Legislator Case Law & Legislation
1521/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because defense arguments were not properly raised in lower court.

Case Number 1521/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the president of an electronic materials testing company against a second-instance judgment. The appellants argued that the court of first instance failed to examine their defenses regarding a criminal charge of issuing a forged bill of exchange and violated constitutional principles. The court ruled these arguments inadmissible because they were not formally presented through written submissions or as primary appeal grounds in the lower courts.

Legislator headnote

AI generated

Art. 22 of Law 5960/1933; Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not legally proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect in the judgment itself, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unraised defense procedural default bill of exchange criminal charge constitutional principle written submissions

Cited Legislation

AI generated
Art. 22 of Law 5960/1933
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 43/1990
OLAP 1/1987

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1521/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ.Χ. του Δ., ως Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΕΚΠΗΥ ΑΕΒΕ" και

2. της εδρευούσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο" ΕΛΚΕΠΗΥ ΑΕΒΕ", νομίμως εκπροσωπουμένης , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της εδρευούσας στον ... εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Ν. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΏΝ" και το διακριτικό τίτλο "..." νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παπαχρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7023/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6222/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Μαρτίου 2009 τίου 2009 αίτησή τους..

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 1 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τα εξ επιταγής εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει και προς βλάβη του οφειλέτη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋπόθεση προβολής από τον εκδότη ή προηγούμενο οπισθογράφο ένστασης είναι, αφενός να γνώριζε ο κομιστής, κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής, την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν από αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου να ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν ο κομιστής γνωρίζει, κατά την απόκτηση της επιταγής, ότι με τη μεταβίβασή της σ' αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων αυτών και ότι επιτυγχάνεται έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν.

Περαιτέρω από μεν τη διάταξη του άρθρου 559, αρ.1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, συντελείται με εσφαλμένη εφαρμογή ή ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, από δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή αόριστο (Ολ.ΑΠ 44/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.) της εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η εναντίον αυτών καταψηφιστική αγωγή της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 102.000 ευρώ από έκδοση ακάλυπτης επιταγής, εκ μέρους του πρώτου, νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης από τους αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι τον μοναδικό ισχυρισμό που προέβαλαν ήταν ότι "η ένδικη επιταγή ήταν ευκολίας, η αντίδικος ήταν εν γνώσει του ότι η επιταγή εκδόθηκε προς διευκόλυνση της "ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ" προκειμένου να δοθεί και χρησιμοποιηθεί από τον πελάτη αυτής Γ.Λ.

για να εξεύρει χρήματα προς πληρωμή της αντιδίκου και ότι η πληρωμή της θα γινόταν από την ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, αλλά ότι κατέληξε εις χείρας της αντιδίκου προφανώς κατόπιν πιέσεων εις τας οποίας ο τελευταίος υπεχώρησε". Κατά συνέπεια, εφόσον με τον ανωτέρω, κατατείνοντα σε κατάλυση του αγωγικού δικαιώματος, ισχυρισμό των ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγομένων-εκκαλούντων-αναιρεσειόντων δεν προβάλλεται (και) ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατά την κτήση της επίδικης επιταγής ευκολίας ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη των οφειλετών αναιρεσειόντων, δεν ήταν ορισμένος και νόμιμος ο εν λόγω ισχυρισμός και το Εφετείο, απορρίπτοντας τούτον με αυτή την αιτιολογία δεν παραβίασε ευθέως τιςουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 22 ν.5960/1933, 904 επ.ΑΚ, ο δε αντίθετος, υπό στοιχείο 2 εκ του άρθρου 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ ο αυτός, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, είναι, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας του ως άνω ισχυρισμού, απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελειώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μία από τις σ'αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (Ολ.Α.Π. 43/1990), ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 1/1987).

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ειδικότερα, αν ο εναγόμενος που ηττάται στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ασκεί έφεση, νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, μόνον με κύριο ή πρόσθετο λόγο εφέσεως μπορεί να γίνει και όχι με τις προτάσεις.

Κατά συνέπεια οι προβαλλόμενοι από τους ηττηθέντες πρωτοδίκως εναγομένους-εκκαλούντες-αναιρεσείοντες υπ'αριθ.1,3 και 4 λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1,8,14 και 16 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι το Εφετείο: α)δεν εξέτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί απαλλαγής του πρώτου από αυτούς από την ποινική κατηγορία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, β)δεν εξέτασε το σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και παρέλειψε να δεχθεί την ύπαρξη δεδικασμένου και να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, αφού πριν από την άσκηση της αγωγής είχε εκδοθεί διαταγή πληρωμής και γ)παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι με την απαγγελία της προσωπικής κρατήσεως εις βάρος του πρώτου από αυτούς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1047 παρ.1 του ΚΠολΔ και 1 του ν.2462/1997, είναι ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, προεχόντως απαράδεκτοι, διότι οι ισχυρισμοί που στηρίζουν τους λόγους αυτούς ουδόλως προβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή με λόγο έφεσης αυτών.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2009 αίτηση των Γ.Χ. κλπ. για αναίρεση της 6222/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ