Legislator Case Law & Legislation
1521/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim that employer must pay full severance to all employees under same conditions.

Case Number 1521/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his claim for full severance pay. The appellant argued that an established practice of paying 100% severance created a contractual obligation, while also claiming a violation of the principle of equal treatment under Article 288 of the Civil Code. The court ruled that the lower court correctly found no violation because the three colleagues who received full pay did not share the appellant's specific qualifications or work conditions, thus failing to meet the requirements for equal treatment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 648, 288 A.C. and Art. 559 K.P.D.: An employer's unilateral cessation of a customary benefit does not violate contract law if no tacit agreement exists, and the principle of equal treatment under Art. 288 A.C. requires identical conditions and qualifications among employees to justify identical post-employment benefits.

Keywords

AI generated
customary practice tacit agreement equal treatment severance pay employment contract dismissal compensation principle of good faith

Cited Legislation

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1521/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αντώνιο Αθηναίο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AIR LIQUIDE HELLAS ΑΕΒΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1416/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9532/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος διάβασε την από 8-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο αντιμετώπιση ενός ζητήματος από τον εργοδότη δημιουργεί επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία μπορεί να αποτελέσει τη βάση σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ αφενός μεν του εργοδότη που κατά συνήθεια χορηγεί στους εργαζομένους του κάποια παροχή και αφετέρου των εργαζομένων που αποδέχονται τη παροχή αυτή, οπότε υφίσταται συμβατική δέσμευση και γεννάται αξίωση των εργαζομένων για απόληψη της παροχής αυτής εκ της εργασιακής συμβάσεως (άρθρ. 648 ΑΚ) και συνακόλουθα ο εργοδότης δεν δικαιούται μονομερώς να παύσει τη χορήγηση της παροχής αυτής.

Στη προκειμένη περίπτωση σχετικά με τη κύρια βάση της ένδικης αγωγής με την οποία ο αναιρεσείων που απολύθηκε λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος και έλαβε μόνο το κατά το νόμο δικαιούμενο ποσοστό 40% της αποζημιώσεως απολύσεως, το Εφετείο απέρριψε, ως αναπόδεικτη, την επικαλούμενη επιχειρησιακή συνήθεια καταβολής προς τους απολυομένους εργατοϋπαλλήλους της αναιρεσίβλητης ποσοστού 100% της αποζημιώσεως, καθόσον δέχθηκε ότι οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του αναιρεσείοντος Γ1 και Γ2 απολυθέντες έλαβαν μεν το 100% της αποζημιώσεως, αλλά δεν απολύθηκαν λόγω συνταξιοδοτήσεώς των, αφού η αναιρεσίβλητη δεν γνώριζε ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, καθόσον οι παραπάνω εργαζόμενοι δεν είχαν γνωστοποιήσει στην αναιρεσίβλητη τις προϋπηρεσίες τους, ενώ σχετικά με τον τελευταίο κατονομαζόμενο στην αγωγή συνάδελφο του αναιρεσείοντος Γ3 έγινε δεκτό ότι αυτός απολύθηκε μεν λόγω συνταξιοδοτήσεως και έλαβε ποσοστό 100% της αποζημιώσεως, όμως το γεγονός αυτό είναι μεμονωμένο σε μια επιχείρηση που απασχολεί περί τους 210-230 εργαζομένους και δεν είναι δυνατόν να τεκμηριώσει την ύπαρξη της επικαλούμενης επιχειρησιακής συνήθειας.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο επί της ορθής ή μη εφαρμογής της προπαρατεθείσας διατάξεως του άρθρ. 648 ΑΚ και εκείνης του άρθρου 361 ΑΚ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΑΚ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του αρκεί να γίνεται βέβαιο αδίστακτα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ Κ.Πολ.Δικ., υπότην αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ.

γ Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα ότι, μολονότι αυτός επικαλέσθηκε, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισε σ' αυτό προς υποστήριξη της αγωγής του, τα παρακάτω έγγραφα, δεν λήφθηκαν καθόλου αυτά υπόψη του ως άνω δικαστηρίου για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης: 1) Τηνυπ' αριθμ. ...

απόφαση συνταξιοδότησης του υποκαταστήματος ΙΚΑ Πειραιά, από την οποία αποδεικνύεται ότι είχε συμπληρώσει ο αναιρεσείων τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος από 22-2-2002, 2) την από 31-1-2001 καταγγελία σύμβασης του επίσης εργαζομένου στην αναιρεσίβλητη, Γ1, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο εργαζόμενος αυτός κατά τη λύση της σύμβασής του έλαβε το 100% της οφειλόμενης αποζημίωσής του, 3) την ....

απόφαση συνταξιοδότησης του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ν. Ιωνίας, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο Γ1 εδικαιούτο πλήρους σύνταξης λόγω γήρατος από 6-1-2001, 4) την από 31-5-2000 εκκαθάριση αποζημίωσης του εργαζομένου στην αναιρεσίβλητη, Γ3, από την οποία αποδεικνύεται ότι κατά τη λύση της σύμβασης (31-5-2000) έλαβε το 100% της αποζημίωσης, ήτοι 5.957.560δρχμ., 5) την ....

απόφαση συνταξιοδότησης του υποκαταστήματος ΙΚΑ Ελευσίνας, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο Γ3 έλαβε πλήρη σύνταξη από 1-6-2000 (35ετία-10.615 ένσημα), 6) την από 14-12-2001 καταγγελία σύμβασης εργασίας του Γ2, και την με ίδια ημερομηνία εκκαθάριση αποζημίωσης, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι κατά τη λύση της σύμβασης έλαβε το 100% της αποζημίωσής του, 7) την υπ' αριθμ. ...

απόφαση συνταξιοδότησης του υποκαταστήματος Ελευσίνας από την οποία αποδεικνύεται ότι ο Γ2 έλαβε πλήρη σύνταξη (35ετία) με 11.504 ημέρεςεργασίας, 8) την 30-4-1999 εκκαθάριση αποζημίωσης του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Γ4, από την οποία αποδεικνύεται ότι κατά την καταγγελία της σύμβασης (30-4-1999) έλαβε το 100% της αποζημίωσης, 9) την υπ' αριθμ.....

απόφαση συνταξιοδότησης του υποκαταστήματος ΙΚΑ Συντάξεων Αθηνών, από την οποία αποδεικνύεται ότι ο Γ4 έλαβε πλήρη σύνταξη (35ετία) με 10.920 ημέρες εργασίας, 10) την από 30-12-1997 καταγγελία της σύμβασης του υπαλλήλου....... ο οποίος απελύθη την 30-12-1997 από την αναιρεσίβλητη έχοντας συμπληρώσει 10.700 ημέρες εργασίας και λαβών πλήρη σύνταξη από το ΙΚΑ (απόφαση ......

υποκαταστήματος ΙΚΑ Ελευσίνας) έλαβε το 100% της αποζημίωσης, 11) τις από 17-11-2000, 30-12-1998, 30-9-2001 και31-3-2000 εκκαθαρίσεις αποζημιώσεων των υπαλλήλων ...., ο οποίος είχε προσληφθεί την 1-4-1965 και απελύθη την 17-11-2000, δηλαδή είχε συμπληρώσει υπέρ 35ετή υπηρεσία και τις προϋποθέσεις για λήψη πλήρους σύνταξης, έλαβε το 100% της αποζημίωσης (σχετ.20), ......, ο οποίος προσελήφθη το έτος 1964 και απελύθη την 30-12-1998 έλαβε το 100% της αποζημίωσης (σχετ.21), παρ' ότι είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για πλήρη σύνταξη, ....., η οποία προσελήφθη την 10-10-1968 και απελύθη την 30-9-2001 (σχετ.22), όπως επίσης και του ...., ο οποίος προσελήφθη την 1-3-1973 και απελύθη την 31-3-2000, 12) τις από 21-10-2002, 24-1-2003 και 30-1-2003 ανακοινώσεις του Σωματείου των εργαζομένων στις βιομηχανίες Οξυγόνου (σχετ.27, 28, 29, και 30), αλλά και αντίστοιχες επιστολές προς την αναιρεσίβλητη, στις οποίες επί λέξει αναφέρεται ότι: "Η αποχώρηση των εργαζομένων για συνταξιοδότηση να γίνεται με την πάγια τακτική της εταιρείας και να δίδεται ολόκληρη η αποζημίωση 100%.........." (επιστολή 21-10-2002). "Το ΔΣ υπενθυμίζει να εφαρμοσθεί η πάγια τακτική της εταιρείας και να δοθεί στους εργαζομένους ολόκληρη η αποζημίωση απόλυσης του 100% των αποδοχών" (επιστολή 24-1-2003), "Με την παραπάνω στάση εργασίας ζητάμε να συνεχίσει η εταιρεία την επιχειρησιακή συνήθεια τόσων χρόνων με την καταβολή του ποσοστού 100% των αποδοχών" (επιστολή 24-1-2003). "Με την παραπάνω στάση εργασίας ζητάμε να συνεχίσει η εταιρεία την επιχειρησιακή συνήθεια τόσων χρόνων με την καταβολή του ποσοστού 100% της αποζημίωσης για συνταξιοδότηση του προσωπικού "(επιστολή 30-1-2003). (Με την παρούσα πρακτική η εταιρεία καταργεί πλέον μια πάγια τακτική που τηρούσε μέχρι σήμερα, όπου έδινε στους συναδέλφους για συνταξιοδότηση το 100% της αποζημίωσης

(βλ. από 30-1-2003 ανακοίνωση). Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης απόφασης και μάλιστα όχι μόνο από την περιεχόμενη σ' αυτή μνεία ότι λήφθησαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκομίσθηκαν οι διάδικοι, αλλά και από όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτά μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, νομοτύπως ληφθείσες). Πέραν όμως αυτών, από την ως άνω απόφαση προκύπτει Ότι μνημονεύονται σ' αυτή τα έγγραφα από 31-1-2001 και από 14-12-2001 που αφορούν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας των Γ1 και Γ2. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός(δεύτερος) της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.

Από τα άρθρα 559 αριθμ. 8β και 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. συνάγονται τα εξής: Δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα που προτάθηκαν, ή που ναι μεν δεν προτάθηκαν, αλλά που έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως και επιπλέον αφορούσαν τη δημόσια τάξη.

Ως πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την ως άνω έννοια είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι, νομίμως προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας, όχι δε και τα πραγματικά επιχειρήματα, που τείνουν σε υποστήριξη ή αποδυνάμωση των απόψεων των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη, τον νομίμως προβληθέντα υπ' αυτού, με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο, ισχυρισμό ότι "η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το Σωματείο των εργαζομένων υπέβαλε ως αίτημα να καταβάλλεται το 100% και ότι το αίτημα αυτό απερρίφθη.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ακριβής. Το σωματείο στο οποίο υπάγονται και άλλες εταιρείες και όχι μόνο η εναγομένη ζήτησε για όλες τις εταιρείες να καταβάλουν το 100% της αποζημίωσης, ενώ για την εναγομένη εξειδίκευσε το αίτημά του με σειρά εγγράφων ζητώντας να κατοχυρωθεί σε συλλογική σύμβαση η επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία ίσχυε από πάρα πολλά έτη.

Αυτό αποδεικνύεται από τις από 21-10-2002, 24-1-2003, 30-1-2003 και 30-1-2003 ανακοινώσεις του Σωματείου, (σχετ. 27, 28, 29 και 30) αλλά και αντίστοιχες επιστολές προς την εναγομένη, στις οποίες επί λέξει αναφέρεται ότι η αποχώρηση των εργαζομένων για συνταξιοδότηση να γίνεται με την πάγια τακτική της εταιρείας και δίνεται ολόκληρη η αποζημίωση 100%..................................... ".

Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος προκειμένου αυτός να στηρίξει τις απόψεις του ότι έχει δημιουργηθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των εργαζομένων σ' αυτήν επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση την οποία αυτή δεσμευόταν να καταβάλει σ' όλους τους εργαζομένους σ' αυτήν οι οποίοι αποχωρούσαν λόγω σύνταξης γήρατος, ολόκληρη την αποζημίωση της απόλυσης.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός από την πιο πάνω διάταξη λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτος.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., ο θεσπιζόμενος από την πρώτη απ' αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά αναγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή, κατά τη δεύτερη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εκφεύγει, καθ' εαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει αυτών, για την πληρότητα του προαναφερομένου λόγω αναίρεσης πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) εκείνο το οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ως περιεχόμενο του εγγράφου και το οποίο είναι διαφορετικό από το αληθινό και γ) το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε για τη συνδρομή ή μη των κρισίμων πραγματικών περιστατικών.

Εξάλλου, ο κατ' άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται ιδιαιτέρως το έγγραφο αναφορικώς με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικουρικά προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα ότι το περιεχόμενο του από 19-1-2001 εγγράφου-πρόσκλησης της Πανελλήνιας Ένωσης ........, που απευθύνθηκε μεταξύ των άλλων και στην αναιρεσίβλητη, με το να δεχθεί, θεωρώντας ότι αυτό προέρχεται μόνο από το σωματείο εργαζομένων σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) και ότι τα αιτήματα του σωματείου απευθύνονταν μόνο σ' εκείνη, ότι μεταξύ των αιτημάτων αυτού ήταν και αυτό της καταβολής του 100% της αποζημίωσης στους εργαζομένους, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης λόγω συνταξιοδότησης, το οποίο δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν υφίστατο η επιχειρησιακή συνήθεια, ενώ από τη συνολική ανάγνωση του ως άνω εγγράφου προκύπτει ότι απευθύνεται σ' όλες τις εταιρείες παραγωγής αερίων και όχι μόνο στην αναιρεσίβλητη, δηλαδή και προς τις εταιρείες που δεν είχαν καθιερώσει την επιχειρησιακή συνήθεια της καταβολής του!00% της αποζημίωσης και εζητείτο να συμφωνηθεί η καταβολή εκ μέρους τους, του 100% της αποζημίωσης στους εργαζομένους στην περίπτωση της λύσης της σύμβασης τους λόγω συνταξιοδότησης.

Ο λόγος όμως αυτός (επικουρικός), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, με αυτά που εκτίθενται σ' αυτόν, δεν πρόκειται αληθώς για ελλειπή ανάγνωση του ως άνω εγγράφου από την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά για συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, οπότε σ' αυτή την περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

Πέραν δε αυτών, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και για το ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, το δε αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπήρξε επιχειρησιακή συνήθεια στην επιχείρηση της εναγομένης να καταβάλλεται στους εργαζομένους σ' αυτή του 100% της αποζημίωσης απόλυσης, όταν πληρούν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, δεν το στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ανωτέρω έγγραφο, αλλά, χωρίς να το εξάρει, συνεκτίμησε αυτό μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, άλλα έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Εξάλλου, η κατά τις αρχές της καλής πίστεως επιβαλλόμενη από το άρθρο 288ΑΚ ισότητα στην εκπλήρωση της παροχής, επί συμβάσεως εργασίας, προϋποθέτει εκουσίως, χωρίς νομική υποχρέωση εκ μέρους του εργοδότη παροχή, στην οποία, εφόσον προβαίνει αυτός σε κάποιον εργαζόμενο, οφείλει να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους εργαζομένους, οι οποίοι ανήκουν στην αυτή κατηγορία και τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας.

Αυτά δε έχουν εφαρμογή και επί οικειοθελούς παροχής που γίνεται μεν μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας, ένεκα όμως της παρασχεθείσαςαπό τον εργαζόμενο, πριν από τη λύση της σύμβασης εργασίας και κατά τη διάρκεια αυτής, υπηρεσίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εάν ο εργοδότης, με την καταγγελία υπ' αυτού της σύμβασης εργασίας, λόγω συνταξιοδότησης, καταβάλει αποζημίωση στον απολυόμενο από την εργασία του εκουσίως μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιούται, κατ' εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης, υποχρεούται να καταβάλει και σε άλλο εργαζόμενο που απολύθηκε και παρείχε υπηρεσίες όμοιες προς τον πρώτο με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, την ίδια μεγαλύτερη αποζημίωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε ανελέγκτως και σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στο άρθρο 288ΑΚ, ότι δεν αποδείχθηκε ότι παραβιάσθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ενόψει του ότι οι τρεις συνάδελφοι του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) που έλαβαν το 100% της αποζημίωσης απόλυσης, δεν είχαν τα ίδια με αυτόν προσόντα και δεν παρείχαν τις ίδιες με αυτόν υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας για την εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με το να δεχθεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των εργαζομένων στον ίδιο εργοδότη και μετά τη λύση εργασίας, απαιτείται να υφίστανται οι ίδιοι όροι και συνθήκες εργασίας των εργαζομένων με τα αυτά προσόντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμοί του άρθρου 559Κπολ.Δικ., είναι αβάσιμος και για αυτό πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, καθώς και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-10-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.9532/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9-6-2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ