Legislator Case Law & Legislation
1521/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to consider new evidence in construction liability case.

Case Number 1521/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding construction liability. The appellants argued the lower court failed to properly evaluate specific documents and expert reports submitted during the proceedings. The court held that the lower court's assessment of evidence and its decision on the admissibility of new documents were matters of fact reviewable only on appeal, not subject to the appeal's scope.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court's evaluation of evidence and the decision on the admissibility of new documents are matters of fact reviewable only on appeal, not subject to the appeal's scope.

Keywords

AI generated
Civil Liability Construction Defects Evidence Evaluation Appeal Scope New Evidence Expert Reports Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 579/2007
Case 175/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1521/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 83/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Κ. και 2) Π. Π. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιοβάνογλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Β. και 2) Π. Π., συζύγου Α. Π., κατοίκων Χαϊδαρίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γερακιό, ο οποίος ανακάλεσε την από 20-4-2017 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1943/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-6-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι ,α)η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Εξάλλου η παράλειψη από αμέλεια της τηρήσεως εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης.

Ειδικότερα όσον αφορά τον μηχανικό που έχει αναλάβει την επίβλεψη και εκτέλεση οικοδομικού έργου μπορεί να γεννηθεί αδικοπρακτική ευθύνη του από την παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 286 Π Κ, η οποία τιμωρεί όποιον κατά την διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού έργου με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου.

Κοινώς αναγνωρισμένοι τεχνικοί κανόνες είναι οι τεχνικοί κανόνες που είναι γενικώς γνωστοί και εφαρμόζονται κατά την εκτέλεση οικοδομικών έργων από προπαιδευμένους και έμπειρους μηχανικούς που έχουν πρακτική ενασχόληση σε παρόμοια έργα, είναι δε αναγκαίοι για την ασφάλεια όσων έχουν σχέση με τη χρήση του οικοδομικού έργου μετά την εκτέλεση του(ΑΠ1614/2007).

Περαιτέρω, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ 100/2015,1610/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ ΑΠ7/2006, ΑΠ609/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του(ανεπαρκής αιτιολογία),ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία),Ειδικότερα ,αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ ΑΠ15/2006, 1/1999).Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ467/2013, 495/2013, 179/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ,δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων,(ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) έχοντας αποφασίσει να προβεί στην κατασκευή προσθήκη διαμερίσματος α’ ορόφου επιφανείας 156 τ.μ.

πάνω από ήδη υπάρχουσα κατοικία επί ενός οικοπέδου στο ... και επί της οδού ... του οποίου ήταν συγκύριος κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, ανέθεσε τον Απρίλιο του έτους 1996 στον πρώτο εναγόμενο(ήδη πρώτο αναίρεσείοντα), πολιτικό μηχανικό, την έκδοση οικοδομικής αδείας, την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και την επίβλεψη της όλης κατασκευής του πρώτου ορόφου και στον δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα), υιό του πρώτου και επίσης πολιτικό μηχανικό, την εκπόνηση της μελέτης και την επίβλεψη της κατασκευής του φέροντος οργανισμού του εν λόγω διαμερίσματος.

Εκδόθηκε η σχετική με αρ. ...1996 οικοδομική άδεια της Δ/νσης Πολεοδομίας Αιγάλεω και το Σεπτέμβριο του 1997 ο πρώτος ενάγων ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο(μη διάδικο στην παρούσα δίκη) τις εργασίες κατασκευής του φέροντος οργανισμού και του μπετόν, σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες των ως άνω επιβλεπόντων μηχανικών.

Στη συνέχεια το Μάιο του 1988 ο ενάγων ανέθεσε στους τέταρτο και πέμπτο εναγομένους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη) τις εργασίες κατασκευής των επιχρισμάτων. Μεσολάβησε ένα χρονικό διάστημα περίπου τεσσάρων ετών, κατά το οποίο σταμάτησαν οι οικοδομικές εργασίες λόγω έλλειψης χρημάτων του α’ ενάγοντος και τελικά, το Σεπτέμβριο του έτους 2004 ολοκληρώθηκε η κατασκευή - προσθήκη α ορόφου και στο διαμέρισμα αυτό εγκαταστάθηκαν οι ενάγοντες.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι στις 19-6-2007 αποκολλήθηκε και κατέπεσε ένα μέρος των επιχρισμάτων-σοβάδων της οροφής του σαλονιού του διαμερίσματος του α’ ορόφου, με συνέπεια να τραυματιστεί η β1 ενάγουσα,(ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) υποστάσα εκτεταμένες εκδορές και μεγάλο αιμάτωμα της δεξιάς κνήμης, καθώς και αιμάτωμα περιοχής αριστερού ισχύου......Κατόπιν δε της από 13-7-2007 αιτήσεως του α’ ενάγοντα προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, ο διορισμένος απ’ αυτό πραγματογνώμονας Πολιτικός Μηχανικός Ν.

Τ. συνέταξε την από 2-8- 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία συνετάγη μετά από αυτοψία που έγινε στο διαμέρισμα στις 26-7-2007, στην οποία παρευρέθηκαν ο α1 ενάγων και ο ε’ εναγόμενος, συνοδεύεται από σχετικές φωτογραφίες, έλαβε δε υπόψη του τις απόψεις και τα έγγραφα υπομνήματα των εναγομένων. Κατόπιν της αυτοψίας και των δοκιμών με μηχανικά μέσα που έγιναν σε ολόκληρο το διαμέρισμα, στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι:

α) υπάρχει απομείωση ιδίως του κύριου οπλισμού, β) κατά την κρούση αποσπώνται τμήματα του κύριου οπλισμού και του περιβάλλοντος ενανθρακωμένου σκυροδέματος, γ) το πάχος των επικαλύψεων του οπλισμού είναι μικρό, από 0,5 έως 1 cm και δ) το πεταχτό κονίαμα σοβά δεν είναι ποιοτικά και ποσοτικά επαρκές. Αποφαίνεται δε ο πραγματογνώμονας ότι η τμηματική πτώση των επιχρισμάτων και η αποκάλυψη και οξείδωση της πλάκας οροφής του διαμερίσματος οφείλονται στο φαινόμενο της ενανθράκωσης του σκυροδέματος, το οποίο συντελείται λόγω:

α) της κακής συμπύκνωσης του σκυροδέματος, β) του μικρού πάχους επικάλυψης του οπλισμού, υπολειπομένου τουλάχιστον κατά το ήμισυ της ελάχιστης τιμής, γ) της κακής ποιότητας της επικάλυψης του οπλισμού (μη επαρκής δόνηση του μπετόν με χρήση κατάλληλου ρευστοποιητή), δ) του αυξημένου πορώδους του σκυροδέματος (προσθήκη νερού κατά τη σκυροδέτηση, με αποτέλεσμα ο λόγος νερού/τσιμέντου να υπερβαίνει την τιμή 0,50), ε) της μειωμένης περιεκτικότητας του μπετόν σε τσιμέντο, στ) της, από οποιαδήποτε αιτία και προέλευση, εισερχόμενης υγρασίας στη μάζα του μπετόν.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί έλλειψης οιασδήποτε κακοτεχνίας επί της οροφής του διαμερίσματος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ελλείψεως υπαιτιότητας αυτών, δεδομένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος της προαναφερόμενης ενανθράκωσης του σκυροδέματος είναι ο α’ ενάγων, εξαιτίας της υγρασίας που συγκεντρώθηκε από την έλλειψη μόνωσης της ταράτσας για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς καταρρίπτεται από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αναφέρει ότι δεν υπάρχουν ίχνη από διαρροές νερού και από συμπύκνωση υδρατμών στις οροφές του διαμερίσματος.

Με το πόρισμα της εν λόγω έκθεσης συμφωνεί και η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων μηχανικού Γ. Χ., ενώ δεν μπορεί να αναιρέσει την κρίση του Δικαστηρίου ούτε η ένορκη κατάθεση και η από 30-9-2009 τεχνική έκθεση του μηχανικού και μάρτυρα των α’ , β’ εναγομένων Ν. Π., ούτε το προσκομιζόμενο από τους δ’ , ε’ εναγομένους από 25-1 1-2009 τεχνικό υπόμνημα του μηχανικού Κ.

Σ., καθόσον ουδείς εξ αυτών επισκέφθηκε το επίδικο διαμέρισμα πριν τη σύνταξη τους, ώστε οι απόψεις τους να τεκμηριώνεται από σχετική αυτοψία του χώρου. Αποδείχθηκε επίσης ότι τα ως άνω ελαττώματα δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν από τον α’ ενάγοντα με την ολοκλήρωση της κατασκευής του διαμερίσματος και την εγκατάσταση του σ’ αυτό, ούτε ότι αυτός έχει οποιοδήποτε ποσοστό συνυπαιτιότητας για το γεγονός της αποκόλλησης των σοφάδων του σαλονιού του διαμερίσματος, μη εφαρμοζόμενης εν προκειμένω ούτε της διατάξεως του άρθρου 925 ΑΚ.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ως άνω ζημία του πρώτου, καθώς και ο τραυματισμός της δεύτερης των εναγόντων οφείλονται σε συγκλίνουσα αμέλεια όλων των εναγομένων....εκάστη "ομάδα" των οποίων προσπαθεί να επιρρίψει τις ευθύνες στους λοιπούς. Ειδικότερα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν αναλάβει τις μελέτες και την επίβλεψη της κατασκευής του έργου, λόγω έλλειψης της προσοχής, την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψαν να ελέγξουν την ορθή τοποθέτηση του οπλισμού (την καθαρότητα, την ευστάθεια, την ακεραιότητα, τη γεωμετρία των ράβδων, την επάρκεια των επικαλύψεων πριν αρχίσει η σκυροδέτηση, ενώ κατά τη διάρκεια της σκυροδέτησης, παρέλειψαν να ελέγξουν την ποιότητα και την ορθή συμπύκνωση του μπετόν.".Στη συνέχεια, το Εφετείο αφού εκθέτει την αμέλεια των λοιπών εναγομένων, η οποία συνετέλεσε στην αποκόλληση και πτώση των επιχρισμάτων-σοβάδων, συνεχίζει:"Η ανωτέρω κακότεχνη και αμελής συμπεριφορά των εναγομένων, είχε ως συνέπεια την επέλευση ζημίας στον πρώτο και τον τραυματισμό της δεύτερης των εναγόντων, γεγονότα με τα οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια.

Να σημειωθεί μάλιστα ότι οι εναγόμενοι, σε συζητήσεις που είχαν με τον πραγματογνώμονα του Τ.Ε.Ε Ν. Τ., είχαν αποδεχθεί τις παραπάνω κακοτεχνίες και ειδικότερα ο α’ εναγόμενος ότι χρησιμοποιήθηκε ασβέστης στην κατασκευή του πεταχτού σοβά και ότι δεν υπήρχαν καλές επικαλύψεις οπλισμών, ο β’ εναγόμενος ανέφερε ότι τα επιχρίσματα είναι ελαττωματικά, ο γ’ εναγόμενος δήλωσε ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό και οφείλεται σε λάθη των μηχανικών, του ίδιου ως κατασκευαστή σκυροδέματος και του κατασκευαστή των επιχρισμάτων, ενώ ο ε’ εναγόμενος ανέφερε ότι το πρόβλημα της διάβρωσης του οπλισμού οφείλεται στις μικρές επικαλύψεις του μπετόν.".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 24-4-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων ,στους οποίους υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες καθέναν εις ολόκληρον να καταβάλουν ως αποζημίωση της ζημίας που υπέστησαν από την και από αμέλεια τους, πτώση των επιχρισμάτων της οροφής του διαμερίσματός, τα ποσά των 30.856,70 στον πρώτο( συμπεριλαμβανομένης και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης) και 6.000 στην δεύτερη, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, α) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρον 914.297,298,330β,ΑΚ,εφόσον η παράλειψη των αναιρεσειόντων να ελέγξουν την ορθή τοποθέτηση του οπλισμού πριν την έναρξη της σκυροδέτησης της οροφής του διαμερίσματος ,όπως και η παράλειψη τους να ελέγξουν, κατά τη διάρκεια αυτής την ποιότητα και την ορθή συμπύκνωση του μπετόν, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποτελούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσφορή αιτία για την από αμέλεια και αυτών αποκόλληση και πτώση των επιχρισμάτων-σοβάδων της οροφής και β) ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού επίσης δικαίου του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παραδοχή της μη απόδειξης ύπαρξης ιχνών από διαρροές νερού και από συμπύκνωση υδρατμών στις οροφές του διαμερίσματος, όπως επίσης αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικαιολογεί την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων, συνισταμένη στην από αμέλεια και αυτών ύπαρξη υγρασίας που συνετέλεσε στην αποκόλληση και πτώση των οικοδομικών υλικών.

Από τις ίδιες προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, των οποίων ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής τους καθίσταται εφικτός.

Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, για πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ,είναι αβάσιμα. Επισημαίνεται, ότι είναι σαφής η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποδιδόμενης με την προσβαλλόμενη απόφαση αμέλειας στους αναιρεσείοντες, η οποία εντοπίζεται στις αναφερόμενες σ’ αυτή παραλείψεις των οφειλομένων ελέγχων, κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες ενεργειών στις οποίες όφειλαν οι τελευταίοι ως πολιτικοί μηχανικοί να προβούν ,μόνο κατά το στάδιο της κατασκευής του σκυροδέματος και οπτοπλινθοδομών του πρώτου ορόφου της οικοδομής, οι οποίες εκτελέστηκαν και ολοκληρώθηκαν υπό την επίβλεψη τους, (όπως και δεν αμφισβητούν ) και οι οποίες συνέβαλαν στο ζημιογόνο αποτέλεσμα της πτώσης των οικοδομικών υλικών.

Αντίθετα, δεν υφίσταται παραδοχή της απόφασης του Εφετείου, η οποία να συνδέει δική τους αμέλεια με τις οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν στην ίδια οικοδομή , στη συνέχεια ,από τους λοιπούς εναγόμενους με την αγωγή των αναιρεσιβλήτων(και μη διαδίκων στην παρούσα δίκη).Επομένως, οι ειδικότερες αιτιάσεις, των ίδιων λόγων της κρινόμενης αίτησης ,με τις οποίες οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559αριθμ.1 και 19ΚΠολΔ,διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, πάρε βίασε τις ίδιες προαναφερόμενες διατάξεις όπως και αυτές των άρθρων 338,341 και 342 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, δοθέντος ότι "μετά τη κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα ,των οπτοπλινθοδομών ...αποχώρησαν από το έργο ως επιβλέποντες μηχανικοί και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων πραγματοποίησε με δική του ευθύνη, χωρίς την έκδοση οικοδομικής άδειας και ορισμό επιβλέποντος μηχανικού τις υπολειπόμενες εργασίες", είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως κατά πρωτόδικης απόφασης.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εκ του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε τον προταθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός δεν είναι πράγμα, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ή είναι επουσιώδης, όπως είναι και ο αλυσιτελής ισχυρισμός (ΑΠ621/2004).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.8β,μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της έφεσης της με τον οποίο παρεπονούντο διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων τους εξέλαβε ως εκτελεστές του όλου έργου της κατασκευής του διαμερίσματος, ενώ δεν έλαβε υπόψη ότι μετά την αποπεράτωση του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του διαμερίσματος και της τοποθέτησης της προβλεπόμενης θερμομόνωσης εντός των εξωτερικών τοίχων αυτής, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την μακροχρόνια διακοπή των εργασιών και την θεώρηση της άδειας του λόγω περαίωσης των ανωτέρω οικοδομικών εργασιών.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον το περιεχόμενο του ανωτέρω λόγου της έφεσης δεν είναι πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ,αλλά αρνητικός της αγωγής αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμός ,επιπλέον δε είναι και αλυσιτελής ,μη έχων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,η οποία δεν αφορά την αμέλεια των αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα μετά τη περαίωση της σκυροδέτησης.

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση ,οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έδωσε την πλήρη αποδεικτική δύναμη στα ακόλουθα δημόσια έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου ,με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένσταση οικείου πταίσματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία είχαν προβάλει με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις τους και είχαν επαναφέρει με το δικόγραφο της έφεσης τους,ήτοι:1)στην ...1996 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αιγάλεω στην οποία περιλαμβάνονται, η από 19-12-1997 υπεύθυνη δήλωση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της εργασιακής του σχέσης με τους αναιρεσείοντες και η ανάληψη από τον ίδιο της περαιτέρω ευθύνης για κάθε περαιτέρω εργασία, στην οποία περιλαμβάνεται η από 11-12-1997 τεχνική έκθεση του πρώτου των αναιρεσειόντων, και οι από 12-12-1997 υπεύθυνες δηλώσεις του ιδίου με την οποία βεβαιώνεται η αποπεράτωση της οικοδομής σύμφωνα με τις τεχνικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις και ότι για τις υπόλοιπες εργασίες απαιτείται νέα άδεια όταν θα εκτελεστούν, 2) στην εγκριθείσα από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Αιγάλεω υπεύθυνη δήλωση μελετητού και επιβλέποντος μηχανικού των στατικών έργων,3)στο από 5-3-1995 "ξηλότυπο προσθήκης Α ορόφου και δώματος" που εκπόνησε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων,4)στο απόσπασμα της εγκριθείσας μελέτης στατικών που εκπόνησε ο τελευταίος και 5)στο αντίγραφο της "πινακίδας παρακολουθήσεως οικοδομικού ή τεχνικού έργου"που τήρησε του Υποκατάστημα ΙΚΑ Χαϊδαρίου .Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον, εκτός του ότι τα ανωτέρω έγγραφα δεν είναι δημόσια, από το προεκτεθέν περιεχόμενο τους προκύπτει ,ότι αυτό δεν είναι πρόσφορο για την απόδειξη του επικαλούμενου συντρέχοντος πταίσματος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων είτε προσέδιδε το Εφετείο, είτε δεν προσέδιδε πλήρη αποδεικτική δύναμη σ’ αυτά.

Επισημαίνεται δε, ότι την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του τελευταίου ,συνισταμένη στην από υπαιτιότητα του έκθεση της πλάκας σε υγρασία, όπως εκτίθεται στις από 8-12-2011 προτάσεις των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν την επανέφεραν κατά τρόπο συγκεκριμένο με το δικόγραφο της από 21-5-2012 έφεσης τους οι τελευταίοι, όπως όφειλαν, για να καταστεί αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης(ΑΠ279/2015) και ως εκ περισσού η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σχετική παραδοχή γι’ αυτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο(ΟλΑΠ2/2008).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ).Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης τους οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.11γΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα ,δεν έλαβε υπόψη ,καίτοι είχαν νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει, 1) όλα τα αναφερόμενα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης ,έγγραφα, 2)την από 30-9-2009 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.

Π. και 3) την ένορκη κατάθεση του Ν. Π.,ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος όσον αφορά τα με αριθμό 1 έγγραφα, διότι είναι αντιφατικός έναντι του τέταρτου λόγου με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,διότι το Εφετείο (λαμβάνοντας τα υπόψη) δεν προσέδωσε στα ίδια έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που έχουν (σχ.ΑΠ579/2007).

Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, όσον αφορά τα με αριθμούς 2 και 3 αποδεικτικά στοιχεία, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ,ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων...και Ν. Π." σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα ανωτέρω, αναφέροντας μάλιστα ειδικά την ανωτέρω ένορκη κατάθεση ,όπως και την από 30-9-2009 τεχνική έκθεση .Η περιεχόμενη στον λόγο αυτό αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση της από 2-8-2007 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Ν.Τ., είναι απαράδεκτη ,αφού πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι κατ’ εσφαλμένη κρίση δέχθηκε, ότι το από 29-4-2013 έγγραφο της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αιγάλεω απαραδέκτως προσκομίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του και ότι η παράλειψη προσκόμισης του από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οφειλόταν σε βαρειά αμέλεια αυτών ,με αποτέλεσμα να μη το λάβει υπόψη. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον η κρίση του Εφετείο για τη μη λήψη υπόψη του ανωτέρω αποδεικτικού στοιχείου που για πρώτη φορά προσκομίστηκε ενώπιόν του, κατ’ άρθρ. 529 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ175/2017). Επομένως, το Εφετείο, μετά την ανωτέρω παραδοχή, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, μη λαμβάνοντας το υπόψη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495παρ.4ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, ως ηττηθέντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (αρθρ.176,183ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Ιουνίου 2016 αίτηση των Ι. Π. και Π. Π. για αναίρεση της 1943/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ