Legislator Case Law & Legislation
1521/2006 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for insufficient reasoning regarding church property ownership and usucaption.

Case Number 1521/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision due to insufficient and contradictory reasoning concerning the ownership of disputed property. The lower court accepted the plaintiff's claim of usucaption while simultaneously acknowledging the property belonged to the Church, creating a logical inconsistency regarding the property's legal status. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial by different judges to resolve these fundamental legal contradictions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(3), 580(3) of the Code of Civil Procedure; A lower court decision must provide sufficient and non-contradictory reasoning when determining the legal status of property, particularly when conflicting findings regarding ownership and usucaption are made.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory findings church property usucaption remand for retrial legal status Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1521 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1521/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων- καλούντων: 1) ....., 2) .... , 3) .... , δι΄ευτήν και ως εχούσης την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της α) .... και β) .... , 4) .... , 5) .... και 6) Εν Λαμία (Υψηλάντου 2) εδρεύοντος Ν.Π.Δ.Δ υπό την επωνυμία "Ι.Ναός Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου" νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Κοναξή, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση:1).... και 2) .... , που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι υπεισέρχονται στην παρούσα δίκη ως κληρονόμοι του ήδη αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσίβλητου Χ1 , όπως προκύπτει από την 17-6-2004 κλήση των ήδη αναιρεσειόντων

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1992 αγωγή του αρχικού αναιρεσίβλητου, με την από 13-11-1992 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση των πέντε πρώτων ήδη αναιρεσειόντων και με την από 22-5-1993 πρόσθετη παρέμβαση (υπέρ των προσεπικαλούντων) ήδη αναιρεσειόντων και προς ον η κοινοποίηση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:7945/1993 μη οριστική,1777/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6170/1998 μη οριστική,5841/2000 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-12-2000 αίτησή τους και τους από Ιανουαρίου 2003 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1411/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν οι καλούντες με την από 17-6-2004 κλήση τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 818/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε εκ νέου την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 24-5-2005 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 15-9-2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις α) 4242Β΄/13-1-2005, 7202Β΄ και 7203Β΄/22-9-2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... και β) τις από 195/13-1-2005 (με ταυτόχρονη λόγω της θυροκόλλησης απόδειξη του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Νεμέας και από 14-1-2005 βεβαίωση των ΕΛΤΑ Κορίνθου) όμοια έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου ...

και ως και τις 342 και 343/22-9-2005 όμοιες εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας του ίδιου Πρωτοδικείου .... , προκύπτει ότι επικυρωμένα αντίγραφα της από 12-10-2000 αίτησης αναίρεσης, των από 29-7-2003 πρόσθετων λόγων και της από 24-5-2005 κλήσης των αναιρεσειόντων προς επανάληψη της βιαίως διακοπείσας δίκης, επιδόθηκαν προς τους καθών η κλήση κληρονόμους του ενάγοντος και αναιρεσίβλητου Χ1 , με πρόσκληση να παραστούν κατά την προκειμένη δικάσιμο (5-4-206).

Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της συνεδρίασης, οι εν λόγω διάδικοι δεν παραστάθηκαν ούτε υπέβαλαν δήλωση περί μη παράστασης κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όμως η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατ΄ αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρ. 62, 73 ΚΠολΔ), από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσεης (έκθ.

καταθ. 1477/13-12-2000) γνώριζαν το θάνατο του παραπάνω αρχικού διαδίκου που επήλθε στις 30-11-2000, δηλαδή μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (29-6-2000), ώστε αφού δεν αποδεικνύεται ότι είχαν λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση για το θάνατο εκείνου, εγκύρως ασκήθηκε η αναίρεση εναντίον του, κατά τη συζήτηση όμως αυτή νόμιμα κλήθηκαν να παραστούν οι καθών η κλήση ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του.

ΙΙ. Επειδή κατά τους νόμους 23Κ/1-3 Νεαράς ΡΙΑ κεφ. α' και ΡΛΑ' κεφ. στ' δεν υπόκεινται σε τακτική χρησικτησία τα ακίνητα των Εκκλησιών και των ευαγών οίκων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ, αν κατά το προϊσχύσαν β.ρ.δ. ένα πράγμα ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, ολόκληρη η νομή μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ δεν οδηγούσε σε χρησικτησία και γι' αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη.

Με την εισαγωγή όμως του ΑΚ αρχίζει η σύμφωνα με τις διατάξεις του χρησικτησία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 3 του υπ' αριθμ. 4 του έτους 1969 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "περί διοργανώσεως, συγκροτήσεως και λειτουργίας του Οργανισμού Διοικήσεως και Διαχειρίσεως της Εκκλησιαστικής Περιουσίας ΟΔΔΕΠ", επί ακινήτων κτημάτων της εκκλησιαστικής περιουσίας εφαρμόζονται αναλόγως οι ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις του Α.Ν. 1539/1939 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", καθώς και οι διατάξεις του Ν.Δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων Αρεοπορικής Αμύνης κ.λ.π.".

Επίσης κατ' άρθρο 17 παρ. 3 του Ν.Δ. 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΟΔΔΕΠ νομοθεσίας κλπ" η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν. 4944/1931 ("περί κωδικ. Των νόμων περί Ταμείου Εθνικού Στόλου") εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των Ιερών Μονών, καθώς και επί της εν γένει εκκλησιαστικής περιουσίας την οποία διαχειρίζεται ο ΟΔΕΠ.

Κατά την τελευταία διάταξη, το Ταμείο Εθνικού Στόλου θεωρείται ότι έχει αδιαλείπτως τη νομή ακινήτου κτήματος από την κτήση της κυριότητάς του, άσχετα προς κάθε αφαίρεσή της. Τέλος κατά το άρθρο 62 παρ. 2 του Ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος", με τον οποίο καταργήθηκε ο προαναφερόμενος Κανονισμός Ιεράς Συνόδου, οι διατάξεις των άρθρων 4 και 28 του Α.Ν. 1539/1938, όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, έχουν ανάλογη εφαρμογή κα επί κτημάτων τα οποία ανήκουν στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 4 του ιδίου Νόμου νομικά πρόσωπα, στα οποία καταλέγονται και οι Ενορίες με τους Ενοριακούς Ναούς τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, προκειμένου για κτήμα ενοριακού ναού, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και δη εκείνος της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να αρχίσει και συμπληρωθεί μόνο κατά το διάστημα από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 (χρονολογία εισαγωγής του Α.Κ.) μέχρι τις 18 Αυγούστου 1969 (χρονολογία έναρξης ισχύος του προαναφερόμενου Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου, κατά το άρθρο 19 αυτού), υπό τον όρο ότι η νομή του κτήματος δεν είχε αφαιρεθεί αλλ΄ είχε παραχωρηθεί στο χρησιδεσπόζοντα από τον ενοριακό ναό, έστω και ατύπως, αφού η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αναιτιώδης (ΑΠ 1558/2001, 695/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το επίδικο οικόπεδο περιλαμβάνεται στο νόμιμα μεταγραμμένο 15680/1953 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .... , με το οποίο ο ενάγων - αναιρεσίβλητος το αγόρασε από την πωλήτρια "Νέα Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Κηπουπόλεως", της οποίας δεν αποδεικνύεται η κυριότητα, αλλ΄ όμως ο αγοραστής εκείνος το νεμήθηκε έκτοτε καλόπιστα με βάση τον τίτλο του και με διάνοια κυρίου, συνεχώς μέχρι την κατά το Δεκέμβριο του έτους 1986 κατάληψή του από τους εναγόμενους ώστε έγινε κύριος αυτού με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Αναφορικά με την ένσταση ιδίας κυριότητας που είχαν προβάλλει νόμιμα οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται συνολικά και στους τίτλους ιδιοκτησίας τους, εκείνοι όμως κατά το παραπάνω διάστημα και μάλιστα από τον Ιούνιο του 1986 οι ίδιοι και πριν από αυτούς ο δικαιοπάροχός τους έκτος αναιρεσείων Ιερός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, δεν άσκησαν πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου.

Ειδικότερα ως προς τους προβαλλομένους από τους εναγομένους τρόπους κτήσεως, το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη "Αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο, δεν αποδεικνύεται ότι ο άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων (Ιερός Ναός) είχε αποκτήσει κυριότητα του επιδίκου με την υπ' αριθμ. .... δημοσία διαθήκη της διαθέτιδας .... , δεδομένου ότι αυτή δεν περιέχει καμία περιγραφή ακινήτου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν τεχνικά να γίνει εφαρμογή της στο επίδικο ακίνητο, αναφορικά δε με τον πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προαναφερόμενα δεν αποδείχθηκε κτήση κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγομένων με τον τρόπο αυτό και συνεπώς το επίδικο δεν ήταν εκκλησιαστικό κτήμα ανεπίδεκτο χρησικτησίας κι έτσι δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτούς με το επικαλούμενο υπ' αριθμ......

συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Παναγιώτη Χατζηκοσμά". Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και ακολούθως τη διεκδικητική αγωγή του με βάση την τακτική και έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας την ένσταση των εναγομένων για δική τους κυριότητα. ΄Ετσι όμως που αποφάνθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται συνολικά στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγομένων, στη συνέχεια δέχεται ότι ο δικαιοπάροχός τους Ιερός Ναός δεν απέκτησε κυριότητα επ' αυτού με την υπ' αριθμ. ....

δημοσία διαθήκη της δικαιοπαρόχου του, χωρίς να δέχεται και έλλειψη κυριότητας εκείνης, για το λόγο ότι η πιο πάνω διαθήκη δεν περιέχει περιγραφή του καταλιπόμενου με αυτή ακινήτου. Η έλλειψη της περιγραφής στη διαθήκη, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, επέφερε αδυναμία κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο από τον Ιερό Ναό, ώστε δεν κατέστη τούτο εκκλησιαστικό κτήμα ανεπίδεκτο χρησικτησίας κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το ο ποίο το δικαστήριο εκείνο δέχθηκε άσκηση νομής επ΄ αυτού από τον ενάγοντα με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας με βάση το 1568/1953 συμβόλαιο αγοράς του παρά μη κυρίου.

Μετά από αυτά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά τους συναφείς τρίτο τέταρτο και πέμπτο κύριους και έκτο πρόσθετους λόγους της αναίρεσης, που προβάλλουν βάσιμες αιτιάσεις από τον αριθ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5841/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων και ορίζει αυτά σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ