη του έτους 2008, οι υποχρεώσεις του εναγομένου Ταμείου προς τους ασφαλισμένους ανέρχονταν μέχρι την 31-12-2007 σε 52.407.000 ευρώ, ενώ τα διαθέσιμα κεφάλαιά του, κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, ανέρχονταν στο ποσό των 52.992.000 ευρώ, τα οποία επαρκούσαν να καλύψουν τις υποχρεώσεις του προς τους ασφαλισμένους.

Ότι στη συνέχεια η περιουσία του εναγομένου, κατά την 31-10-2010, ανερχόταν σε 19.104.886,63 ευρώ, εκ των οποίων η αξία των ομολόγων σε τρέχουσες τιμές, κατά την ανωτέρω ημερομηνία, διαμορφώθηκε σε 12.018.289,05 ευρώ, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Ότι ειδικότερα, κατά την περίοδο 2009-2010, το Ταμείο ανταποκρινόταν στην υποχρέωσή του για καταβολή των εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους του με χρόνο αναμονής καταβολής μόλις δύο (2) μηνών, μολονότι κατά την παραπάνω διετία υπήρξε μεγάλη αποχώρηση προσωπικού, λόγω προγράμματος εθελουσίας εξόδου, εξαιτίας της οποίας η δαπάνη καταβολής εφάπαξ βοηθήματος κατά το έτος 2009 ανήλθε σε 14.747.552,86 ευρώ και το έτος 2010 η αντίστοιχη δαπάνη ανήλθε σε 6.358.232,09 ευρώ.

Ότι σύμφωνα με την από 28-11-2011 αναλογιστική έκθεση, με ημερομηνία αναφοράς την 31-10-2011, το σύνολο του ενεργητικού του εναγομένου κατά την 31-10-2011 ανήλθε σε 11.867.211 ευρώ, το δε μεγαλύτερο ποσοστό αυτού, ήτο το 68,3%, καλυπτόταν από την αξία των ομολόγων, η οποία ανερχόταν κατά τον ανωτέρω χρόνο σε 8.386.219 ευρώ. Ότι κατά την 31-12-2011 η αξία των ίδιων κεφαλαίων του Ταμείου ανερχόταν σε 16.340.884,86 ευρώ, εκ των οποίων τα 15.154.191,47 ευρώ ήταν επενδυμένα σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 14.977.358,77 ευρώ.

Ότι εξαιτίας της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, η οποία στην περίπτωση του ελληνικού κράτους οδήγησε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων (PSI), η περιουσία του εναγομένου Ταμείου υπέστη σημαντική μείωση, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του ενεργητικού της καλυπτόταν από την αξία των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.

Ότι, ειδικότερα, από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4050/2012, ο οποίος εισήγαγε τη ρήτρα συλλογικής διαπραγμάτευσης και τις εκτελεστικές πράξεις αυτού που επέφεραν, κατά τα ανωτέρω, το λεγόμενο "κούρεμα των ελληνικών ομολόγων", η ονομαστική αξία των ομολόγων του Δημοσίου, που διέθετε το εναγόμενο σύμφωνα με τον ισολογισμό της 31-12-2012, ανερχόταν σε 6.964.415,00 ευρώ, ενώ η πραγματική αξία αυτών είναι πολύ χαμηλότερη, λαμβανομένου υπόψη ότι αφενός μεν η εκποίηση ορισμένων εξ αυτών δεν είναι δυνατή υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, αφετέρου δε ορισμένα εξ αυτών λήγουν το έτος 2043, με αποτέλεσμα η εκποίηση ή η κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο εκμετάλλευσή τους να καθίσταται αδύνατη.

Ότι, πέραν τούτου, λόγω της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, τα ενεργά μέλη του εναγομένου, κατά τα έτη 2011 και 2012, μειώθηκαν σε 394 από 1.320 που ήταν αρχικά, γεγονός που επέδρασε όχι μόνο στη μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του, καθόσον παρατηρείται μικρότερη εισροή εισφορών και δη του μοναδικού σταθερού, κατά το καταστατικό, πόρου, αλλά κυρίως στην αύξηση του παθητικού του λόγω των απαιτήσεων για την καταβολή εφάπαξ βοηθημάτων και επιστροφής εισφορών των αποχωρούντων μελών.

Ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με την από 31-3-2012 αναλογιστική μελέτη, κατά τη σύνταξη της οποίας λήφθηκαν υπόψη οι ανωτέρω παράγοντες και δη τόσο η αποτίμηση του ενεργητικού του εναγομένου μετά το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και η αποχώρηση της πλειονότητας των μελών του, επισημαίνεται αφενός μεν ότι το εναγόμενο παρουσιάζει αναλογιστικό έλλειμμα και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του έναντι των μελών του με βάση το ισχύον καταστατικό και την υφιστάμενη λειτουργία του, αφετέρου δε η ανάγκη εξέτασης εναλλακτικών τρόπων λειτουργίας του.

Ότι ενόψει τούτων και προκειμένου να αποτραπεί η συνολική αποχώρηση των μελών από το Ταμείο, η οποία στην ουσία θα οδηγούσε στη διάλυση αυτού, η τακτική συνέλευση της 23-3-2012 αποφάσισε, αφενός μεν την αναστολή εφαρμογής όλων των διατάξεων του καταστατικού του, που αφορούν τον υπολογισμό και την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος και επιστροφής εισφορών, αφετέρου δε των διατάξεων των άρθρων 6 και 7 του καταστατικού, οδηγώντας σε μείωση των παρακρατούμενων εισφορών από 4,5% σε 0,5% επί των πάσης φύσεως ακαθαρίστων μηνιαίων τακτικών και έκτακτων αποδοχών από την Εθνική Ασφαλιστική.

Ότι η ανάγκη ανακαθορισμού των παροχών (εφάπαξ βοηθήματος και επιστροφή εισφορών), που χορηγεί το εναγόμενο, επισημαίνεται και στην από Νοεμβρίου 2013 με ημερομηνία αναφοράς την 30-6-2013 αναλογιστική έκθεση, στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι το εναγόμενο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ελλειμματικό και με την οποία αναλύονται διάφοροι τρόποι μείωσης των παροχών του Ταμείου, ούτως ώστε να προκύπτει μηδενικό αναλογιστικό έλλειμμα, μεταξύ των οποίων εξετάσθηκε και ο ανακαθορισμός της παροχής με αποκοπή βάσει της διαστρωμάτωσης, ανάλογα με το ύψος της υποχρέωσης του εναγομένου ανά μέλος, με αποτέλεσμα την ποσοστιαία μείωση επί του καταβαλλόμενου εφάπαξ βοηθήματος.

Ότι, ενόψει των ιδιαίτερα δυσμενών οικονομικών δεδομένων, το ΔΣ του εναγομένου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 24 και 40 εδ. β' του καταστατικού, αλλά και του άρθρου 6 παρ.20 του ν. 3029/2002, υπέβαλε στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας (εποπτεύουσα Αρχή) την 7454/23-7-2013 αίτηση για την επικαιροποίηση της αναλογιστικής μελέτης με ημερομηνία αναφοράς την 30-6-2013 και πρόταση αναπροσαρμογής της παροχής εφάπαξ βοηθήματος, συνοδευόμενη από τις ανωτέρω αναλογιστικές μελέτες.

Ότι, στη συνέχεια, εκδόθηκε η Φ.80000/36841/1214/13-3-2014 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών- Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας περί αναπροσαρμογής των παροχών, που χορηγεί το εναγόμενο, με την οποία εγκρίθηκε η από 30-6-2013 αναλογιστική μελέτη και αποφασίσθηκε η αναπροσαρμογή των παροχών (εφάπαξ βοηθήματος και επιστροφής των εισφορών) ως εξής:

α) για ποσό παροχής από 0 έως 20.000 ευρώ μείωση της παροχής κατά ποσοστό 55%, β) για ποσό παροχής από 20.000 ευρώ έως 30.000 ευρώ μείωση της παροχής κατά ποσοστό 78%, γ) για ποσό παροχής από 30.000 ευρώ έως 50.000 ευρώ μείωση της παροχής κατά ποσοστό 88% και δ) για ποσό παροχής από 50.000 ευρώ και άνω μείωση της παροχής κατά ποσοστό 94%.

Ότι ορίσθηκε, επίσης, ότι για αιτήσεις χορήγησης παροχών που έχουν υποβληθεί στο εναγόμενο Ταμείο μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης αυτής και εκκρεμούν, έχουν ανάλογη εφαρμογή τα ανωτέρω οριζόμενα περί αναπροσαρμογής των παροχών. Ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, με τις οποίες επήλθε ποσοστιαία μείωση της παροχής εφάπαξ βοηθήματος σύμφωνα με τα αποτελέσματα της από 30-6-2013 αναλογιστικής μελέτης, η οποία εγκρίθηκε με την εν λόγω ΚΥΑ, αφορά όλα τα ενεργά μέλη του εναγομένου, συμπεριλαμβανομένων και των μελών των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούσαν μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης αυτής, όπως και της ενάγουσας.

Ότι σύμφωνα με την ανωτέρω ΚΥΑ, το αρχικό ποσό της παροχής εφάπαξ βοηθήματος για την ενάγουσα, η οποία καθ' όλη τη διάρκεια της ασφάλισής της κατέβαλε εισφορές συνολικού ποσού 38.365 ευρώ, οι οποίες ανατοκισμένες ανέρχονταν στο ποσό των 60.218 ευρώ, αναπροσδιορίζεται με ποσοστιαία μείωση κατά τα προβλεπόμενα στην εν λόγω ΚΥΑ.

Ότι, ακολούθως, δυνάμει της από 27-3-2014 απόφασης της γενικής συνέλευσης του εναγομένου, τροποποιήθηκε το άρθρο 28 του καταστατικού περί υπολογισμού της παροχής εφάπαξ βοηθήματος, με το οποίο πλέον ορίζεται ότι: "Κάθε μέλος δικαιούται κατά την αποχώρησή του ποσοστό επί της περιουσίας του Ταμείου, όπως προκύπτει από την περιουσιακή κατάσταση της τελευταίας ημέρας κάθε προηγούμενου μήνα από το μήνα αποχώρησης, όπως αυτή θα εγκρίνεται από το ΔΣ.

Το ως άνω ποσοστό επί της περιουσίας, που δικαιούται ο ασφαλισμένος ως εφάπαξ βοήθημα, αντιστοιχεί στις συσσωρευμένες εισφορές που κατέβαλε από την έναρξη ασφάλισής του στον Κλάδο Πρόνοιας του ΤΑΠΕ ή στο ΑΤΑΠΕ εντόκως, προς το σύνολο των συσσωρευμένων εντόκων εισφορών όλων των ασφαλισμένων κατά το μήνα αποχώρησης, αφαιρουμένου όμως ποσοστού επί της περιουσίας ύψους 1% έως 3% για λειτουργικές δαπάνες και για αποθεματικό εκτάκτων κινδύνων.

Το ύψος των λειτουργικών δαπανών και του αποθεματικού εκτάκτων κινδύνων καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ. Για τον υπολογισμό των εντόκων εισφορών θα λαμβάνεται ετήσιο ανατοκιζόμενο επιτόκιο 3% από την έναρξη ασφάλισης του μέλους στον Κλάδο Πρόνοιας του ΤΑΠΕ ή ΑΤΑΠΕ. Σε έκτακτες περιπτώσεις αιφνίδιας απομείωσης της περιουσίας του Ταμείου, το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο, αλλά η περιουσία προκύπτει από έκτακτη αναλογιστική μελέτη, την οποία θα αποφασίζει το ΔΣ, προκειμένου να διασφαλίζεται η φερεγγυότητα και βιωσιμότητα του Ταμείου".

Ότι η ανωτέρω Φ.80000/36841/1214/13-3-2014 ΚΥΑ, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι οι ρυθμίσεις της έχουν αναδρομική ισχύ, καταλαμβάνει και τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας, αφού πριν την έναρξη ισχύος αυτής (13-3-2014) ήταν ήδη εκκρεμής η αντίστοιχη αίτηση και ως εκ τούτου πρέπει να ελεγχθεί ως προς τη συνταγματικότητά της, ενόψει και των περί αντισυνταγματικότητας αιτιάσεων της ενάγουσας.

Ότι από την με ημερομηνία 30-6-2013 αναλογιστική μελέτη, η οποία εγκρίθηκε με την προαναφερόμενη ΚΥΑ, προκύπτει ότι, κατά την παραπάνω ημερομηνία, ενώπιον του εναγομένου εκκρεμούσαν συνολικά 371 αιτήσεις καταβολής παροχών και δη 272 αιτήσεις επιστροφής εισφορών, 36 αιτήσεις καταβολής εφάπαξ βοηθήματος και 63 αιτήσεις κεφαλαιοποίησης παροχής.

Ότι από την 26-3-2012, οπότε αποφασίσθηκε, κατά τα ανωτέρω, η αναστολή των καταβολών όλων των παροχών από το εναγόμενο, ενόψει της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης και της μαζικής αποχώρησης, με ταυτόχρονη αξίωση για καταβολή εφάπαξ βοηθήματος ή επιστροφή εισφορών, δεν καταβλήθηκε καμία παροχή. Ότι κατά την εκπόνηση του σεναρίου ποσοστιαίας μείωσης των παροχών με στόχο την επίτευξη μηδενικού αναλογιστικού ελλείμματος, όπως αυτό παρουσιάσθηκε από το ΔΣ του εναγομένου και τελικά εγκρίθηκε από την εν λόγω ΚΥΑ, έχουν υπολογιστεί όλοι οι δικαιούχοι- μέλη του εναγομένου, ήτοι τόσο τα μέλη που υπέβαλαν αίτηση για επιστροφή εισφορών, εφάπαξ παροχή ή κεφαλαιοποίηση παροχής και εκκρεμούν οι αιτήσεις τους, όσο και οι δικαιούχοι των οποίων οι αιτήσεις εγκρίθηκαν, αλλά δεν καταβλήθηκαν τα αντίστοιχα ποσά, καθώς και αυτοί που δεν υπέβαλαν αίτηση, αλλά δύνανται να εγείρουν σχετική αξίωση.

Ότι δεν προέκυψε ότι το εναγόμενο κατέβαλε ολόκληρη την εφάπαξ παροχή, μετά την απόφαση αναστολής των καταβολών ή ακόμη και σε προγενέστερο χρόνο, σε μέλη που θεμελίωσαν αντίστοιχο δικαίωμα με αυτό της ενάγουσας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Ότι, αντίθετα, ένας μεγάλος αριθμός δικαιούχων- μελών του εναγομένου, για χάρη της βιωσιμότητας του Ταμείου και της προστασίας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου, αποδέχθηκαν κατά την αποχώρησή τους την καταβολή μειωμένων, κατά τα οριζόμενα στην ΚΥΑ, παροχών, που αντιστοιχούσαν σε μέρος των εισφορών τους, ενώ άλλοι παραιτήθηκαν από την άσκηση ενδίκων μέσων και ικανοποιήθηκαν με την καταβολή ποσοστού επί των εισφορών τους κατά τα ανωτέρω.

Ότι, σύμφωνα με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η εφαρμογή του προγενέστερου καθεστώτος περί καταβολής ολοκλήρου του εφάπαξ βοηθήματος θα μπορούσε να γίνει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα δικαιούχος, σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις της εν λόγω ΚΥΑ, δεν θα πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και θα εξαιρείτο της καταβολής εφάπαξ βοηθήματος, ενώ θα τις πληρούσε υπό την ισχύ των προγενέστερων ρυθμίσεων και όχι, όπως στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις απονομής εφάπαξ βοηθήματος από το εναγόμενο τόσο υπό τις προϊσχύουσες όσο και με τις νέες ρυθμίσεις, πλην λόγω νομοθετικού καθεστώτος διαμορφώνεται νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος, ενόψει της ανάγκης εξυπηρέτησης της αναλογιστικής βάσης, επί της οποίας στηρίζεται η βιωσιμότητα του εναγομένου.

Ότι με τα ανωτέρω δεδομένα δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της αρχής της προστατευμένης εμπιστοσύνης ή της αρχής της ανταποδοτικότητας των εισφορών προς τις παροχές, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν κατοχυρώνεται συνταγματικά. Ότι η ποσοστιαία αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών, η οποία αποβλέπει στη διαφύλαξη του υπάρχοντος ασφαλιστικού κεφαλαίου και την καταβολή όσο το δυνατόν εξορθολογισμένων παροχών, προκειμένου να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του εναγομένου Ταμείου και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών του στους δικαιούχους, δεν έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας, διότι, εν προκειμένω, με τη νέα ρύθμιση και την τροποποίηση του καταστατικού προβλέπεται για όλα τα μέλη, ενεργά και μη, η καταβολή ποσοστού επί των εισφορών, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, η οποία θα πρέπει να διέπει όλους τους δικαιούχους και όχι με την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, η οποία θα οδηγούσε σε προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων μελών σε βάρος των υπολοίπων, αφού με την καταβολή ολόκληρης της παροχής υπό το προϋφιστάμενο καθεστώς σε όσους κατά την ισχύ της ΚΥΑ θεμελίωναν σχετικό δικαίωμα, εξαντλείται κατά το σενάριο της αναλογιστικής έκθεσης το ενεργητικό του Ταμείου.

Ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκλείονται της καταβολής, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, όσοι εκ των μελών έχουν καταβάλει ή συνεχίζουν να καταβάλλουν, αλλά δεν θεμελιώνουν ακόμη σχετική αξίωση. Ότι η επιβολή νομοθετικά ανωτάτου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος θα παραβίαζε την κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των μελών, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα ελάμβαναν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις.

Ότι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νομοθετική ρύθμιση αναπροσαρμογής των ενδίκων παροχών με ποσοστιαία μείωση αυτών ανάλογα με το ύψος τους για όλα τα μέλη, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιούχων οι οποίοι πριν την ισχύ της εν λόγω ΚΥΑ είχαν υποβάλει σχετική αίτηση, όπως η ενάγουσα, καθίσταται αναγκαία για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων και την ικανοποίηση του γενικότερου συμφέροντος του Ταμείου, ήτοι τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του εναγομένου και της ικανοποίησης των δικαιωμάτων και προσδοκιών όλων των ασφαλισμένων, ενώ δεν είναι μέτρο δυσανάλογο σε σύγκριση με το προστατευόμενο γενικό συμφέρον.

Ότι το εφάπαξ βοήθημα που δικαιούται η ενάγουσα με βάση την ΚΥΑ Φ.80000/36841/ 1214/13-3-2014 ανέρχεται στο ποσό των 24.845,36 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 465,30 ευρώ. Κατ' ακολουθία αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε την έφεση με τους πρόσθετους λόγους του εναγομένου Ταμείου, καθώς και τις υπέρ αυτού πρόσθετες παρεμβάσεις και, αφού εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 25.310,66 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

9. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, υπολόγισε την παροχή του εφάπαξ βοηθήματος, που οφείλεται στην ενάγουσα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΚΥΑ Φ.80000/36841/1214/13-3-2014, που ήταν εφαρμοστέα και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική επιταγή της ισόνομης ρύθμισης ομοίων (άρθρο 4 παρ.1 Συντάγματος).

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις της απόφασης αυτής με την εφαρμογή της και τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 27 και 30 του καταστατικού του εναγομένου, που δεν ήταν εφαρμοστέες, με τη μη εφαρμογή τους.

Προσέτι, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος. Η επικαλούμενη αντίφαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι υφίσταται παραβίαση της αρχής της ισότητας, κατέληξε στο πόρισμα ότι η μείωση των εφάπαξ βοηθημάτων καθίσταται αναγκαία για την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, είναι αβάσιμη, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε παραδοχή ότι η επίμαχη διάταξη της ως άνω ΚΥΑ βρίσκεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά αντίθετα, με σαφήνεια και χωρίς αντίφαση, κατέληξε στο πόρισμα ότι η ποσοστιαία αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών δεν έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ισότητας (σελίδα 1η του 14ου φύλλου της προσβαλλόμενης).

Επομένως, οι πέμπτος και έκτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά τον έκτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε αναδρομική ισχύ της ως άνω ΚΥΑ Φ.80000/ 36841/1214/13-3-2014, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, τα συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα των άρθρων 4 παρ.1 και 17 του Συντάγματος, καθώς και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στις σκέψεις 5 και 6, αβάσιμος.

Τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, δεν εμποδίζεται η αναδρομική ισχύ αυτής, καθόσον με τη ρύθμισή της δεν προσβάλλονται τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ισότητας και της ιδιοκτησίας, ούτε οι υπερεθνικές ως άνω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όπως αβάσιμα προβάλλεται.

10. Περαιτέρω, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης προσάπτονται, αντίστοιχα, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα αποχώρησε από την εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Ασφαλιστική", λόγω συνταξιοδότησης την 7-11-2011 (το ορθόν: 7-11-2012), έχοντας θεμελιώσει δικαίωμα παροχής εφάπαξ βοηθήματος, οπότε το εναγόμενο κατέστη υπερήμερο ως προς την καταβολή της παροχής και ως εκ τούτου, ως υπερήμερος οφειλέτης, εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 344 ΑΚ να επικαλεσθεί τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση, και αν ακόμη έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές, τον κίνδυνο φέρει ο υπερήμερος οφειλέτης και β) οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ως περιστατικά στοιχειοθέτησης της ανάγκης αναπροσαρμογής, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, της παροχής εφάπαξ βοηθήματος του εναγομένου γεγονότα μεταγενέστερα της γένεσης της υποχρέωσής του προς καταβολή της αιτούμενης ως άνω παροχής, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, διότι ο υπολογισμός της παροχής του εφάπαξ βοηθήματος της ενάγουσας έγινε σύμφωνα με τις προβλέψεις της ανωτέρω ΚΥΑ Φ.80000/ 36841/1214/13-3-2014 και δεν εφαρμόσθηκε η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.

11. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί (ΑΠ 411/2017).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, την οποία είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339, 352 παρ.1 και 353 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δικαστική ομολογία οποιαδήποτε τοιαύτη, αλλά εκείνη που αποσκοπεί στην αποδοχή του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (ΑΠ 532/2016, ΑΠ 2047/2014).

12. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, συνιστάμενη στο ότι το τελευταίο από το έτος 2008 ήταν ελλειμματικό και αδυνατούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις του, η οποία περιλαμβάνεται α) στις πρωτόδικες προτάσεις του (σελ. 9 αυτών), στη σχετική περικοπή των οποίων περιέχεται πίνακας με την αναλογιστική θέση του ΑΤΑΠΕ και β) στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου (σελ. 18 αυτών), στη σχετική περικοπή των οποίων περιέχεται ο ίδιος ακριβώς πίνακας, ενώ αν λάμβανε υπόψη την επικαλούμενη ομολογία, δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το έλλειμμα στο αντίδικο Ταμείο δημιουργήθηκε το πρώτον το έτος 2012 λόγω του PSI και εξαιτίας αυτού βρέθηκε σε δύσκολη θέση εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών του.

Από την επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, προκύπτει ότι στον επικαλούμενο πίνακα απεικονίζεται η αναλογιστική θέση του Ταμείου (ΑΤΑΠΕ) με βάση τη δεδουλευμένη παροχή με ημερομηνία αναφοράς 31-3-2012 και με βάση την τροποποιημένη παροχή μετά την απόφαση του ΔΣ του Ταμείου της 5-12-2011 και επιπλέον διαλαμβάνεται στις προτάσεις του εναγομένου ο ισχυρισμός ότι "...η περιουσία αυτού (Ταμείου), όπως διαμορφώθηκε μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, δεν επαρκεί για να εξυπηρετήσει την καταβολή του εφάπαξ βοηθήματος στα μέλη του.

Το Ταμείο μέχρι και τα μέσα του 2011 εξυπηρετούσε την παροχή εφάπαξ βοηθήματος σε ένα χρονικό διάστημα 3-4 μηνών, στη συνέχεια όμως εξαρτούσε την καταβολή από τις ταμειακές εισροές".

Συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον από τις προτάσεις του εναγομένου δεν προκύπτει δικαστική ομολογία ότι αδυνατούσε να καλύψει τις υποχρεώσεις του από το έτος 2008, αλλά, αντίθετα, παρά την εμφάνιση ελλειμμάτων, ισχυρίζεται ότι μέχρι τα μέσα του 2011 εξυπηρετούσε την παροχή του εφάπαξ βοηθήματος. 13.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, καθώς και στα δικαστικά έξοδα των προσθέτως παρεμβάντων, που έχουν χωριστή υπεράσπιση, εκ των οποίων το σωματείο δεν κατέθεσε προτάσεις, οι δε λοιποί κατέθεσαν προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 182, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2016 και με αριθμό κατάθεσης 882/20-10-2016 αίτηση για αναίρεση της 1770/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, καθώς και στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ και πεντακοσίων (500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα, αντίστοιχα, των υπό στοιχ. Α' και υπό στοιχ. Β' προσθέτως παρεμβάντων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ