Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of standing and procedural defects in the request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible, ruling that the petitioners lacked the necessary legal standing to challenge the lower court's decision. The court noted that several appellants had died prior to the proceedings, leaving their heirs without the requisite capacity to file the appeal, while others failed to meet procedural requirements. Consequently, the court rejected the request for review and ordered the appellants to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 106, 176, and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellants lack standing due to death without proper succession or fail to comply with procedural prerequisites for filing the request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1520 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1520/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) …. Οι υπό στοιχεία 2, 5, 7, 9, 11, 12, 14, 15, 17, 18, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 28, 30, 32, 33, 35, 39, 40, 47, 49, 52, 54, 56, 57, 58, 63, 65, 68, 72, 74, 75, 76, 78, 80, 81, 82, 83, 84 αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γκούσκο και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχεία 1, 3, 4, 6, 8, 10, 13, 16, 19, 26, 27, 29, 31, 34, 36, 38, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 48, 50, 51, 52, 53, 55, 59, 60, 61, 62, 64, 66, 67, 69, 70, 71, 73, 77, 79, αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", Τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι:
Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσείων Ε. Κ. του Ι. απεβίωσε στις 13/4/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού 1) Π. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. Λ., κάτοικος ..., 2) Α. Κ. του Ε., κάτοικος ..., 3) Ά. - Μ. Κ. του Ε., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο 6 αναιρεσείων Η. Π. του Α. απεβίωσε στις 31/10/2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ηρωϊκής Πόλεως Νάουσας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Μ. χήρα Η. Π., το γένος Δ. Σ., 2) Α. Π. του Η., κάτοικοι ..., 3) Κ. Π. του Η., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσείων Χ. Ν. του Γ., απεβίωσε στις 15/6/2013 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ηρωϊκής Πόλεως Νάουσας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Ν. του Χ., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Ο υπό στοιχείο 13 αναιρεσείων Ε. Κ. του Δ., απεβίωσε στις 19/7/2011 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού 1) Χ. Κ. του Ε., 2) Α. Κ. του Ε., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η υπό στοιχείο 77 αναιρεσείουσα Α. Π. του Π., απεβίωσε στις 27/5/2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Περιστερίου Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Κ. Μ. του Α., ως ασκών τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας του Κ. Μ. του Κ., κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1191/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/10/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576, 568 και 498 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει κατ' αρχήν αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση, οπότε δεν απαιτείται κλήτευσή του αλλά συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Άν όμως απολείπεται ο αντίδικος του επισπεύδοντος την συζήτηση, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκείνος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση (ΑΠ 873/2006).
Στην προκειμένη υπόθεση οι ως άνω εμφανισθέντες αναιρεσείοντες ούτε επικαλούνται αλλά ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση, από την οποία να προκύπτει επίδοση της κρινομένης από 11-10-2019 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. 1191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στην τελούσα υπό εκκαθάριση δευτέρα των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", και συνεπώς, ως προς την τελευταία πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110, 498, 568 παρ. 1 και 2 και 576 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 803/2020).
Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν την διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην των άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων.
Κατά το άρθρο 104 του αυτού ως άνω Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, ενώ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από το συνδυασμό των αμέσως ανωτέρω διατάξεων συνάγεται, αφ' ενός μεν, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει την συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003), αφ' ετέρου δε, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει την συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε χωρίς την συνδρομή της κατά νόμο απαιτουμένης πληρεξουσιότητας (ΑΠ 803/2020, ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 334/2017, ΑΠ 195/2014).
Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 11-10-2019 αίτηση αναιρέσεως ογδόντα τεσσάρων (84) αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την επισήμανση ότι στο αναιρετήριο από προφανή παραδρομή δεν αναγράφεται κάποιος αναιρεσείων με τον αριθμό (37), ενώ με τον αριθμό (49) αναγράφεται ο Χ.
Π. του Λ. και με τον ίδιον ακριβώς αριθμό (49) εμφαίνεται και ο Α. Α. του Ι.. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, ο προαναφερθείς Δικηγόρος Αθηνών Αναστάσιος Γκούσκος, αφού έλαβε τον λόγον από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσαν οι κατωτέρω πέντε (5) αναφερόμενοι αναιρεσείοντες (με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας) και ότι στην δικονομική θέση αυτών υπεισήλθαν οι επίσης κατωτέρω αναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών.
Ειδικότερα, δήλωσε ότι απεβίωσαν: Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσείων Ε. Κ. του Ι. (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης) και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού: 1) Π. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. Λ., κάτοικος ..., 2) Α. Κ. του Ε., κάτοικος ... και 3) Ά. - Μ.
Κ. του Ε., κάτοικος ..., ο υπό στοιχείο 6 αναιρεσείων Η. Π. του Α. (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ηρωϊκής Πόλεως Νάουσας) και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Μ. χήρα Η. Π., το γένος Δ. Σ., 2) Α. Π. του Η., κάτοικοι ... και 3) Κ. Π. του Η., κάτοικος ..., ο υπό στοιχείο 8 αναιρεσείων Χ.
Ν. του Γ. (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ηρωϊκής Πόλεως Νάουσας) και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Ε. Ν. του Χ., κάτοικος ..., ο υπό στοιχείο 13 αναιρεσείων Ε. Κ. του Δ. (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Θεσσαλονίκης) και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Χ.
Κ. του Ε. και 2) Α. Κ. του Ε., κάτοικοι ... και η υπό στοιχείο 77 αναιρεσείουσα Α. Π. του Π. (βλ. την υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Περιστερίου Αττικής) και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Κ. Μ. του Α., ως ασκών τη γονική μέριμνα επί της ανήλικης θυγατέρας του Κ.
Μ. του Κ., κάτοικος Περιστερίου Αττικής). Εξάλλου κατά την εκφώνηση της εν λόγω αιτήσεως από την σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν (με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσης αποφάσεως), ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως κατά τα προδιαληφθέντα, οι αμέσως παρακάτω αναφερόμενοι τριάντα (36) εκ των αναιρειόντων και συγκεκριμένα:
Η Σ. Α. του Δ. (1), Σ. Μ. του Α. (4), Κ. Κ. του Γ. (10), Κ. Σ. του Τ. (16), Α. Γ. του Κ. (19), Π. Κ. του Κ. (26), η Ε. Π. του Β. (27), Γ. Τ. του Σ. (29), Κ. Τ. του Χ. (31), Π. Χ. του Κ. (34), Χ. Π. του Π. (36), Σ. Π. του Δ. (38), ο Γ. Γ. του Π. (41), Γ. Γ. του Κ. (42), Κ. Θ. του Λ. (43), Α. Τ. του Π. (44), Ε. Β. του Δ. (45), Ε. Β. του Θ. (46), Σ. Μ. του Π. (48), Ε. Β. του Δ. (50), Α. Τ. του Ν. (51), Γ. Β. του Α. (52), Ι.
Κ. του Σ. (53), Α. Μ. του Γ. (55), ο Κ. Π. του Π. (59), Α. Γ. του Δ. (60), Ε. Α. του Σ. (61), ο Σ. Β. του Γ. (62), Α. Μ. του Τ. (64), Σ. Α. (66), ο Κ. Γ. (67), Μ. Μ. (69), Γ. Ν. του Δ. (70), Μ. Σ. του Φ. (71), Κ. Κ. του Α. (73) και η νομίμως εκπροσωπουμένη εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία "B.... A.N.C.". Όσον αφορά τους δύο αναιρεσείοντες Ν. Π. του Ε. (με αριθμό 23) και τον προαναφερθέντα Α.
Α. του Ι. (που αναγράφεται με αριθμό 49, όπως και ο Χ. Π. του Λ., όπως ήδη αναφέρθηκε), δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους τους παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον προαναφερθέντα δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικά πληρεξούσια έγγραφα, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες αυτοί να θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Επειδή λοιπόν από τα προσκομισθέντα εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, θα πρέπει σύμφωνα με τις προηγηθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και επειδή οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον προαναφερθέντα πληρεξούσιο Δικηγόρο τους, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους παραπάνω διαδίκους που εκπροσωπούνται από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ενώ ως προς τους ως άνω τριάντα έξι (36) μη εμφανισθέντες αλλά και τους παραπάνω δύο (2) μη νομίμως εκπροσωπουμένους αναιρεσείοντες πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναιρέσεως.
Τούτο δε διότι, η ένδικη αγωγή, περιέχει υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως δικαιούχων αποζημιώσεως συνεπεία αποζημιωτικής ευθύνης του (πρώτου) αναιρεσιβλήτου εδρεύοντος στην Αθήνα και νομίμως εκπροσωπουμένου νομικού προσώπου ιδιωτικού ιικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν και συνεπώς, η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση καθενός από αυτούς είναι αυτοτελής και προσωποπαγής.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 1191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών - με την οποίαν κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ασκηθείσης εφέσεως ως προς την προαναφερθείσα δευτέρα αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία και αφού συζητήθηκε αντιμωλία των υπολοίπων διαδίκων η έφεση, έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν (η έφεση) των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2334/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στην λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω είναι προφανές ότι τόσον ο εθνικός νομοθέτης όσον και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Επομένως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, στις 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της Οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε......την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή...αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη).
Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών". Ειδικότερα, με το άρθρο 61 του Ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ΝΔ 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.
με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω Ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στην νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το Ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2 παρ. 2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2 παρ. 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2 παρ. 6γ Ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2παρ.1 (α) Ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.
β) Η Οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της ανάκλησης. (ii) Σύμφωνα με το Ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65 παρ. 1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1παρ.12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996 (ΦΕΚ Α' 73)".
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2 παρ. 1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ.1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2 παρ. 6γ του ίδιου ως άνω Ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του "Συνεγγυητικού" και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2παρ.1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 803/2020, ΑΠ 802/2020, ΑΠ 1275/2019).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 802, 803, 861/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "Α.... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", η οποία λειτουργούσε νόμιμα ως Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και ήταν μέλος του εναγομένου και των προαναφερθέντων εναγόντων - εκκαλούντων καταρτίστηκαν διαχρονικά συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δυνάμει των οποίων η ως άνω εταιρεία (Ε.Π.Ε.Υ) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτούς υπηρεσίες για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου τους, οι οποίες συνίσταντο ιδίως στις εξής συναλλαγές : 1.
πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος, 2.
επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές, 3. τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, 4. διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών, 5.
ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και 6. φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με το όρο 2 των συμβάσεων αυτών ορίστηκε ότι ως χαρτοφυλάκιο, την διαχείριση του οποίου ανέλαβε η εταιρεία, νοείται κάθε ποσό, το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο πελάτης στην εταιρεία για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών του.
Σύμφωνα με τη ρήτρα
ΙΙΙ. 3 των ως άνω συμβάσεων ο πελάτης δύναται να παρέχει έγγραφες οδηγίες στην Εταιρεία για την τήρηση γενικών αρχών στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, άλλως η διαχείριση του χαρτοφυλακίου γίνεται από την εταιρεία κατά την κρίση της, με σκοπό την καλύτερη απόδοση αυτού. Η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ορίστηκε σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν ποσοστό πρόσθετης προμήθειας, από ποσοστό 25%, επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου της.
Ορίστηκε δε ότι υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν 1) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισσαβόνας, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 3% τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1% τουλάχιστον.
Επίσης, συμφωνήθηκε, ότι οι εν λόγω συμβάσεις ήταν αόριστης διάρκειας και ότι η ισχύς τους θα άρχιζε με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας τίτλων, και θα έληγε την ημέρα που θα γνωστοποιούνταν εγγράφως η καταγγελία τους από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με τις συμβάσεις αυτές δεν δόθηκαν από τους ενάγοντες συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων τους. Αυτές δόθηκαν με τα παρακάτω προσαρτήματα, αν και οι εν λόγω συμβάσεις δεν προέβλεπαν την με αυτό τον τρόπο συμπλήρωσή τους. Σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων... Η δεύτερη ενάγουσα (εννοείται η Β.
Κ. του Χ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 25.656,55 ευρώ. Κατά το διάστημα της 4μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσά αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.565,66 ευρώ. Ο τρίτος ενάγων (εννοείται ο ήδη αποωβιώσας Ε.
Κ. του Ι.) με 11 συναλλαγές κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 56.158,21 ευρώ. Κατά το διάστημα της 14μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.615,82 ευρώ...Ο πέμπτος ενάγων (εννοείται ο Α. Π. του Η.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 513.463,11 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 12μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 24 προσαρτήματα επενδύθηκε σε τίτλους το ποσό των 4.398,48 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού) που είχαν επιπλέον απόδοση ύψους 2.934,70 ευρώ, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 51.346,31 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 3.198,07 ευρώ.
Ο έκτος ενάγων (εννοείται ο ήδη αποβιώσας Η. Π. του Α.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 34.593,10 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το παραπάνω ποσό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.459,3 1 ευρώ.
Η εβδόμη ενάγουσα (εννοείται ο Α. Β. του Χ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 34.593,10 ευρώ. Κατά το διάστημα της 11μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.459,31 ευρώ.
Ο όγδοος ενάγων (εννοείται ο ήδη αποβιώσας Χ. Ν. του Γ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 29.347,03 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.098,55 ευρώ.
Η ένατη ενάγουσα (εννοείται η Ε. Ν. του Χ. ) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 29.347,03 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.116,88 ευρώ...
Η ενδέκατη ενάγουσα (εννοείται η Α. Γ. του Γ.) με 20 συναλλαγές κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 84.921,93 ευρώ. Κατά το διάστημα της 16μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 6 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 8.492,19 ευρώ.
Η δωδέκατη ενάγουσα (εννοείται η Β. Γ. του Α.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 72.232,27 ευρώ. Κατά το διάστημα της 13μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 7.223,23 ευρώ.
Ο δέκατος τρίτος ενάγων (εννοείται ο ήδη αποβιώσας Ε. Κ. του Δ.) με 2 συναλλαγές κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 34.593,10 ευρώ. Κατά το διάστημα της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα, χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.459,3 1 ευρώ.
Ο δέκατος τέταρτος ενάγων (εννοείται ο Σ. Φ. του Φ.) με 20 συναλλαγές κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 20.728,09 ευρώ. Κατά το διάστημα της 26μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 12 προσαρτήματα, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησής του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.072,8 1 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.452,09 ευρώ.
Η δέκατη πέμπτη ενάγουσα (εννοείται η Μ. Κ. του Κ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 26.380,44 ευρώ. Κατά το διάστημα της 12μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.638,04 ευρώ...
Η δεκάτη έβδομη ενάγουσα (εννοείται η Κ. Β. του Ι.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 18.857,75 ευρώ. Κατά το διάστημα της 12μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.885,77 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 4.797,37 ευρώ.
Ο δέκατος όγδοος ενάγων (εννοείται ο Α. Β. του Χ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 21.480,97 ευρώ. Κατά το διάστημα της 28μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 9 προσαρτήματα χωρίς όμως να επενδυθεί το ποσό αυτό σε αγορά τίτλων, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.148,10 ευρώ...
Ο εικοστός ενάγων (εννοείται ο Ι. Κ. του Δ.) κατέβαλε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το συνολικό ποσό των 51.770,93 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 7 προσαρτήματα και μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.177,09 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 4.604,22 ευρώ.
Η εικοστή πρώτη ενάγουσα (εννοείται η Ι. Σ. του Α.) κατέβαλε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 20.460,48 ευρώ. Το διάστημα της 13μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης της καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.046,05 ευρώ.
Ο εικοστός δεύτερος ενάγων (εννοείται ο Ι. Γ. του Κ.) κατέβαλε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.413,79 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα, χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.441,38 ευρώ.
Ο εικοστός τρίτος ενάγων (εννοείται ο Ν. Π. του Ε.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 23.062,07 ευρώ. Κατά το διάστημα της 13μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα, χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.306,21 ευρώ.
Η εικοστή τέταρτη ενάγουσα (εννοείται η Ε. Ο. του Τ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.982,32 ευρώ. Κατά το διάστημα της 12μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα, με επένδυση σε τίτλους ποσού ύψους 3.758,59 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού -Artion ), με επιπλέον απόδοση 184,02 ευρώ. Η εικοστή πέμπτη ενάγουσα (εννοείται η Ε.
Π. του Β.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 13.519,86 ευρώ. Κατά το διάστημα της 9μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους ποσού ύψους 3.718,24 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού)... Η εικοστή όγδοη ενάγουσα (εννοείται η Χ. Ι. του Β.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 8.008,16 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 17μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 6 προσαρτήματα δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 800,82 ευρώ... Ο τριακοστός ενάγων (εννοείται ο Σ. Δ. του Σ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 59.703,94 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 14μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 12 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους ύψους 4.258,01 ευρώ (1.500 μετοχές Ατέρμων - Artion) ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.970,39 ευρώ που υπερβαίνει την ονομαστική αξία των τίτλων και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.011,92 ευρώ...Η τριακοστή δεύτερη ενάγουσα (εννοείται η Μ.
Κ. του Ν.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 12.686,61 ευρώ. Κατά το διάστημα της 12μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους 660 ευρώ (200 μετοχές Intrakat) με επιπλέον απόδοση ύψους 1.067,18 ευρώ. Η τριακοστή τρίτη ενάγουσα (εννοείται η Α. Ν. του Γ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 33.390,06 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα, χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.339,01 ευρώ. Ο τριακοστός πέμπτος ενάγων (εννοείται ο Θ. Π. του Γ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 33.546,18 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 27μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 9 προσαρτήματα δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.354,62 ευρώ... Η τριακοστή ένατη ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 43.637,88. Κατά το διάστημα της 19μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 31 προσαρτήματα, ενώ επενδύθηκε σε τίτλους (450 Αγρ.
Οικ Σ.) ποσό ύψους 1.592,15 ευρώ που είχαν επιπλέον απόδοση ύψους 26.276,18 ευρώ, το ποσό δε των 4.363,79 ευρώ που καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή μετά την αναγγελία της απαίτησης καλύπτει την ονομαστική αξία των τίτλων, ενώ το πρώτο εναγόμενο του κατέβαλε επιπλέον το ποσό των 4.886,08 ευρώ. Ο 40ος ενάγων κατέβαλε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.673,51 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 13μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα, χωρίς όμως να επενδυθεί το ποσό αυτό σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.404,59 ευρώ... Ο 47ος ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 41.229,89 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα, με επένδυση σε ευρώ ύψους 2.011,49 ευρώ (100 μετοχές Foli-Folie), ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 4.122,99 ευρώ που καλύπτει την ονομαστική αξία των τίτλων και από το εναγόμενο το ποσό των 4.242,69 ευρώ...
Η 49η ενάγουσα (εννοείται η Β. Ε. του Δ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 41.085.831 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3προσαρτήματα ενώ επενδύθηκε σε τίτλους (1.500 μετοχές Ατέρμων - Action) ποσό ύψους 4.227,35 ευρώ, που είχαν μηδενική απόδοση, ενώ το ποσό των 3.763,83 ευρώ που καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή δεν κάλυψε την ονομαστική αξία των τίτλων...
Ο 52ος ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 58.694,06 ευρώ. Καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 5.128,27 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.881,67 ευρώ... Ο 54ος ενάγων (εννοείται ο Σ.
Τ. του Π.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.673,51 ευρώ. Κατά το διάστημα της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα, δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.026,37 ευρώ... Ο 56ος ενάγων (εννοείται ο Ιωάννης Αρχοντάκης του Ευτυχίου) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό ίων 88.041,09 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 8μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα, με επένδυση σε τίτλους ποσού ύψους 3.684,91 ευρώ (800 μετοχές Byte - Artion και 210 μετοχές Intrakat-Artion) που δεν είχαν επιπλέον απόδοση, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εκκαθαριστή το ποσό των 10.329,37 ευρώ που υπερβαίνει την ονομαστική αξία των τίτλων.
Ο 57ος ενάγων (εννοείται ο Ι. Γ. του Ε.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 35.216,43 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα, δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.217,98 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5.454,82 ευρώ.
Ο 58ος ενάγων (εννοείται ο Ι. Κ. του Σ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.673,51 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα χωρίς όμως να επενδυθεί το ποσό αυτό σε αγορά τίτλων, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.185,35 ευρώ...Ο 63ος ενάγων (εννοείται ο Ν.
Π. του Μ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 60.642,65 ευρώ. Κατά το διάστημα της 7μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 7 προσαρτήματα, με επένδυση σε τίτλους ποσού 660 ευρώ (200 μετοχές Intrakat- Artion) που είχαν επιπλέον απόδοση ύψους 590,98 ευρώ, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον επενδυτή ποσό μεγαλύτερο της ονομαστικής αξίας των τίτλων, δηλ.
το ποσό των 5.640,42 ευρώ, αλλά και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5.127,05 ευρώ...Ο 65ος ενάγων (εννοείται ο Δ. Κ. του Ι.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 73.527,28 ευρώ. Κατά το διάστημα της 18μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 9 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους ποσού 660 ευρώ (200 μετοχές Intrakat- Artion) που είχαν επιπλέον απόδοση ύψους 14.255,79 ευρώ, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή ποσό μεγαλύτερο της ονομαστικής αξίας των τίτλων, δηλ.
το ποσό των 5.356,07 ευρώ, αλλά και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 8.731,99 ευρώ...Ο 68ος ενάγων (εννοείται ο Β. Λ. του Ν.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 494.908,24 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους ποσού 693 ευρώ (210 μετοχές Intrakat - Artion) που δεν είχαν επιπλέον απόδοση, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εκκαθαριστή το ποσό των 37.983,83 ευρώ) που υπερβαίνει την ονομαστική αξία των τίτλων, και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 14.483,57 ευρώ...Η 72η ενάγουσα (εννοείται η Ε.
Π. του Χ. ) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 29.347,03 ευρώ. Κατά τη διάρκεια της 4μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.446,61 ευρώ...Η 76η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 15.235,89 ευρώ.
Καταρτίστηκαν 14 προσαρτήματα, με επένδυση σε τίτλους ποσού ύψους 2.941,75 ευρώ (1.000 μετοχές Ατέρμων) που είχαν επιπλέον απόδοση ύψους 8.938,05 ευρώ. Ο 77ος ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 45.685,24 ευρώ. Κατά το διάστημα της 14μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 16 προσαρτήματα, ενώ επενδύθηκε σε τίτλους το ποσό των 4.455,61 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού και 210 μετοχές Intrakat- Artion) που δεν είχαν επιπλέον απόδοση.
Ωστόσο μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή μόνο το ποσό των 3.878,61 ευρώ που δεν καλύπτει την ονομαστική αξία των τίτλων. Η 78η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 105.165,01 ευρώ. Κατά το διάστημα της 4μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 5 προσαρτήματα ενώ επενδύθηκε σε τίτλους το ποσό των 4.455,61 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού και 210 μετοχές Intrakat- Artion) που δεν είχαν επιπλέον απόδοση.
Μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 8.648,28 ευρώ που καλύπτει την ονομαστική αξία των τίτλων και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5.303,79 ευρώ... Ο 80ος ενάγων (εννοείται ο Γ. Κ. του Χ.) κατέβαλε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 105.774,86 ευρώ. Κατά τη διάρκεια της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 4 προσαρτήματα δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 9.562,23 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 4.797,25 ευρώ...
Ο 83ος ενάγων (εννοείται ο Δ. Μ. του Π.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 32.127,87 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα, δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή ποσό ύψους 2.597,41 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.958,54 ευρώ.
Ο 84ος ενάγων κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 17.913,74 ευρώ. Κατά το διάστημα της 9μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα, δίχως τίτλους στο υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.759,67 ευρώ... Από τις προαναφερθείσες επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και τα προσαρτήματα αυτών αποδεικνύεται ότι τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, περιείχαν τα κατατεθέντα μετρητά και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα, πλην ορισμένων ολίγων εξ αυτών, από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους ότι τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά δόθηκαν στην ως άνω ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρ. 2 παρ. 1 (α) 1 του ν. 2396/1996, στο πλαίσιο σχετικής εντολής που ενσωματώνεται στις αντίστοιχες συμβάσεις.
Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ΑΕΠΕΥ κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων συμφώνησε και στη συνέχεια προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ, ενώ κατά τη διάρκεια της διαχείρισης αποκτήθηκαν μεμονωμένοι αξιογραφικοί τίτλοι πολύ μικρής αξίας σε σχέση με τα κατατεθέντα από ορισμένους από τους προαναφερθέντες ενάγοντες ποσά.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με την κατάθεση χρηματικών ποσών στην ΑΕΠΕΥ απέβλεπαν στην αποκόμιση εισοδήματος, κατά τρόπο που δεν θα περιείχε διακινδύνευση και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του Χ.Α.Α., τον τρόπο δε αυτό διαχείρισης οι ίδιοι αποδέχθηκαν.
Συνεπώς, οι ενάγοντες απέβλεψαν σε εισόδημα, που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Εξάλλου, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι αποδόσεις, που θα αποκόμιζαν από τα κεφάλαιά τους, δεν θα προέρχονταν από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών τους δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
Πέραν αυτών, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τα χρήματά τους χρησιμοποιήθηκαν από την ΑΕΠΕΥ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, και σε κάθε περίπτωση οι ελάχιστες αγορές μετοχών για ορισμένους απ' αυτούς, όπως καταθέτει και η μάρτυς του πρώτου εναγομένου (...οριακά πραγματοποιούνταν χρηματιστηριακές συναλλαγές...), δεν δικαιολογούν, λόγω του μικρού ύψους των αποδόσεών τους, τη διαμόρφωση των αρχικών ποσών σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα.
Ο δε μάρτυς των εναγόντων καταθέτει ότι "ανά πάσα στιγμή μπορούσε να κάνει η Αστραία ότι ήθελε χωρίς να ρωτήσει τους επενδυτές". Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΕΥ διαχειρίστηκε τα χρήματα των εναγόντων αποκλειστικά με τον τρόπο που αναλύθηκε και αποτυπώνεται στα προσαρτήματα της βασικής για κάθε ενάγοντα σύμβασης, δηλ.
πρόκειται για κατάθεση χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και ανανέωση της διαχείρισης αυτών με την απόδοση των συμφωνημένων αποδόσεων και όχι για κατοχή κεφαλαίων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Τούτο επιρρωνύεται και α) από το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα της διαχείρισης, το οποίο ήταν πάντα τρίμηνο, με συνεχείς ανανεώσεις για άλλο ή άλλα τρίμηνα καθοριζόμενα με συγκεκριμένο τρόπο, αφού όπως καταθέτει ο μάρτυς των εναγόντων "...ο ευχαριστημένος επενδυτής άφηνε τα λεφτά του και τα κέρδη του...", ενώ στην πρακτική η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων είναι μακροχρόνια, β) από τις αποδόσεις των κατατιθέμενων κεφαλαίων που πραγματοποιούνταν το χρόνο εκείνο που κατά τον ίδιο μάρτυρα των εναγόντων ανέρχονταν σε 5 - 25%, οι οποίες απέφεραν εισόδημα δυσανάλογα μεγάλο απ' αυτό που προέκυπτε από χρηματιστηριακή συναλλαγή ή καταθέσεις σε τράπεζες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθ. 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, διέταξε την αναστολή προσωρινά της λειτουργίας της Α.... ΑΕΠΕ, ενώ με την υπ' αριθ. 7/234/27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας Επιτροπής ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Στη συνέχεια διορίσθηκε για την διενέργεια της εκκαθάρισης επόπτης, προς τον οποίο οι ενάγοντες ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή των ως άνω εναγόντων, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, ως ουσία αβάσιμη...δεχόμενο ότι οι ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων από τις συμβάσεις, που κατάρτισαν ως επενδυτές, δεν απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΕΠΕΥ καλυπτόμενων από το πρώτο εναγόμενο επενδυτικών υπηρεσιών, με συνέπεια να μην γεννάται υποχρέωση αυτού για αποζημίωσή τους, εφόσον κρίσιμο στοιχείο για τη γέννηση της σχετικής αξίωσής τους σε βάρος αυτού είναι ο τρόπος λειτουργίας των συμβάσεων και των υπηρεσιών που πραγματικά έχουν παρασχεθεί απ' αυτήν με βάση αυτές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 2396/1996 και 2533/1997 υπό το πρίσμα των Οδηγιών 93/22/ΕΟΚ και 97/9/ΕΚ και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, αφού οι ενάγοντες κατέθεταν χρήματα που ανέλαβε να διαχειριστεί ελεύθερα η Α....
ΑΕΠΕΥ, τα οποία δεν διατέθηκαν τελικά απ' αυτή για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ούτε και σχετικά δόθηκαν με τις συμβάσεις αυτές ή με άλλο τρόπο συγκεκριμένες εντολές, όπως αντίθετα δια-λαμβάνεται στις παραπάνω συμβάσεις, αλλά αποτέλεσαν στην πραγματικότητα ηθελημένες καταθέσεις εγγυημένης απόδοσης, βραχυχρόνιας και ανανεούμενης κάθε φορά διάρκειας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου δέχθηκε τυπικώς την έφεση όπως ήδη αναφέρθηκε και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και συγκεκριμένα, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του ότι οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν στην δευτέρα αναιρεσίβλητη εταιρία χρηματικά ποσά, προκειμένου να επενδυθούν βάσει των μεταξύ τους συμφωνιών και παρά την τυπική αναφορά αυτών σε επενδυτικές συναλλαγές του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.
α(ι) του Ν. 2396/1996, με τον τρόπο που εκείνη θα επέλεγε σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις και σκοπό την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού κέρδους και όχι προκειμένου να επενδυθούν, κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών του ιδίου τομέα στο πλαίσιο της λειτουργίας του εσωτερικού και διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση, ορθώς ήχθη στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού Κεφαλαίου".
Επομένως δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του Ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ' του Ν. 2396/1996, των Οδηγιών 97/9/ΕΚ και 93/22/ΕΚ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε αυτές. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, που δημιουργεί σχετική αποζημιωτική ευθύνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού Κεφαλαίου", η κατάθεση χρηματικού ποσού εγγυημένης σταθερής αποδόσεως, όταν η κατάθεση αυτή δεν συνδέεται με εντολή εκτελέσεως χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό αυτό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της ότι οι όλοι οι προαναφερθέντες αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα με τα κατατεθέντα δυνάμει των προσαρτημάτων κεφάλαια και ότι οι όποιοι λιγοστοί τίτλοι βρέθηκαν δεν είχαν αγορασθεί με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια, αλλά με άλλα χρηματικά ποσά, είναι αβάσιμος, διότι στις φερόμενες ως αντιφατικές παραδοχές του Εφετείου στην πραγματικότητα ουδεμία αντίφαση υφίσταται.
Η δε παραδοχή ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών με άλλα χρηματικά ποσά αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, το οποίο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην δευτέρα αναιρεσίβλητη εταιρία εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα (καίτοι η εντολή αυτή ρητώς περιέχεται στη ρήτρα Ι.2 της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δευτέρας αναιρεσίβλητης εταιρίας αλλά και ότι όσες χρηματιστηριακές συναλλαγές εκτελέστηκαν (με εντολή τους) δεν διενεργήθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά η διαχείριση χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνει χρήματα εφόσον αυτά δόθηκαν με εντολή για διενέργεια συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ανεξαρτήτως αν αυτές εκτελέστηκαν έως το χρόνο ανακλήσεως της αδείας της ΕΠΕΥ και ότι ουδέποτε οι αναιρεσείοντες έδωσαν εντολή για επένδυση και επομένως η κατάθεση χρημάτων δεν έγινε προς το σκοπό επενδύσεως προς χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά απολήψεως σταθερού εισοδήματος.
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογείται ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1275/2019).
Εν προκειμένω με τον τρίτον λόγον αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα και συγκεκριμένα ότι: α) οι ως άνω αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην ΕΠΕΥ εντολή για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα χρηματικά ποσά των προσαρτημάτων, β) ότι δια της καταρτίσεως των προσαρτημάτων οι αυτοί ως άνω αναιρεσείοντες απέβλεψαν στην αποκομιδή εισοδήματος χωρίς καμία διακινδύνευση, γ) ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες δεν κατατέθηκαν για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά για να γίνει αυτοτελής διαχείριση από την δευτέρα αναιρεσίβλητη εταιρία.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων και συγκεκριμένα, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταρτισθείσες συμβάσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δευτέρας αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός (εκτιμώμενος ως από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικώς μνημονεύονται οι καταρτισθείσες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της δευτέρας αναιρεσίβλητης. Με τις λοιπές αιτιάσεις του ιδίου λόγου, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις παραδοχές της συμμετοχής της δευτέρας αναιρεσίβλητης ως μέλους του συνεγγυητικού κεφαλαίου, της καταθέσεως χρηματικών ποσών στην δευτέρα αναιρεσίβλητη, της ευρέσεως στα χαρτοφυλάκια ορισμένων αναιρεσειόντων ελαχίστων τίτλων και συνεπώς, ο σχετικός λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ωε "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 802/2020, ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ότι δέχθηκε πως οι διενεργηθείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές επί ελαχίστων μετοχών δεν έγιναν με τα κεφάλαια που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα" κατά την αμέσως προηγουμένη εκτεθείσα στην νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι η καταβολή αποζημιώσεως στους ως άνω αναιρεσείοντες για τις διενεργηθείσες συναλλαγές με κεφάλαια πέραν των χρημάτων που κατέθεσε έκαστος εξ αυτών με τα προσαρτήματα υποδηλώνει ότι οι συναλλαγές αυτές διενεργήθηκαν με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια αλλά η σχετική αυτή αιτίαση είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτον λόγον αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων και της δευτέρας αναιρεσίβλητης εταιρίας και των προσαρτημάτων αυτών, με την εσφαλμένη ανάγνωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν εντολές για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι οι εκτελεσθείσες ως άσχετες με τα χρηματικά κεφάλαια που είχαν καταθέσει οι τελευταίοι στην ΕΠΕΥ δεν συνιστούν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με αυτό των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των προσαρτημάτων αυτών, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού ορθά τα ανέγνωσε, συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 1191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω νομίμως εκπροσωπηθέντες πενήντα δύο (52) αναιρεσείοντες - μετά την υπεισέλευση στην δίκη των προαναφερθέντων διαδίκων (κατά την αναφερομένη στο αναιρετήριο σχετική αρίθμηση) - και ειδικότερα, 2) Β.
Κ. του Χ., 3α) Π. χήρα Ε. Κ., το γένος Π. Λ., 3β) Α. Κ. του Ε., 3γ) Ά. - Μ. Κ. του Ε., 5) Α. Π. του Η., 6α) Μ. χήρα Η. Π., το γένος Δ. Σ., 6β) Α. Π. του Η., 6γ) Κ. Π. του Η., 7) Α. Β. του Χ., 9) Ε. Ν. του Χ., 11) Ά. Γ. του Γ., 12) Β. Γ. του Α., 13α) Χ. Κ. του Ε., 13β) Α. Κ. του Ε., 14) Σ. Φ. του Φ., 15) Μ. Κ. του Κ., 17) Κ. Β. του Ι., 18) Α. Β. του Χ., 20) Ι. Κ. του Δ., 21) Σ. Ι. του Α., 22) Ι. Γ. του Κ., 23) Ν.
Π. του Ε., 24) Ε. Ο. του Τ., 25) Ε. Π. του Β., 28) Ι. Χ. του Β., 30) Σ. Δ. του Σ., 32) Μ. Κ. του Ν., 33) Α. Ν. του Γ., 35) Θ. Π., 39) Σ. Μ. του Ε., 40) Δ. Μ. του Π., 47) Η. Κ. του Ι., 49) Χ. Π. του Λ., 52) Γ. Β. του Α., 54) Σ. Τ. του Π., 56) Ι. Α. του Ε., 57) Ι. Γ. του Ε., 58) Ι. Κ. του Σ., 63) Ν. Π. του Μ., 65) Δ. Κ. του Ι., 68) Β. Λ. του Ν., 72) Ε. Π. του Χ., 74) Σ. Μ. του Κ., 75) Π. Π. του Κ., 76) Α. Π. συζύγου Π., 77) Κ.
Μ. του Α., ως ασκούντος την γονική μέριμνα επί της ανήλικης θυγατέρας του Κ. Μ., 78) Ι. Δ. του Ρ., 80) Γ. Κ. του Χ., 81) Σ. Κ. του Μ., 82) Σ. Μ. του Α., 83) Δ. Μ. του Π. και 84) Κ. Σ.). Πρέπει ακόμη να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος εκ μέρους των αναιρεσειόντων παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά εξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά παραδοχή του σχετικού προς τούτο νομίμως υποβληθέντος αιτήματός του (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ), εις βάρος των προαναφερθέντων αναιρεσειόντων που εκπροσωπήθηκαν στην δίκη αυτή λόγω της ήττας τους στην δίκη αυτή, όπως ειδικότερα ορίζεται αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΧΩΡΙΖΕΙ την υπόθεση και ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως: α) ως προς τους αναιρεσείοντες: Σ. Α. του Δ. (1), Σ. Μ. του Α. (4), Κ. Κ. του Γ. (10), Κ. Σ. του Τ. (16), Α. Γ. του Κ. (19), Π. Κ. του Κ. (26), Ε. Π. του Β. (27), Γ. Τ. του Σ. (29), Κ. Τ. του Χ. (31), Π. Χ. του Κ. (34), Χ. Π. του Π. (36), Σ. Π. του Δ. (38), Γ. Γ. του Π. (41), Γ. Γ. του Κ. (42), Κ. Θ. του Λ. (43), Α. Τ. του Π. (44), Ε. Β. του Δ. (45), Ε. Β. του Θ. (46), Σ. Μ. του Π. (48), Ε. Β. του Δ. (50), Α. Τ. του Ν. (51), Γ. Β. του Α. (52), Ι. Κ. του Σ. (53), Α. Μ. του Γ. (55), Κ. Π. του Π. (59), Α. Γ. του Δ. (60), Ε. Α. του Σ. (61), Σ. Β. του Γ. (62), Α. Μ. του Τ. (64), Σ. Α. (66), Κ. Γ. (67), Μ. Μ. (69), Γ. Ν. του Δ. (70), Μ. Σ. του Φ. (71), Κ. Κ. του Α. (73), νομίμως εκπροσωπουμένη και εδρεύουσα στην ... εταιρία με την επωνυμία "B.... A.N.C.", Ν. Π. του Ε. (23) και Α. Α. του Ι. (που εμφαίνεται με αριθμό 49). Και, β) ως προς την δευτέρα των αναιρεσιβλήτων εδρεύουσα στην Αθήνα και τελούσα σε εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...".
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινομένη από 11-10-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1191/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τους ως άνω στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως αναφερομένους νομίμως εκπροσωπηθέντες αναιρεσείοντες.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους των αναιρεσειόντων παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο συνολικό χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €), εις βάρος των ως άνω αναφερομένων νομίμως εκπροσωπηθέντων αναιρεσειόντων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ