Legislator Case Law & Legislation
1521/2011 AI generated

1521/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1521/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2016/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες, με την από 13 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1521/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.Π 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1521/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Β. και Ζ. Σ., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε, τη δίκη της οποίας συνεχίζουν οι μοναδικοί εκ διαθήκης συγκληρονόμοι αυτής: α) Ε. θυγ. Γ. Κ., συζ. Α. Σ., κάτοικος ... και β)Κ. θυγ. Γ. Κ., σύζ. Π. Ε., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αλμπανίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Γ. και 2. Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηβασιλειάδη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Νοεμβρίου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2016/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες, με την από 13 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 23 Αυγούστου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, μετά τη γνωστοποίηση του συμβάντος στις 15-12-2010 θανάτου της αναιρεσείουσας Μ. χήρας Γ. Κ. και της εκ του λόγου τούτου βιαίας διακοπής της δίκης, από τη δεύτερη και την τρίτη από τις αναιρεσείουσες, οι οποίες δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, ως μόνες συγκληρονόμοι αυτής, δυνάμει της υπ' αριθμό ... δημοσίας διαθήκης της , η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αρτέμιδος Απ. Αθανασίου και δημοσιεύθηκε με τα υπ' αρ. 49/14-4-2011 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με δήλωση αυτών περί εκουσίας επαναλήψεως της δίκης, η οποία έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη (άρθρα 286 περ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.Π 36/1988, ΑΠ 1186/2009, ΑΠ 1126/2009).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 236/2009, ΑΠ12/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 458 ΑΚ, με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και άλλα παρεπόμενα δικαιώματα, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, χωρίς να απαιτείται, ιδιαίτερη εκχώρηση ή άλλη πράξη. Ως παρεπόμενα δικαιώματα νοούνται εκείνα, τα οποία τελούν σε σχέση εξαρτήσεως προς την εκχωρηθείσα απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της, όπως είναι αυτό της προσβολής των καταδολιευτικών πράξεων του οφειλέτη, ενώ, κατά το άρθρο 460 ΑΚ, ο εκδοχέας δεν αποκτά το δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 220,222,247 και 278 ΑΚ, η πληρεξουσιότητα που δόθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο ανακαλείται μόνο κατά τον ίδιο τύπο. Η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει από τη στιγμή που περατώθηκε η έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται, όπως είναι ιδίως η σύμβαση εντολής, εταιρίας, εργασίας.

Το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μία πράξη ή μία παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Ο δανειστής ή όποιος άλλος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να προτείνει την παραγραφή και αν ακόμη δεν την προτείνει ή παραιτείται από αυτή ο οφειλέτης. Κατά δε το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των επόμενων άρθρων, τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους (ΑΠ1963/2009, ΑΠ/1910/2009, ΑΠ1654/2008).

Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς η αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.

ΑΠ30/1997, Ολομ.ΑΠ28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ1490/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι ο Γ. Κ. και η σύζυγός του Μ., πρώτη εναγομένη, έγιναν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός διαιρετού τμήματος του περιγραφομένου σε αυτή και στην αγωγή ακινήτου, κειμένου στη ....

Με το υπ' αρ. ... προσύμφωνο συμβολαιογράφου Σκύδρας Στεργίου - Βασιλάκη, οι ανωτέρω συγκύριοι Γ. Κ. και Μ. Κ., ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν στον υιό τους και πατέρα των εναγόντων Γ. Κ., την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του άνω διαιρετού τμήματος ακινήτου οικοπέδου και την ψιλή κυριότητα της διώροφης οικίας, ενώ οι ίδιοι παρακράτησαν εφ' όρου ζωής από κοινού την επικαρπία αυτής (οικίας).

Επίσης ορίσθηκε ότι μετά το θάνατο ενός εκ των πωλητών, ο έτερος θα έχει εξ ολοκλήρου και εφόρου ζωής την επικαρπία της άνω οικίας. Ως τίμημα για την πώληση ορίσθηκε το ποσόν των 200.000 δραχμών, το οποίο καταβλήθηκε αυθημερόν. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που οι πωλητές αρνούνταν να συμπράξουν στην κατάρτίση οριστικού συμβολαίου, ο αγοραστής θα είχε δικαίωμα είτε να ζητήσει δικαστικώς, να υποχρεωθούν αυτοί (πωλητές), σε εκτέλεση του άνω προσυμφώνου είτε να προβεί ο ίδιος ο αγοραστής, καθώς και κάθε ειδικός ή γενικός διάδοχος του, στην κατάρτιση του οικείου οριστικού συμβολαίου, με αυτοσύμβαση οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς πρόσκληση των πωλητών και χωρίς τη σύμπραξη τους, δυνάμει αμετάκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας, που θα ίσχυε και για την περίπτωση θανάτου των πωλητών, η εξουσία δε του αγοραστή να καταρτίσει με αυτοσύμβαση το οριστικό συμβόλαιο της πώλησης, συνίσταται αποκλειστικά, σε εκπλήρωση υποχρεώσεως των αντιπροσωπευομένων πωλητών, την οποία ανέλαβαν, με το άνω προσύμφωνο.

Περαιτέρω όρισαν ότι ο πωλητής θα έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει ελεύθερα σε τρίτους τα εκ του προσυμφώνου δικαιώματα του, χωρίς τη συναίνεση ή τη σύμπραξη των πωλητών. Στις ... πέθανε ο Γ. Κ., ο οποίος, με την υπ' αριθμό ... δημόσια διαθήκη του, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Σκύδρας Γεωργίας Δημητρίου - Κεχαγιά και δημοσιεύτηκε νόμιμα, με τα υπ' αριθμ. 182/1997 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, τη σύζυγο του Μάρια Κ., πρώτη εναγομένη, στην οποία κατέλιπε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του, ενώ η τελευταία αποδέχθηκε την κληρονομιά που της καταλείφθηκε, με την υπ' αριθμό ...

δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ειρήνης Γρηγοριάδου Τσορμπατζόγλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Σκύδρας, στον τόμο … και με αύξονα αριθμό …, και έτσι κατέστη κυρία και του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου επί του επιδίκου οικοπέδου, με τα επ' αυτού κτίσματα.

Εν τω μεταξύ ό Γ. Κ., με το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο εκχώρησης δικαιωμάτων, εκ του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Έδεσσας Χριστίνας Δόλγερα, εκχώρησε και μεταβίβασε προς τους ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, όλα τα δικαιώματά του, που απέρρεαν από αυτό (προσύμφωνο), έναντι τιμήματος 1.000.000 δραχμών, συγχρόνως δε τους παρείχε το δικαίωμα να καταρτίσουν το οριστικό συμβόλαιο, σε εκτέλεση του παραπάνω προσυμφώνου συμβολαίου με αυτοσύμβαση, δυνάμει αμετάκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας, που ίσχυε και για την περίπτωση θανάτου του εκχωρητή, την εκχώρηση δε αυτή ανήγγειλε αμέσως προς την πρώτη εναγομένη μητέρα του (άρθρο 460 Α.Κ), προφορικά, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από τις εναγόμενες, συναγόμενης περί τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ομολογίας, κατ' άρθρο 261 Κ.Πολ.Δικ.

Και τούτο, διότι από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των εναγομένων στον πρώτο βαθμό και από το σύνολο των ισχυρισμών τους, δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση του άνω γεγονότος (αναγγελίας), ενόψει μάλιστα και ότι αυτές (εναγόμενες) δεν επικαλούνται γενικά άρνηση της αγωγής (Α.Π.115/2008).Δεδομένης δε και της πολύ στενής συγγενικής σχέσης μεταξύ των προαναφερομένων, οπωσδήποτε ο άνω εκχωρητής, προέβη σε αναγγελία προς αυτήν (πρώτη εναγομένη), της προαναφερόμενης εκχώρησης.

Αντίθετα, προβάλλουν αμφισβήτηση οι εναγόμενες της άνω αναγγελίας με το δικόγραφο της έφεσης και των εγγράφων προτάσεών τους, στον παρόντα δεύτερο βαθμό. Ακόμη δε οι εναγόμενες, για πρώτη φορά στο Εφετείο προβάλλουν την ένσταση παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων, προς κατάρτιση οριστικού συμβολαίου, λόγω παρελεύσεως 20ετίας, ισχυριζόμενες ότι μόλις το έτος 2002 πληροφορήθηκαν από την πρώτη εναγομένη ότι γνωστοποίησε αυτή στους ενάγοντες και στον υιό της, ότι δεν θα προβεί στην κατάρτιση οριστικού συμβολαίου, αφού η αξίωση του υπέπεσε σε παραγραφή.

Ο άνω ισχυρισμός των εναγομένων, παραδεκτά προβάλλεται στο παρόν Δικαστήριο, πλην όμως είναι απορριπτέος, από ουσιαστική άποψη, διότι δεν δικαιολογούν αυτές ( εναγόμενες) , το λόγο για τον οποίον η πρώτη εναγομένη, επέλεξε, το έτος 2002, μετά από παρέλευση 21 ετών από τη σύναψη του επιδίκου προσυμφώνου, να προβεί σε παρόμοια δήλωση προς τους ενάγοντες και τον υιό της, και μάλιστα διατυπώνοντας όρο νομικό, την έννοια του οποίου δεν ήταν δυνατόν να εγνώριζε.

Ακόμη, η πρώτη εναγομένη Μ. Κ., με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της άνω συμβολαιογράφου Ειρήνης Γρηγοριάδου Τσορμπατζόγλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του ίδιου, υποθηκοφυλακείου, στον τόμο … και με αυξ. αριθμό …, του οποίου (συμβολαίου), ζητείται η διάρρηξη, μεταβίβασε στις λοιπές εναγόμενες θυγατέρες της, κατ' ισομοιρίαν, το ανήκον σ' αυτή ποσοστόν 50% εξ αδιαιρέτου, του επιδίκου οικοπέδου, με την επ' αυτού διώροφη οικία, το οποίον η ίδια είχε προσυμφωνήσει να μεταβιβάσει, στο δικαιοπάροχο των εναγόντων.

Οι εναγόμενες συνομολογούν την κατάρτιση των άνω συμβολαίων, πλην όμως ισχυρίζονται ότι το προαναφερόμενο προσύμφωνο ήταν εικονικό και απέκρυπτε προσύμφωνο δωρεάς υπό τρόπον, η οποία ανακλήθηκε το έτος 1994, λόγω του γεγονότος ότι ο δικαιοπάροχος και πατέρας των εναγόντων επέδειξε αχαριστία, προς τους εκ προσυμφώνου δωρητές γονείς του.

Ο άνω ισχυρισμός όμως των εναγομένων, από κανένα στοιχείο αποδεικνύεται. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο παππούς των εναγόντων και πατέρας του δικαιοπαρόχου τους, καθώς και η πρώτη εναγομένη ήθελαν πράγματι να προβούν στην κατάρτιση προσυμφώνου πώλησης και όχι δωρεάς. Άλλωστε ο Γ. Κ., ήταν έμπειρος περί τις συναλλαγές, αφού τουλάχιστον από το 1980, ασκούσε επιχείρήση κατασκευής επίπλων, με ευρύ κύκλο δραστηριότητας, διατηρούσε δε προς τούτο κατάστημα.

Εξάλλου και οι εναγόμενες, ουδόλως δικαιολογούν το λόγο, για τον οποίον αντί την κατάρτιση προσυμφώνου πωλήσεως, ήθελαν την κατάρτιση προσυμφώνου δωρεάς. Πέραν τούτου, ο ανωτέρω διαθέτης Γ. Κ., στην υπ' αριθμό ... δημόσια διαθήκη του, δεν κάνει καθόλου μνεία, ότι ο υιός του Γ. Κ., επέδειξε οποιαδήποτε αχαριστία, απέναντι στον ίδιο και στη μητέρα του.

Περαιτέρω, δεν ασκεί έννομη επιρροή αν το συμφωνηθέν με το προσύμφωνο τίμημα των 200.000 δραχμών ανταποκρινόταν ή όχι στην τότε αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου, αφού ο τρόπος καταβολής του τιμήματος ή η μη καταβολή του, δεν καθιστά το προσύμφωνο εικονικό, δεδομένου ότι το τίμημα δυνατόν να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής (Α.Π. 860/2007).

Για το λόγο αυτό ο άνω ισχυρισμός των εναγομένων πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επίσης αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, προέβη στην κατάρτiση της προαναφερόμενης σύμβασης γονικής παροχής, με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων, για την προς τους ιδίους μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου προς εκτέλεση του επιδίκου προσυμφώνου και να τους βλάψει περιουσιακά, καθόσον η ίδια γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση αυτή του προαναφερόμενου ποσοστού της, επί του αντιδίκου, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε οι ενάγοντες να αποστερηθούν την δυνατότητα να ικανοποιηθεί η απαίτησή τους, αφού τα εν λόγω ακίνητο, αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και δεν υπήρχε άλλη εμφανής περιουσία (Α.Π. 1937/2006).

Άλλωστε, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πρώτη εξ αυτών, προέβη στην ένδικη γονική παροχή προς τις λοιπές εναγόμενες θυγατέρες της, από λόγους ηθικής υποχρέωσης δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, η κατ' άρθρον 1509 Α.Κ. γονική παροχή δεν αποτελεί εκδήλωση νομικής υποχρέωσης, αλλά εκδήλωση ηθικού καθήκοντος του παρέχοντος γονέα προς το τέκνο και ως τέτοια έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων των γονέων και υπόκειται σε διάρρηξη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 939 Α.Κ., δεδομένου ότι δεν αναιρείται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας μιας απαλλοτρίωσης, εάν εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, ο οφειλέτης παράλληλα επιδιώκει και άλλους σκοπούς, όπως εκείνους της γονικής παροχής.

Ότι κατά συνέπειαν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η επίδικη δικαιοπραξία γονικής παροχής καταρτίσθηκε από την πρώτη εναγομένη καταδολιευτικά, με μοναδικό σκοπό, να ματαιωθεί η ικανοποίηση των εναγόντων, λόγω και της αφερεγγυότητάς της και της ανεπάρκειας της περιουσίας της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενώ, δεν ερευνάται η γνώση του καταδολιευτικού σκοπού της άνω μεταβίβασης εκ μέρους των λοιπών εναγομένων, κατ' άρθρον 942 ΑΚ, λόγω του χαριστικού χαρακτήρα αυτής.

Ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, είχε δεχθεί τα ίδια, δεν έσφαλε. Κατ' ακολουθίαν τούτων απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους ως αβάσιμους κατ' ουσίαν. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 220,222, 247, 278, 455 επ., 458, 460 και 939 ΑΚ, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος υπό στοιχείο II, τρίτος υπό στοιχείο II και τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη αλλά απέρριψε την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση παραγραφής, ως αβάσιμη.

Επομένως ο δεύτερος υπό στοιχείο I, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά τη ρητή άρνηση, θεώρησε ότι συνάγεται ομολογία, κατά το άρθρο 261 εδ β' ΚΠολΔ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη σιωπηρής ομολογίας από την μη αμφισβήτηση πραγματικού περιστατικού από τον διάδικο, ανάγεται αποκλειστικώς σε εκτίμηση πραγμάτων και διαφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο, στον οποίο όμως υπόκειται η ύπαρξη της ειδικής αμφισβητήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ειδική αμφισβήτηση της επικαλουμένης από τους ενάγοντες αναγγελίας της εκχωρήσεως της απαιτήσεως προς διάρρηξη της, απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.

Επομένως, ο τρίτος υπό στοιχείο 1, εκ του άρθρου 559 αρ. 11β'ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2010 αίτηση της Μ.ς χήρας Γ. Κ. κ.λ.π, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2016/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2011.-

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2011.-

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ