Legislator Case Law & Legislation
1520/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's finding of witness testimony sufficiency.

Case Number 1520/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the company's appeal against the Labor Court of Lamia's decision in a labor dispute. The lower court had accepted the employee's claim for severance pay and Sunday work compensation based on sworn witness testimonies and notarized statements presented at the first instance. The court rejected the appeal's arguments that these evidentiary materials were not properly considered by the second-instance judge, finding no grounds for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the appellate court fails to demonstrate that the lower court ignored or misappreciated the evidence adduced by the parties, particularly sworn witness testimonies and notarized statements.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal witness testimony sufficiency notarized statements evidence second instance review dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1520 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1520/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταύροπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/5/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 7/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7 Οκτωβρίου 2019 και με αριθμό κατάθεσης 15/9.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 83/12.7.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της εκδοθείσας, κατά την αυτή διαδικασία και κατ' αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμό 74/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 16.11.2017 και με αριθμό κατάθεσης 36/2017 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 5.5.2015 και με αριθμό κατάθεσης .../11.5.2015 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε ότι στις 16.2.2015 η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατήγγειλε την από 19.2.2009 αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας της για τους λόγους που εξέθετε στην αγωγή και που καθιστούσαν καταχρηστική την άσκηση του εργοδοτικού δικαιώματος της αντιδίκου της και:1) κατά την κύρια βάση της ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας από 16.2.2015 καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της, β) να της επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας ύψους 4.046,90 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 17.2.2015 μέχρι 30.6.2015, γ) να της επιδικασθεί και το ποσό των 17.864,34 ευρώ για αμοιβή της εργασίας της στις Κυριακές που παρέθετε ότι εργάσθηκε και δ) να της επιδικασθεί και το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την καταχρηστική της απόλυσης, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις και 2) κατά την επικουρική της βάση, εφόσον, δηλαδή, κριθεί ότι ήταν άκυρη η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και ότι ήταν έγκυρη η από 16.2.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ζήτησε η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα να υποχρεωθεί, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να της καταβάλει το ποσό των 17.864 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής, το οποίο θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο που απασχολήθηκε στις αναφερόμενες στην αγωγή Κυριακές, κατά τις οποίες η ενάγουσα- εφεσίβλητη και ήδη αναρεσίβλητη εργάσθηκε.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας την 9.10.2019 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια κάποιου από τους διαδίκους επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 12.7.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση, όμως, το δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της αορίστου χρόνου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 ΑΚ (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 179/2016).

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζόμενου (ΑΠ 179/2016).

Ο απολυθείς μισθωτός μπορεί με αγωγή του, ασκούμενη εντός της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής και να αξιώσει τα εντεύθεν δικαιώματά του. Στην παραπάνω αγωγή ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας.

Τα περιστατικά, που προβάλλονται από τον εναγόμενο - εργοδότη ως δικαιολογούντα την απόλυση, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και, συνεπώς, ο ενάγων- απολυθείς δεν χρειάζεται να τα αντικρούσει (ΑΠ 1540/2006).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 485/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί την ακυρότητα της εκ μέρους της από 16.2.2015 καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης λόγω καταχρηστικότητας, από μόνο το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκαν οι λόγοι τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε για την εν λόγω καταγγελία και επαναλαμβάνοντας τη σχετική περικοπή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά την οποία η απόλυσή της υπαγορεύθηκε από εμπάθεια και λόγους εκδίκησης, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και παράλληλα διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα παραθέτει κατά λέξη τις ακόλουθες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 19-2-2009 μεταξύ της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) και της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), η πρώτη προσέλαβε τη δεύτερη για να της παρέχει την εργασία της επί πέντε ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή και τις ώρες από 6.00 έως 14.30 με ενδιάμεση δεκαπεντάλεπτη ανάπαυση, στο τμήμα συσκευασίας και ειδικότερα ως αποστεώτρια - καθαρίστρια κρεάτων στη μονάδα της στη ..., αμειβόμενη με ημερομίσθιο, το οριζόμενο από την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Στις 16.2.2015 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση και της κατέβαλε αυθημερόν την προβλεπόμενη αποζημίωση. Τον Αύγουστο 2014 στο χώρο εργασίας της άνδρας ακούων στο όνομα Έ., αδελφός της D. T. (Ν. Τ.), κατά μεν την ενάγουσα διευθύντριας κατά δε την εναγομένη άλλοτε διευθύντριας και άλλοτε υπεύθυνης και επόπτη του τμήματος συσκευασίας, στο οποίο εργαζόταν και η ενάγουσα, έψαυσε το στήθος της.

Επειδή γνώριζε τη θέση της αδελφής του στην εναγομένη και τις φιλικές της σχέσεις με τον εκπρόσωπο αυτής Γ. Κ., απέφυγε να καταγγείλει το γεγονός, είτε απευθείας στον επιχειρηματία είτε στην υπεύθυνη επόπτρια του τμήματος συσκευασίας, αδελφή του δράστη, επειδή φοβόταν μήπως την απολύσουν, καθώς είχε μεγάλη ανάγκη να εργάζεται και επειδή πίστευε ότι η απρεπής και προσβλητική ενέργεια του Έ.

οφειλόταν σε στιγμιαία παρόρμηση και δε θα επαναλαμβανόταν, σιώπησε. Την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουάριου 2015 ο ίδιος άνδρας και υπό τις ίδιες συνθήκες έψαυσε και πάλι το στήθος της. Τότε αποφάσισε να εκμυστηρευθεί στο σύζυγό της τα δύο περιστατικά και με την προτροπή του τα ανέφερε στο Γ. Κ. και την υπεύθυνη του τμήματος Ν.

Τ. και ύστερα από λίγες ημέρες ο σύζυγός της τηλεφώνησε στο Γ. Κ. και ζήτησε να μάθει τι απέγινε. Αυτός δε του απάντησε ότι "απόντος του Έ. δεν μπορούσε να κάνει ο,τιδήποτε" και στις 16.2.2015, ήτοι δέκα περίπου ημέρες μετά τη διαμαρτυρία της ενάγουσας για τα δύο σε βάρος της περιστατικά στο χώρο και εν ώρα εργασίας, της επιδόθηκε η έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και της καταβλήθηκε συγχρόνως η σχετική αποζημίωση.

Θεωρούσα (εννοείται θεωρήσασα) ότι η καταγγελία δεν είχε καμία σχέση με την εργασία της, διότι επί έξι έτη από την πρόσληψή της έως την καταγγελία, εκπλήρωνε με

επιμέλεια και αποδοτικότητα τις έναντι της εναγομένης εργοδότριάς της υποχρεώσεις της ως εργαζόμενη, αλλά ότι αποκλειστική αιτία αυτής ήταν το γεγονός ότι ανέφερε, διαμαρτυρόμενη, τα δύο περιστατικά στον εργοδότη της, προσέφυγε στο αρμόδιο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεωρήσεως Φωκίδας και επικαλούμενη ως αιτία της

καταγγελίας ότι κατήγγειλε τη "σεξουαλική παρενόχλησή" της, ζήτησε την επαναπρόσληψή της, διότι η καταγγελία ήταν "παράνομη, άκυρη και καταχρηστική" και την καταβολή των όσων δεν είχε λάβει για εργασία κατά την Κυριακή και επίδομα αδείας.... Από την αλληλουχία των γεγονότων προκύπτει ότι η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της από 19-2-2009 συμβάσεως εργασίας δεν έγινε επειδή η ενάγουσα συστηματικά και επί μακράν επεδείκνυε στον χώρο εργασίας και κατά τη διάρκεια αυτής έναντι των άλλων εργαζομένων στο ίδιο με αυτή τμήμα προκλητική και προσβλητική γι' αυτούς συμπεριφορά, ένεκα της οποίας αναγκάζονταν να αποχωρούν επειδή δε μπορούσαν να υποφέρουν άλλο τις ύβρεις και τις απειλές της, με συνέπεια λόγω της πρόωρης εξαιτίας της ενάγουσας αποχώρησης των νεοπροσλαμβανόμενων εργατών να δυσχεραίνεται η λειτουργία του τμήματος συσκευασίας και να υφίσταται ζημία.

Οι μάρτυρες της εναγομένης, η πρώτη των οποίων αδελφή του παρενοχλήσαντος την ενάγουσα, εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η δεύτερη A. K. βεβαίωσε ενώπιον συμβολαιογράφου, δεν είναι αξιόπιστες και οι μαρτυρίες τους δεν είναι ικανές να αναιρέσουν την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της ενάγουσας ο οποίος εξετάστηκε στο ακροατήριο και να οδηγήσουν σε διαφορετική κρίση ότι δηλαδή η καταγγελία συμβάσεως εργασίας έγινε για τον λόγο που επικαλέστηκε η εναγομένη για να αποκρούσει την εναντίον της αγωγή και δη ότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της προς τους άλλους εργαζομένους, ιδίως τους αλλοδαπούς, στο ίδιο τμήμα δημιουργούσε αφόρητο κλίμα και απορρύθμιζε την ομαλή λειτουργία του τμήματος προκαλώντας βλάβη στα καλώς εννοούμενα επιχειρηματικά της συμφέροντα.

Η πρώτη από αυτές, ως διευθύντρια και υπεύθυνη - επόπτρια του εν λόγω τμήματος, παρότι γινόταν συχνά, όπως, κατέθεσε, δέκτης παραπόνων από τους εργαζόμενους για την κάκιστη συμπεριφορά της ενάγουσας δεν έπραξε το στοιχειώδες, να παρέμβει και αν διαπίστωνε ότι όντως η συμπεριφορά ήταν αυτή για την οποία παραπονούνταν οι συνάδελφοί της, να προτείνει τότε την απόλυσή της.

Το έπραξε το Φεβρουάριο του 2015 και αφού προηγουμένως η ενάγουσα ανέφερε τα δύο συμβάντα της απρεπούς και προσβλητικής γι' αυτήν πράξης του αδελφού της, ο οποίος, και αν ακόμη δεν εργαζόταν στην εναγομένη, είχε τη δυνατότητα λόγω της συγγένειας με τη μάρτυρα - αδελφή του να εισέρχεται στο χώρο εργασίας, αλλά και, όπως συνομολογείται από την εναγομένη και κατέθεσε η μάρτυρας, επισκεπτόταν το τμήμα συσκευασίας για να παρακολουθεί τη διαδικασία παραγωγής και συσκευασίας του κρέατος και των κρεατοσκευασμάτων επειδή επρόκειτο να εργασθεί στο κατάστημα ..., που διατηρεί ο σύζυγος της αδελφής του στο ...

Η άλλη μάρτυρας προσλήφθηκε στις 3-8-2006, πολύ νωρίτερα από την ενάγουσα (19-2-2009), η οποία ήταν απλή εργάτρια όπως και η μάρτυρας. Αν πράγματι την έβριζε και την ταπείνωνε, όπως και τους άλλους εργαζομένους "σας μάζεψε και σας ταΐζει ο Κ.. Δεν θα επαναπαύομαι έως ότου να σας διώξω" και πολλές φορές προσπαθούσε "να σαμποτάρει τη δουλειά της, κατηγορώντας τη στη Διευθύντρια ότι δεν είναι σωστή στη δουλειά της, ότι κάνει πολλά λάθη και ότι δεν είναι παραγωγική" (βλ.

ένορκη βεβαίωσή της) είναι βέβαιο ότι δεν θα ανεχόταν την απέναντί της σκαιά συμπεριφορά της ενάγουσας επί έξι έτη, αλλά θα αντιδρούσε και θα διαπληκτιζόταν με την ενάγουσα και δε θα ζητούσε, ύστερα από τόσα έτη, από τον εργοδότη της να καταγγείλει τη με αυτή από το 2006 σύμβαση εργασίας, παρ' ότι, όπως κατέθεσε, είχε απόλυτη ανάγκη να εργάζεται.

Ενώ δε η επί συνεχή έτη προσβλητική και μειωτική συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν ανυπόφορη, δεν παρέλειψε παρ' όλα αυτά να παραστεί στην τελετή του γάμου της στις 28-6-2014, δηλαδή δύο μήνες πριν την αποχώρησή της τον Αύγουστο 2014 και μάλιστα με το σύζυγό της και μία αλβανίδα φίλη της. Αν η τόσο προσβληθείσα μάρτυρας δεν αισθανόταν μίσος προς την ενάγουσα, αίσθημα κατανοητό και δικαιολογημένο και συνήθως φυσικό σε παρόμοιες περιπτώσεις, τουλάχιστον δε θα έσπευδε να παραστεί στο γάμο της.

Η εναγομένη, αρνούμενη την επαναπρόσληψη της ενάγουσας, προέβαλε ως λόγο της αρνήσεώς της ότι ήδη στη θέση της προσέλαβε τη μάρτυρα A. K. ... Και η ίδια στην ένορκη βεβαίωσή της αναφέρει ότι επαναπροσλήφθηκε στις 18-5-2015, ήτοι πέντε ημέρες μετά την άσκηση της αγωγής. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρα, με την οποία η εναγομένη προσπάθησε να αποδείξει ότι ο Έ.

έπαυσε μετά το 2014 να επισκέπτεται τις εγκαταστάσεις και άρα δεν έψαυσε και δεύτερη φορά το στήθος της ενάγουσας τον Φεβρουάριο του 2015, δεν είναι αληθής και γι' αυτό μη πειστική. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο συναφής ισχυρισμός της εναγομένης ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν τέτοια που να μη μπορεί να την υπομείνει κανένας από όσους, μετά την αποχώρηση της Ά.

Κ. τον Αύγουστο του 2014, προσέλαβε να εργασθούν στο τμήμα συσκευασίας και στη θέση της. Από τους έξι αλβανούς και δύο έλληνες που ονομαστικώς αναφέρει στις προτάσεις της, οι τρεις προσλήφθηκαν το έτος 2013 και οι πέντε από το Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο 2014, δηλαδή πριν από την αποχώρηση της Ά. Κ., σε αναπλήρωση της οποίας υποτίθεται ότι προσλήφθηκαν.

Εκτός τούτου ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτοί εργάζονταν στο ίδιο με την ενάγουσα τμήμα συσκευασίας και ότι είχαν οποιαδήποτε εργασιακή σχέση με αυτή. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο σύζυγος της ενάγουσας τηλεφώνησε στις αρχές Φεβρουάριου 2015 στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Κ., ζητώντας να τον πληροφορήσει τι έπραξε μετά την αναφορά της συζύγου του για τις παρενοχλήσεις της από τον Έ..

Το συνομολογεί με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις η εναγομένη και το κατέθεσε η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο Ν. Τ., αδελφή του Έ.. Τόσο η ενάγουσα όσο και ο τηλεφωνήσας σύζυγός της έκαναν λόγο για τα δύο περιστατικά τον Αύγουστο του 2014 το πρώτο και τον Φεβρουάριο 2015 το δεύτερο και όχι μόνο για αυτό του Αυγούστου 2014, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και κατέθεσε η μάρτυράς της, διότι δεν είχε κανένα νόημα ό, τι αποσιώπησε η ενάγουσα τον Αύγουστο 2014 να το αναφέρει ακαίρως στον εργοδότη της τον Φεβρουάριο του 2015.

Και ισχυρίζεται μεν η εναγομένη ότι δεύτερο επεισόδιο δεν συνέβη, αλλά το επινόησε η ενάγουσα όταν πληροφορήθηκε ότι είχε προαποφασισθεί η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εξ αιτίας της συμπεριφοράς της προς τους συναδέλφους της, αλλά και ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος όχι μόνο διότι η καταγγελία αποφασίστηκε και της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, αλλά και διότι η ενάγουσα εκ των πραγμάτων δεν είχε τη δυνατότητα να μάθει πριν από δέκα ημέρες περίπου αυτό που συνέβη στις 16-2-2015, γεγονός του οποίου έλαβε γνώση κατά την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας.

Προηγήθηκε το παράπονο της ενάγουσας στο νόμιμο εκπρόσωπο και το τηλεφώνημα του συζύγου της και μετά από δέκα ημέρες περίπου αποφασίστηκε η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, όχι διότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της ως εργαζόμενη ή διότι η συμπεριφορά της προς τους εργαζόμενους στον ίδιο με αυτή χώρο ήταν σκαιά και δημιουργούσε προβλήματα, αλλά διότι παραπονέθηκε για τις άσεμνες πράξεις του αδελφού της διευθύντριας της επιχείρησης Ν.

Τ., η οποία, όπως κατέθεσε, πρότεινε και την απόλυσή της. Υπ' αυτά τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη". Κατά τα διαλαμβανόμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απορρίπτοντας, βάσει των παρατεθεισών ως άνω παραδοχών, κατ' ουσίαν την από 16.11.2017 (με αριθμό κατάθεσης 36/2017) έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώνοντας τη με αριθμό 74/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, (με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι η από 16.2.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης υπήρξε άκυρη, ως γενόμενη κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και ότι η τελευταία, που μετά την άκυρη καταγγελία έπαυσε να αποδέχεται πραγματικά της υπηρεσίες της αντιδίκου της, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και οφείλει στην ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη τις νόμιμες αποδοχές της καθώς και το ποσό των 1.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που της προκάλεσε), παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 281, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955.

Κατ' αρχάς στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα οι ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί αοριστίας τούτου ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης. Περαιτέρω σύμφωνα, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι έχουν συμβεί τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που επικαλείτο η ενάγουσα- εφεσίβητη και ήδη αναιρεσίβλητη-εργαζόμενη για να θεμελιώσει την εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας-εργοδότριας καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της να καταγγείλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, στη συνέχεια έκρινε ότι τα γεγονότα αυτά υπάγονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Με κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Λαμίας δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, οι οποίες αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 59 και 932 ΑΚ, αλλά αντιθέτως, τις ερμήνευσε σωστά και τις εφήρμοσε ορθά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επιπλέον, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης ως προς το ίδιο ως άνω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διότι οι διαλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ότι, δηλαδή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως κατέληξε στην κρίση του περί καταχρηστικότητας της απόλυσης της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης από μόνο το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκαν τα γεγονότα, που επικαλέσθηκε η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα (και που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της από 5.5.2015 αγωγής), υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, βάσει των ίδιων ως άνω παραδοχών, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κατάφαση του ισχυρισμού της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας να καταγγείλει τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας.

Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι η ως άνω ενέργεια της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά την προφορική καταγγελία της ενάγουσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης για τα δύο περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης, που δέχθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας της, από άνδρα με το όνομα "Έ.", αδελφό της Ν.

Τ., διευθύντριας της επιχείρησης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επόπτριας στο τμήμα συσκευασίας όπου εργαζόταν η ενάγουσα. Επίσης δέχεται ότι ο εν λόγω άνδρας, ακόμη και αν δεν εργαζόταν στην επιχείρηση, λόγω της αδελφής του είχε τη δυνατότητα να εισέρχεται στο χώρο εργασίας της επιχείρησης της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επισκεπτόταν το τμήμα συσκευασίας για να παρακολουθεί τη διαδικασία παραγωγής και συσκευασίας του κρέατος και των κρεατοσκευασμάτων, στο οποίο απασχολείτο η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εν όψει του ότι επρόκειτο να εργασθεί στο κατάστημα ...

που διατηρεί ο σύζυγος της αδελφής του στο ... Δέχεται, τέλος, ότι η Ν. Τ. πρότεινε στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις, την απόλυση της ενάγουσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με δεδομένο ότι η εκ μέρους της εργαζόμενης καταγγελία των σε βάρος της περιγραφόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση άσεμνων πράξεων του αδελφού της Ν.

Τ. είναι ουσιώδης για να δημιουργήσει από μόνη της εμπάθεια και διάθεση εκδίκησης στην αδελφή του καταγγελλόμενου, οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι επαρκείς και σαφείς, διότι διευκρινίζεται ότι η αδελφή του καταγγελλομένου, που πρότεινε την απόλυση της ενάγουσας, κατείχε υπεύθυνη θέση στην επιχείρηση της εναγομένης και διατηρούσε φιλική σχέση με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, συνθήκες που επηρέασαν τη βούληση του τελευταίου, ώστε αυτός να δεχθεί την πρότασή της και να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση εργασίας.

Επομένως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν με σαφήνεια και πληρότητα τα ως άνω περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955, που εφαρμόσθηκαν. Ενόψει αυτού, το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την επάρκεια και τη σαφήνεια των αιτιολογιών της σχετικά με τον προσδιορισμό της θέσης ευθύνης που κατείχε η Ν.

Τ. στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και τη διευκρίνιση του τρόπου πρόκλησης των συναισθημάτων εμπάθειας και εκδίκησης από τα ως άνω καταγγελθέντα περιστατικά και του τρόπου επηρεασμού της βούλησης του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας για την καταγγελία πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.

γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι η περί εμπάθειας και εκδικητικότητας παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ως λόγων που καθιστούν καταχρηστική την εκ μέρους της εναγομένης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης δεν βρίσκουν έρεισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και που έδωσαν ένορκες βεβαιώσεις, με συνέπεια να δημιουργούνται αμφιβολίες εάν αυτές λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση στη σελίδες 5 αυτής ότι: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, την υπ' αριθμ. .../2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ.

Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ι. Κ., που δόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου (υπ' αριθμ. .../2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Μεσολογγίου Ε. Σ.), την υπ' αριθμ. .../2016 ένορκη βεβαίωση της A. K. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Α.

Γ., η οποία συντάχθηκε και προσκομίσθηκε με επιμέλεια της εναγομένης, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου (υπ' αριθμ. ...2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Α.) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν μετ' επικλήσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:.." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο του κεφαλαίου της απόφασης που πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ...

που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης και της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 74/2017 απόφασή του πρακτικά συνεδρίασης, και τη με αριθμό .../2.12.2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Μ., που δόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ι.

Γ. Κ., (που επισκοπούνται προκειμένου να διερευνηθεί η βασιμότητα του οικείου αναιρετικού λόγου). Σημειωτέον ότι δεν προσκομίζεται από την αναιρεσείουσα η με αριθμό .../2016 ένορκη βεβαίωση της ..., που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση δόθηκε με επιμέλειά της, ώστε και αυτή να επισκοπηθεί από τον Άρειο Πάγο, στα πλαίσια της έρευνας του ίδιου λόγου αναίρεσης Κατά συνέπεια είναι αβάσιμες οι ως άνω διαλαμβανόμενες στον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, ότι, δηλαδή, δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το αν ως άνω καταθέσεις λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 7.10.2019 αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Οκτωβρίου 2019, με αριθμό κατάθεσης 15/9.10.2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 83/12.07.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ