Legislator Case Law & Legislation
1521/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank check fraud verdict, overturning lower court's dismissal of stolen check claim.

Case Number 1521/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment dismissing a claim for damages based on a stolen bank check. The heirs of the original plaintiff argued that the lower court incorrectly rejected evidence of theft and misinterpreted the check's back-dated endorsements. The court found the lower court's reasoning insufficient to support its dismissal of the theft allegation and the resulting liability of the check holder.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 of the Civil Code; Article 1 of Law 1325/1972: A court's rejection of a claim for damages due to a stolen check is reversible if the appellate court finds the lower court failed to adequately consider evidence of theft or misinterpreted the check's endorsement history regarding the holder's legal status.

Keywords

AI generated
bank check fraud stolen negotiable instrument back-dated endorsements civil liability appellate review standard unjust enrichment damages for theft

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 1 of Law 1325/1972
Article 15, paragraph 3 of Law 3472/2006
Article 286, paragraph a' of the Code of Civil Procedure
Article 287 of the Code of Civil Procedure
Article 290 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1521/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., Νομού Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος απεβίωσε την 7ην Φεβρουαρίου 2014, την δίκη του οποίου συνεχίζουν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού οι, Π. χα Α. Ζ., το γένος Γ. Ν. και Δ. Ζ. του Α., αμφότεροι κάτοικοι ... , Νομού Αιτωλοακαρνανίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κρανιδιώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "D.C. CARS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ-ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΣΚΑΦΩΝ & ΕΙΔΩΝ ΕΠΙΠΛΩΣΕΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "D.C. CARS Α.Ε.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιουλίου 2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/2012 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 58/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος Αθανασίου Ζωγράφου με την από 13 Νοεμβρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αριστείδης Πελεκάνος, ανέγνωσε την από 24 Μαρτίου 2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 58/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Επίσης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 1325/1972, η οποία θεσπίστηκε για την προστασία και του ιδιωτικού συμφέροντος, τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται σ' αυτό όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα και γνωρίζει ότι δεν υπάρχει κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής διαθέσιμο αντίκρισμα για την πληρωμή της.

Ενώ, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3472/2006, ο εξ αναγωγής υπόχρεος που εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της δικαιούται να λάβει αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ για τις αδικοπραξίες. Από τις διατάξεις αυτές και τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ.

ΑΚ προκύπτει ότι όποιος εκδίδει ακάλυπτη επιταγή και ζημιώνει με αυτόν τον τρόπο παράνομα και υπαίτια άλλον έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Η αδικοπρακτική αξίωση συρρέει με την αξίωση από την επιταγή (άρθρα 40-47 ν.5960/1933) και απόκειται στον δικαιούχο να επιλέξει ποια από τις δύο αξιώσεις θα ασκήσει. Δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης είναι, όχι μόνο ο τελευταίος κομιστής, δηλαδή ο νόμιμος κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο εμφάνισης της για πληρωμή, αλλά και κάθε υπογραφέας που, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, πλήρωσε την επιταγή και έγινε ξανά νόμιμος κομιστής αυτής, αφού αυτός βαρύνεται τελικά με τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η οποία ζημία προκαλείται από την παράνομη πράξη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής και συνδέεται αιτιωδώς με αυτή (Ολ.ΑΠ 24/2007).

Κατά το άρθρο 19 εδαφ. α' του ν. 5960/1933, ο κάτοχος οπισθογραφήσιμης επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής αυτής, αν στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, ακόμη και αν η τελευταία από αυτές είναι λευκή οπισθογράφηση, ενώ κατά το εδαφ. γ' του ίδιου άρθρου, όταν η λευκή οπισθογράφηση ακολουθείται από άλλη οπισθογράφηση, ο υπογραφέας αυτής (της τελευταίας) θεωρείται ότι απέκτησε την επιταγή με τη λευκή οπισθογράφηση.

Κατά το άρθρο 16 εδαφ.β' και γ του ν. 5960/1933, η οπισθογράφηση μπορεί να μη σημειώνει τον δικαιούχο ή να συνίσταται απλώς στην υπογραφή του οπισθογράφου (λευκή οπισθογράφηση), οπότε στην τελευταία περίπτωση, για να είναι έγκυρη η οπισθογράφηση, πρέπει αυτή να σημειώνεται στην πίσω όψη της επιταγής ή σε πρόσθεμα της επιταγής.

Κατά το άρθρο 14 εδαφ. α' και γ' αυτού του νόμου, η επιταγή που εκδόθηκε ως πληρωτέα σε κατονομαζόμενο πρόσωπο μπορεί να μεταβιβαστεί με οπισθογράφηση, η οποία μπορεί να γίνει και υπέρ του εκδότη ή άλλου υπόχρεου από την επιταγή, οι οποίοι μπορούν και πάλι να την οπισθογραφήσουν. Τέλος, κατά το άρθρο 17 του ίδιου νόμου, η οπισθογράφηση μεταβιβάζει όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από την επιταγή και, αν η οπισθογράφηση είναι λευκή, ο κομιστής της επιταγής μπορεί 1) να συμπληρώσει το λευκό είτε με το όνομα του είτε με το όνομα άλλου προσώπου, 2) να οπισθογραφήσει ξανά την επιταγή είτε με λευκή οπισθογράφηση είτε υπέρ συγκεκριμένου άλλου προσώπου (πλήρης οπισθογράφηση) και 3) να παραδώσει την επιταγή σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να συμπληρώσει το λευκό και χωρίς να την οπισθογραφήσει.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η μεταβίβαση των δικαιωμάτων από την επιταγή προϋποθέτει οπισθογράφηση του προσώπου που κατονομάζεται σ'αυτή ως δικαιούχος, δηλαδή του λήπτη ή του κομιστή από οπισθογράφηση της επιταγής, ενώ η απλή παράδοση της επιταγής σε τρίτον χωρίς οπισθογράφηση επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα μόνο εφόσον γίνεται από τον κομιστή που την απέκτησε με λευκή οπισθογράφηση, δηλαδή με οπισθογράφηση που έγινε με μόνη την υπογραφή του οπισθογράφου (και όχι από τον κομιστή που απέκτησε την επιταγή με πλήρη οπισθογράφηση ή από πρόσωπο που απέκτησε την κατοχή της με άλλον τρόπο).

Εξάλλου, αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, κατά την έννοια του νόμου, αποτελεί η αλληλουχία των υπογραφών, η οποία δεν υπάρχει όταν την οπισθογράφηση με σημείωση του δικαιούχου ακολουθεί οπισθογράφηση άλλου προσώπου, δηλαδή χωρίς να παρεμβάλλεται η υπογραφή του προσώπου που σημειώνεται ως δικαιούχος στην αμέσως προηγούμενη πλήρη οπισθογράφηση.

Επίσης δεν υπάρχει αδιάκοπη και νόμιμη σειρά οπισθογραφήσεων όταν η πλήρης οπισθογράφηση ακολουθείται από μεταβίβαση της επιταγής με απλή παράδοση από αυτόν που σημειώνεται ως δικαιούχος στην πλήρη οπισθογράφηση προς άλλον, ο οποίος στη συνέχεια μεταβιβάζει την επιταγή προς τρίτον με πλήρη ή λευκή οπισθογράφηση (ΑΠ 172/2002).

Περαιτέρω, με την οπισθογράφηση, η οποία είναι πάντοτε έγγραφη με συστατικό χαρακτήρα, και με τη συνακόλουθη παράδοση της επιταγής ως πράγματος, ο εκάστοτε νέος νόμιμος κομιστής αποκτά με παράγωγο τρόπο την προσδοκία να εισπράξει την αξία της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα (κατά σχετική εξουσιοδότηση του εκδότη προς τον λήπτη και κάθε μεταγενέστερο νόμιμο κομιστή, που αυτή περιέχει) και το αυτοτελές αναγωγικό - εγγυητικό δικαίωμα του άρθρου 44 ν. 5960/1933 για πληρωμή εις ολόκληρο της επιταγής κατά του εκδότη και όλων των προηγουμένων (του νέου κομιστή) υπογραφέων, οι οποίοι μπορούν να προβάλλουν προσωπικές ενστάσεις τους κατά προγενεστέρων αυτών κομιστών μόνο υπό τους όρους του άρθρου 22 ν. 5960/1933.

Επίσης, κατά το άρθρο 10 ν. 5960/1933 που καθιερώνει την αρχή της αυτοτέλειας των υπογραφών, κάθε υπογραφέας ευθύνεται από έγκυρη επιταγή έναντι του νόμιμου κομιστή επιταγής, ο οποίος στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά τυπικά ισχυρών οπισθογραφήσεων, άσχετα από το αν ευθύνονται ή όχι οι λοιποί υπογραφείς για οποιονδήποτε λόγο (ανικανότητα υπογραφέα, πλαστότητα υπογραφής κλπ.), ενώ, κατά το άρθρο 21 v.5960/l933, η ένσταση κλοπής (χωρίς πλαστογράφηση) της επιταγής δεν προτείνεται κατά του νόμιμου κομιστή, που θεμελιώνει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων κατά το άρθρο 19, εκτός αν την απέκτησε με κακή πίστη ή αν κατά την απόκτηση της διέπραξε βαρύ πταίσμα.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η επιταγή είναι τυπικό αξιόγραφο για τη δημιουργία και τη διατήρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από αυτή καττνβψει του ότι το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 είναι ατελής ή μη αυτοτελής νομικός κανόνας, του οποίου το περιεχόμενο ως προς τις ουσιώδεις νομικές έννοιες (εκδότης, κομιστής, μη πληρωμή κλπ.) λαμβάνεται και προσδιορίζεται σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες λοιπές διατάξεις του ν. 5.960/1933, για τη θεμελίωση, αξίωσης αδικοπρακτικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 79 παρ.1 και 914 επ.ΑΚ, απαιτείται να συντρέχουν α) τυπικά έγκυρη επιταγή (άρθρα 1 και 2), β) εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή και βεβαίωση μη πληρωμής με έναν από τους προβλεπόμενους τυπικούς τρόπους, για τη διατήρηση των δικαιωμάτων του κομιστή από την επιταγή (άρθρα 40-41 -43-48) γ) παράνομη πράξη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής, στοιχείο που λαμβάνεται από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1, η οποία ποινικοποίησε τη σχετική πράξη, προστατεύοντας (εκτός από το δημόσιο συμφέρον προστασίας της αξιοπιστίας της επιταγής ως μέσου πληρωμής) και το σχετικό έννομο συμφέρον του νόμιμου κομιστή και χωρίς την οποία θα υπήρχε μόνο παράβαση ενοχικής υποχρέωσης, δ)παράνομη ζημία του νόμιμου κομιστή, που συνίσταται στη μείωση του ενεργητικού αυτού από τη ματαίωση του δικαιώματος προσδοκίας για είσπραξη της επιταγής και από την παράνομη προσβολή του αντίστοιχου εννόμου συμφέροντός του, ε) υπαιτιότητα (δόλος) του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής ως προς τη μη ύπαρξη διαθέσιμου αντικρίσματος και στ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης πράξης και ζημίας.

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι, αν ο τελευταίος κομιστής δεν απέκτησε την επιταγή με αδιάκοπη και νόμιμη σειρά τυπικά ισχυρών οπισθογραφήσεων (η τυχόν ουσιαστική ακυρότητα της οπισθογράφησης δεν θίγει την αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων), δεν γίνεται δικαιούχος των απαιτήσεων από το αξιόγραφό της και δεν αποκτά αναγωγικό -εγγυητικό δικαίωμα για πληρωμή αυτής κατά του εκδότη και των λοιπών προγενεστέρων αυτού υπογραφέων, ούτε το προστατευόμενο (από το άρθρο 79 παρ. 1) έννομο συμφέρον για είσπραξη της αξίας της από την πληρώτρια τράπεζα και δεν υφίσταται αδικοπρακτική ζημία από την παράνομη έκδοση και τη μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, η οποία ζημία έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι μειώνεται το ενεργητικό της περιουσίας του νόμιμου κομιστή από την παράνομη προσβολή του προστατευόμενου εννόμου συμφέροντός του για είσπραξη της επιταγής.

Επίσης ο προγενέστερος υπογραφέας του τελευταίου κομιστή και εξ αναγωγής κομιστής, της επιταγής, που δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρίσματος, δεν αποκτά αξίωση αδικοπρακτικής αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του ν. 5960/1933 (υπό το ισχύον καθεστώς πριν και μετά τον ν. 3472/2006) και των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, η οποία προϋποθέτει, εκτός από την πληρωμή και την ανάκτηση της επιταγής, ότι αυτός ήταν, κατά τις οικείες διατάξεις του ν. 5960/1933, αναγωγικά υπόχρεος για την πληρωμή της επιταγής έναντι του τελευταίου κομιστή, στοιχείο που δεν συντρέχει αν ο τελευταίος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής, στον οποίο πληρώθηκε η επιταγή, δεν την είχε αποκτήσει νόμιμα με αδιάκοπη σειρά τυπικά ισχυρών οπισθογραφήσεων.

Συνακολούθως, με μόνη την οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής προς αυτόν, δε νομιμοποιείται ο τελευταίος κομιστής ως δικαιούχος της επιταγής, ούτε ως δικαιούχος απαίτησης αδικοπρακτικής αποζημίωσης από τη μη πληρωμή της ελλείψει διαθέσιμου αντικρίσματος του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα, εφόσον δεν συντρέχει και το στοιχείο της αδιάκοπης σειράς τυπικά ισχυρών οπισθογραφήσεων.

Το ίδιο ισχύει και όταν ο τελευταίος κομιστής, αφού οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου σε τράπεζα την επιταγή, που εμφανίστηκε για πληρωμή και σφραγίστηκε σύννομα από αυτή, πλήρωσε τη αξία της και έγινε ξανά κομιστής, ο οποίος (ενεχυράζων οφειλέτης), με μόνη την πληρωμή και την ανάκτηση της επιταγής, δεν γίνεται νόμιμος κομιστής αυτής, ούτε δικαιούχος αξίωσης για αδικοπρακτική αποζημίωση κατά του εκδότη, εάν δεν συντρέχει έως αυτόν αδιάκοπη σειρά τυπικά ισχυρών οπισθογραφήσεων, κατά το άρθρο 19 ν. 5960/1933, το οποίο έχει εφαρμογή και κατά την ανάστροφη κυκλοφορία της επιταγής.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 3/97 και 13/95).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, κρίνοντας την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ως νόμιμη κομίστρια της ένδικης τραπεζικής επιταγής και ως δικαιούχο αδικοπρακτικής αποζημίωσης σε βάρος του εναγόμενου - εκδότη και λήπτη αυτής, παρότι δεν δέχτηκε προηγουμένως και δεν διέλαβε κρίση ότι οι κάτοχοι αυτής Χ.

Γ. και Κ. Σ. (οι οποίοι την οπισθογράφησαν στην αναιρεσίβλητη και εκείνη την οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος, η οποία εμφάνισε εμπρόθεσμα και σφράγισε νόμιμα, ελλείψει αντικρίσματος, την επιταγή, που τελικά πληρώθηκε και ανακτήθηκε από την αναιρεσίβλητη) είχαν γίνει νόμιμοι κομιστές της επιταγής με οπισθογράφηση προς αυτούς από τον εναγόμενο ή με απλή παράδοση της επιταγής από άλλον κομιστή, που να την είχε αποκτήσει με λευκή οπισθογράφηση από τον εναγόμενο.

Επίσης με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα αν η αναιρεσίβλητη έγινε νόμιμη δικαιούχος με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων της επιταγής, μη περιγράφοντας τον τρόπο που αυτή περιήλθε στα προαναφερόμενα απρόσωπα, που τη μεταβίβασαν στην αναιρεσίβλητη με οπισθογράφηση, καθώς και αν αυτή έχει υποστεί αδικοπρακτική ζημία από την έκδοση και τη μη πληρωμή της ένδικης ακάλυπτης επιταγής, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει ο αναιρεσείων.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα περιστατικά : "Ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 23-7-2005, πληρωτέα σε διαταγή του ιδίου από την Α.Τ.Ε. Η ανωτέρω επιταγή περιήλθε στην ενάγουσα με οπισθογράφηση από τους Χ.

Γ. και Κ. Σ. για την κάλυψη μέρους του εκ 31.000 ευρώ τιμήματος μεταχειρισμένου αυτοκινήτου που οι τελευταίοι αγόρασαν από την ενάγουσα τον Μάιο του έτους 2005. Την επιταγή αυτή η ενάγουσα (μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην Εμπορική Τράπεζα. Ωστόσο η επιταγή ήταν ακάλυπτη. Η τελευταία κομίστρια αυτής την εμφάνισε εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα στις 25-7-2005 αλλά όπως προκύπτει από τη βεβαίωση των αρμοδίων τραπεζικών υπαλλήλων ο εκδότης τους δεν είχε επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια.

Η έκδοση της επιταγής, το εμπρόθεσμο της εμφανίσεως και η έλλειψη των διαθεσίμων κεφαλαίων δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο. Έτσι η Εμπορική Τράπεζα αξίωσε από την ενάγουσα να της πληρώσει το ποσό της επιταγής (15.000 ευρώ), της οποίας ήταν νόμιμη κομίστρια. Πράγματι η ενάγουσα την ικανοποίησε γιατί δεν ήθελε να διαταράξει τις καλές συναλλακτικές σχέσεις τους και ανέκτησε την επιταγή.

Εξ αιτίας της παράνομης αυτής πράξης του εναγομένου, δηλαδή να εκδώσει επιταγή εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή της στο λογαριασμό της πληρώτριας τράπεζας τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής, η ενάγουσα υπέστη ζημία ίση με την αξία της επιταγής, την οποία αναγκάσθηκε να την πληρώσει η ίδια ως εξ αναγωγής υπόχρεη.

Η ζημία της ανέρχεται σε 15.000 ευρώ και γι'αυτό δικαιούται ισόποση αποζημίωση. Ισχυρίζεται βέβαια ο εναγόμενος, αρνούμενος την υπαιτιότητα του, ότι την επιταγή αυτή εξέδωσε σε διαταγή του ιδίου, την παρέδωσε στο γιό του και ο τελευταίος στο Γ. Π., από τον οποίο και εκλάπη, πλαστογραφήθηκε και στη συνέχεια τέθηκε σε κυκλοφορία.

Ο ισχυρισμός του όμως αυτός που κατά τα προαναφερόμενα συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Και ναι μεν κατέθεσε περί των ανωτέρω στο ακροατήριο εξεταζόμενος ως μάρτυρας ο γιος του εναγομένου, πλην όμως η κατάθεσή του δεν κρίνεται πειστική διότι δεν εξηγεί για ποιο λόγο ο εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή, για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο τη μεταβίβασε σε αυτόν (γιό του), για ποιο λόγο και με ποιο τρόπο αυτός στη συνέχεια τη μεταβίβασε στον τρίτο Γ.

Π. και το κυριότερο γιατί ο εναγόμενος, πληροφορηθείς την κλοπή της επιταγής, δεν προέβη, ως εκδότης αυτής, στις νόμιμες ενέργειες (π.χ. δήλωση απώλειας στην πληρώτρια τράπεζα, κήρυξη αξιόγραφου ως ανίσχυρου)." Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένδικη επιταγή εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα -εναγόμενο σε διαταγή του, ότι αυτή περιήλθε στους Χ.

Γ. και Κ. Σ., οι οποίοι τη μεταβίβασαν με (λευκή) οπισθογράφηση στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα για κάλυψη τμήματος από αγορά αυτοκινήτου, ότι αυτή μεταβίβασε με (πλήρη) οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου την επιταγή στην Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος, η οποία την εμφάνισε εμπρόθεσμα για πληρωμή και τη σφράγισε ελλείψει αντικρίσματος και ότι η αναιρεσίβλητη πλήρωσε τελικά η ίδια την ακάλυπτη επιταγή και έγινε ξανά κομίστρια αυτής.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ενάγουσα ήταν νόμιμη δικαιούχος της επιταγής, καθώς και ότι συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης, δέχτηκε την αγωγή και επιδίκασε εντόκως στην ενάγουσα ισόποση αποζημίωση με την αξία της επιταγής. Με την κρίση αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις του ν. 5960/1933 και του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού οι συγκεκριμένες εφετειακές παραδοχές, ότι η επίμαχη οπισθογραφήσιμη επιταγή εκδόθηκε σε διαταγή του εναγόμενου και περιήλθε στην ενάγουσα με οπισθογράφηση από τους Χ.

Γ. και Κ. Σ., χωρίς να έχει προηγουμένως οπισθογραφηθεί από τον εναγόμενο, δεν θεμελιώνουν αδιάκοπη και νόμιμη σειρά τυπικά ισχυρών οπισθογραφησεων από τον αναιρεσείοντα - λήπτη και αρχικό δικαιούχο αυτής μέχρι την αναιρεσίβλητη και την τελευταία κομίστρια, λόγω ενεχύρου, Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος και σύννομη απόκτηση από αυτές των αντιστοίχων δικαιωμάτων από την επιταγή και του προστατευόμενου εννόμου συμφέροντος για είσπραξη της αξίας της.

Σημειώνεται δε ότι ενδεχόμενη περιέλευση με απλή παράδοση της επιταγής στα παραπάνω πρόσωπα από τρίτον κομιστή αυτής θα θεμελίωνε αδιάκοπη και νόμιμη σειρά οπισθογραφήσεων μόνο αν είχε προηγηθεί λευκή οπισθογράφηση του αναιρεσείοντος, ως εκδότη και συγχρόνως λήπτη της επιταγής, προς τον τελευταίο (τρίτο κομιστή), πράγμα που δεν δέχεται η εφετειακή απόφαση, ούτε επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη στην αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της τελευταίας.

Χωρίς τις προαναφερόμενες ουσιώδεις παραδοχές, ούτε η αναιρεσίβλητη μπορούσε να έχει γίνει νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος των απαιτήσεων από την ένδικη επιταγή με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων και αρχική εκείνη του αναιρεσείοντος, ώστε να υποστεί αδικοπρακτική ζημία από την παράνομη προσβολή του σχετικού εννόμου συμφέροντος του νομίμου κομιστή για πληρωμή της επιταγής, ούτε η αμέσως επόμενη κομίστρια και ενεχυρούχος δανείστρια τράπεζα μπορούσε να είχε δικαίωμα εμφάνισης, κατά το άρθρο 1255 ΑΚ, της επιταγής για πληρωμή, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή έχει υποστεί ζημία από τη μη πληρωμή της, αλλά ούτε και η αναιρεσίβλητη μπορούσε να ήταν εξ αναγωγής υπόχρεη έναντι της ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας και τελευταίας κομίστριας για την πληρωμή της επιταγής, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) έχει υποστεί την τελική ζημία από την παράνομη έκδοση και μη πληρωμή της επιταγής, την οποία πλήρωσε και ανέκτησε, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη έχει αντίστοιχη αξίωση αδικοπρακτικής αποζημίωσης κατά του αναιρεσείοντος εκδότη, υπό το ισχύον νομικό καθεστώς πριν και μετά τον ν. 3472/2006.

Επομένως και αφού με βεβαιότητα παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις από το δικαστήριο της ουσίας, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ο δε δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκε υπόψη το 1052... αντίγραφο του βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων του Β' Τ.Α. ... της 17ης/5/2005, το οποίο είχε προσκομίσει με επίκληση στο Εφετείο και από το οποίο προκύπτει ότι ο Γ. Π.ς είχε τότε δηλώσει κλοπή της ένδικης επιταγής και άλλων αντικειμένων από την οικία του, με συνέπεια να γίνει εσφαλμένα δεκτό ότι υπάρχει αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων στην επιταγή και να κριθεί η ενάγουσα ως νόμιμη δικαιούχος αυτής. Όμως, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και από ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής, η οποία αναφέρεται ρητά στον ισχυρισμό κλοπής της επιταγής και τον απορρίπτει ως αναπόδεικτο, δεν παραμένουν αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο έγγραφο και το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός του, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης επιταγής, που είχε προσκομιστεί με επίκληση στην εφετειακή δίκη, δεχόμενη ότι από αυτή προκύπτει αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων που καθιστά νόμιμη κομίστρια και δικαιούχο την αναιρεσίβλητη, ενώ από την επιταγή προκύπτει ότι δεν υπάρχει σ' αυτή υπογραφή του αναιρεσείοντος ως οπισθογράφου, ούτε οπισθογράφηση αυτού, ώστε να μπορεί να γίνει νόμιμη περαιτέρω μεταβίβαση της προς οποιονδήποτε και να γίνει η τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτής. Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, επειδή δεν παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το πλήρες περιεχόμενο της επιταγής, αλλά και επειδή αφορά τη νομική αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας ως προς την ύπαρξη αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και το ζήτημα αν η αναιρεσίβλητη έγινε νόμιμη κομίστρια της επιταγής και δικαιούχος αδικοπρακτικής αποζημίωσης, και δεν αφορά (η αιτίαση) διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο της επιταγής, αφού ούτε η απόφαση δέχτηκε ότι υπάρχει στην επιταγή οπισθογράφηση του αναιρεσείοντος ή αλλο ανύπαρκτο σ' αυτή πραγματικό στοιχείο, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται κάτι τέτοιο στο αναιρετήριο.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των κληρονόμων και υποκατάστατων του αναιρεσείοντος στην αναιρετική δίκη, Π. χήρας Α. Ζ. και Δ. Ζ. του Α., οι οποίοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Χρήστου Κρανιδιώτη, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, δήλωσαν βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στις 7/2/2014 και επανάληψη αυτής από τους ίδιους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ. Επίσης πρέπει να αποδοθεί σ' αυτούς το παράβολο, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 58/2013 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχει η δικαστής, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω κληρονόμων και υποκατάστατων του αναιρεσείοντος κατά την αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Διατάσσει να αποδοθεί σ' αυτούς το παράβολο, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ