Supreme Court dismisses appeal against conviction for embezzlement due to lack of grounds and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against his conviction for embezzlement exceeding 120,000 euros. The appellant argued for a retrial citing lack of specific reasoning and erroneous application of criminal law, while the prosecution maintained the lower court's factual findings regarding the intentional misappropriation of insurance premiums. The court rejected these grounds as inadmissible, ruling that the lower court's assessment of evidence was not subject to appellate review and that the appellant's claims were baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510, 578 of the Code of Civil Procedure; Articles 375 of the Penal Code: An appeal based on alleged lack of specific reasoning or erroneous application of substantive criminal law is inadmissible if the lower court's evaluation of evidence is not legally reviewable and the appellant fails to demonstrate a specific legal error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1520 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1520/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αλεξάνδρα Σιούτη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στεργιόπουλος, για αναίρεση της υπ' αριθ. 985/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 269/2-4-2019 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 657/2019.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 02 Απριλίου 2019 με αριθμό 269/2019 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 985/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο και το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 14-03-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 02-04-2019 με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 473 παρ. 2,3, 474 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4620/2019, εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 2 του νέου ΚΠοινΔ, αφού η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ). Είναι επομένως τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4619/2019, ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 460 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2019: "1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενο εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.".
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ όπως ισχύει: "1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.".
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του επέρχεται ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των δύο ή περισσότερων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από κάθε μία και εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος επιβαρύνεται το ίδιο από αμφοτέρους ή όλους τους νόμους, τότε είναι εφαρμοστέος ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξης (ΑΠ 1348/2003).
Εν προκειμένω, από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, και τα οποία εκτίθενται αναλυτικά κατωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι ο νεώτερος νόμος είναι δυσμενέστερος αφού προβλέπει σωρευτικά με την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα ετών και την επιβολή χρηματικής ποινής. Εφαρμοστέες, συνεπώς, είναι οι διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους, κατά τα ανωτέρω.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο αυτής, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι ευρίσκεται σε ξένη, σε αναφορά προς τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο Αστικό Δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο σχετικό δικαίωμα που του παρέχει το Δίκαιο.
Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως να το ενσωματώσει στην δική του περιουσία, χωρίς δηλαδή να αρκεί πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν ανακοινώθηκε σε τρίτο, αλλά απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση.
Για να στοιχειοθετείται δε κακουργηματική υπεξαίρεση, λόγω της ιδιότητας του υπαιτίου ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, πρέπει το ιδιοποιούμενο απ` αυτόν παρανόμως πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να περιήλθε στην κατοχή του λόγω της ιδιότητάς του αυτής. Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση κατά το άρθρο 719 ΑΚ να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της.
Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά από την εκτέλεση της εντολής είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά είτε κατ' άλλον τρόπο. Γι` αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαιρέσεως. Στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της ιδιότητας του θεματοφύλακα και επομένως ο υπαίτιος που ιδιοποιείται παρανόμως το πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με σύμβαση παρακαταθήκης, δηλαδή το κατέχει, ως θεματοφύλακας, δεν διαπράττει κακουργηματική υπεξαίρεση.
Όταν όμως κατά τη σύμβαση, εισπράττει χρήματα σε εκτέλεση εντολής και για λογαριασμό του εντολέα, για να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες και προκειμένου μετ' αφαίρεση ορισμένου ποσού συμφωνημένης προμηθείας του να αποδώσει το υπόλοιπο στον εντολέα του, η υποχρέωση για φύλαξη του υπολοίπου των εισπραττομένων χρημάτων μέχρι την απόδοσή τους, είναι συνέπεια της συμβάσεως της εντολής, η δε πρόσθετη αυτή ευθύνη του εντολοδόχου κατά το χρόνο που έχει στην κατοχή του τα χρήματα που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του, δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου ως προς την είσπραξη για λογαριασμό του εντολέα και την απόδοση σ` αυτόν του χρηματικού ποσού.
Κακουργηματική υπεξαίρεση διαπράττει και ο ασφαλιστικός πράκτορας όταν παρακρατεί και ιδιοποιείται τα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ασφάλιστρα, που εισπράττει για λογαριασμό ασφαλιστικής εταιρείας στα πλαίσια συμβάσεως πρακτορίας, που έχει καταρτίσει με αυτήν, δυνάμει της οποίας ανέλαβε, έναντι αμοιβής (προμήθεια) να μεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της εταιρείας αυτής και τρίτων και να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα (ΑΠ 867/2014).
Ο προσδιορισμός της αξίας του πράγματος που είναι αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι αναγκαίος όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. O προσδιορισμός της αξίας του υπεξαιρεθέντος αποτελεί ζήτημα πραγματικό, αν είναι μεγάλης ή μικρής αξίας, ως αξία δε του πράγματος που είναι αντικείμενο της αξιοποίνου πράξεως εννοείται ο ποσοτικός προσδιορισμός της σε χρήματα.
Ο προσδιορισμός γίνεται αντικειμενικώς με βάση την αξία του στις συναλλαγές ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος και δεν λαμβάνεται υπόψη η από διαθέσεως αξία για τον παθόντα που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα. Σχετικά με την αξία του αντικειμένου της πράξεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, η αξία είναι σχετική αναλόγως των προσώπων, του τόπου και του χρόνου και ότι ως αξία εννοείται, η πραγματική, αντικειμενική, αγοραία και όχι η από διαθέσεως.
Τούτο όμως δεν σημαίνει δε ότι με την έννοια "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", ήθελε ο νομοθέτης σε κάθε περίπτωση προσδιορισμό από το δικαστήριο της αξίας του αντικειμένου εγκλήματος κατά της ιδιοκτησίας και κατά της περιουσίας γενικά με γνώμονα ότι το ίδιο αντικείμενο που αφαιρείται από παθόντα με μικρή ή μηδαμινή περιουσία να κρίνεται ως μεγάλης αξίας, ενώ αν αυτό αφαιρείται από πρόσωπο ευκατάστατο ή με μεγάλη περιουσία να κρίνεται ως μικρής αξίας, αλλά προκύπτει ότι η πραγματική βούληση του νομοθέτη, κατά τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της κλοπής, της υπεξαιρέσεως κλπ, ήταν να γίνεται ο προσδιορισμός της κατά τα ανωτέρω αντικειμενικής ανάλογα με την αξία του πράγματος στις συναλλαγές εν όψει και του ότι η ταχύτητα μεταβολής των οικονομικών συνθηκών δεν καταλείπει περιθώρια για σταθερά όρια αξίας.
Τέλος, για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής είναι ζήτημα πραγματικό.
Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με, την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 985/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ` εξακολούθηση, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην ….
α) την 10-4-2011, β) σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο που ανάγεται πάντως περί τον Αύγουστο του έτους 2011 και γ) την 31-7-2011, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα στο σύνολο τους κινητά πράγματα (χρήματα) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του και του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, το συνολικό δε της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ δυνάμει του από 10-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού "εργολάβου - εισπράκτορα", η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", του ανέθεσε εργολαβικά την είσπραξη των αξιών των ασφαλίστρων στην περιοχή- της ... με βάση τις τριπλότυπες αποδείξεις τις οποίες του παρέδιδε (η εταιρεία), αυτός αν και καθημερινά είχε υποχρέωση αφενός να αποδίδει λογαριασμό για τις εισπράξεις της προηγουμένης ημέρας και αφετέρου να καταθέτει τις εισπράξεις αυτές σε τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας στην ...
αυτός, μολονότι εισέπραττε καθημερινά ασφάλιστρα, ουδόλως κατέθετε αυτά στον ανωτέρω λογαριασμό, αλλά παρακράτησε μέρος των εισπραχθέντων χρημάτων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Έτσι, αν και εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 10-14008 μέχρι το αργότερο την 31-7-2011 από ασφαλιζόμενους της εγκαλούσης, ως εργολάβος εισπράκτορας αξιών των ασφαλίστρων στην ως άνω περιοχή, έχοντας την πιο πάνω ιδιότητα του εντολοδόχου για λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας χρηματικά ποσά που ανέρχονται συνολικά σε 212.747,13 ευρώ, εκδηλώνοντας εμπράκτως τη βούληση ιδιοποίησής τους α) τη 10-4-2011 με την πάροδο της προθεσμίας που έταξε η εγκαλούσα για την καταβολή ποσού 212.175,13 ευρώ με σχετική εξώδικη δήλωση, δεν απέδωσε το ανωτέρω ποσόν, β) κατά το μήνα Αύγουστο 2011, όποτε επιδόθηκε σχετική αγωγή της εγκαλούσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων και το ποσόν των 5.880,05 ευρώ, δεν απέδωσε το ανωτέρω ποσό και γ) την 31 -07-2011 οπότε επιδόθηκε σχετική αγωγή της εγκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για το ποσό των ευρώ, ομοίως δεν απέδωσε το ποσό αυτό, δηλαδή συνολικά δεν απέδωσε το ποσόν των 212.747,13 Ευρώ στην εταιρεία ως είχε υποχρέωση, αλλά, με την πάροδο των ανωτέρω ημερομηνιών κατά τις οποίες, με την μη καταβολή, εκδήλωσε εμπράκτως τη βούληση του περί ιδιοποιήσεως αυτών, τα κατακράτησε με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα, το συνολικό χρηματικό ποσόν των 212.747,13 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε στη δική του περιουσία.
Στις ανωτέρω δε πράξεις του προέβη με ενότητα δόλου, ήτοι ταυτότητα της απόφασης που εξαρχής καταλάμβανε το σύνολο των μερικότερων πράξεων. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου ατομικού, κοινωνικού, οικογενειακού και επαγγελματικού βίου, ενώ δεν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια, ούτε ότι προσπάθησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεών του".
Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο την αναιρεσείοντα του ότι "Στην …. α) την 10-4-2011, β) σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα κατά την ανάκριση χρόνο που ανάγεται πάντως περί τον Αύγουστο του έτους 2011 και γ) την 31-7-2011, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένα στο σύνολο τους κινητά πράγματα (χρήματα) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που περιήλθαν στην κατοχή του και του τα είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, το συνολικό δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, ενώ δυνάμει του από 10-1-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού "εργολάβου - εισπράκτορα", η εγκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", του ανέθεσε εργολαβικά την είσπραξη των αξιών των ασφαλίστρων στην περιοχή- της ... με βάση τις τριπλότυπες αποδείξεις τις οποίες του παρέδιδε (η εταιρεία), αυτός αν και καθημερινά είχε υποχρέωση αφενός να αποδίδει λογαριασμό για τις εισπράξεις της προηγουμένης ημέρας και αφετέρου να καταθέτει τις εισπράξεις αυτές σε τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας στην ..., αυτός, μολονότι εισέπραττε καθημερινά ασφάλιστρα, ουδόλως κατέθετε αυτά στον ανωτέρω λογαριασμό, αλλά παρακράτησε μέρος των εισπραχθέντων χρημάτων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα.
Έτσι, αν και εισέπραξε κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2008 μέχρι το αργότερο την 31-7-2011 από ασφαλιζόμενους της εγκαλούσης, ως εργολάβος εισπράκτορας αξιών των ασφαλίστρων στην ως άνω περιοχή, έχοντας την πιο πάνω ιδιότητα του εντολοδόχου για λογαριασμό της εγκαλούσης εταιρείας χρηματικά ποσά που ανέρχονται συνολικά σε 212.747,13 ευρώ, εκδηλώνοντας εμπράκτως τη βούληση ιδιοποίησής τους α) τη 10-4-2011 με την πάροδο της προθεσμίας που έταξε η εγκαλούσα για την καταβολή ποσού 212.175,13 ευρώ με σχετική εξώδικη δήλωση, δεν απέδωσε το ανωτέρω ποσόν, β) κατά το μήνα Αύγουστο 2011, όποτε επιδόθηκε σχετική αγωγή της εγκαλούσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων και το ποσόν των 5.880,05 ευρώ, δεν απέδωσε το ανωτέρω ποσό και γ) την 31 -07-2011 οπότε επιδόθηκε σχετική αγωγή της εγκαλούσας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για το ποσό των 1.976,86 ευρώ, ομοίως δεν απέδωσε το ποσό αυτό, δηλαδή συνολικά δεν απέδωσε το ποσόν των 212.747,13 Ευρώ στην εταιρεία ως είχε υποχρέωση, αλλά, με την πάροδο των ανωτέρω ημερομηνιών κατά τις οποίες, με την μη καταβολή, εκδήλωσε εμπράκτως τη βούληση του περί ιδιοποιήσεως αυτών, τα κατακράτησε με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα, το συνολικό χρηματικό ποσόν των 212.747,13 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε στη δική του περιουσία.
Στις ανωτέρω δε πράξεις του προέβη με ενότητα δόλου, ήτοι ταυτότητα της απόφασης που εξαρχής κατελάμβανε το σύνολο των μερικότερων, πράξεων. Το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ.".
Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου πιο πάνω αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, όσο αφορά τις αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα αυτές είναι αβάσιμες, αφού αναφέρονται, η αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου και ο τρόπος με τον οποίον αυτός έδρασε στην τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Συγκεκριμένα, ότι η πολιτικώς ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία "...", ανέθεσε στον αναιρεσείοντα, εργολαβικά την είσπραξη των αξιών των ασφαλίστρων και ότι αυτός αν και καθημερινά εισέπραττε ασφάλιστρα δεν τα κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας ως άνω εταιρείας, όπως είχε υποχρέωση. Από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι κατακράτησε και ιδιοποιήθηκε παρανόμως ο ήδη αναιρεσείων τα άνω χρηματικά ποσά και δεν τα κατέβαλε στην πολιτικώς ενάγουσα, προκύπτει και ο δόλος να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο στην περιουσία του τα χρήματα αυτά που κατείχε ως εντολοδόχος.
Δεν χρειαζόταν δε να αιτιολογηθεί ειδικότερα η ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου όσον αφορά την γνώση του ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει και τη θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του παράνομα, καθόσον για τη συγκρότηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως δεν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή ορισμένος περαιτέρω εγκληματικός σκοπός.
Παρόλα αυτά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δόλια προαίρεση του αναιρεσείοντος, και ειδικά ότι αυτός εξεδήλωσε εμπράκτως την βούληση ιδιοποίησης των χρηματικών ποσών, που υπερβαίνουν το συνολικό ποσό των 120.000€, που είχε εισπράξει κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα από ασφαλιζόμενους της εγκαλούσας εταιρείας, ως εργολάβος εισπράκτορας αξιών των ασφαλίστρων, για το λόγο ότι δεν απέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία, τα χρηματικά ποσά που είχε εισπράξει, και μετά την πάροδο της προθεσμίας που του είχε τάξει αυτή με εξώδικη δήλωση αλλά και μετά την επίδοση σ' αυτόν σχετικών αγωγών της πολιτικώς ενάγουσας.
Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, οι οποίες αναφέρονται στην εσφαλμένη, κατά τις αιτιάσεις του, εκτίμηση των αποδείξεων από το ως άνω δικαστήριο της ουσίας και με την επίκληση του λόγου της έλλειψης αιτιολογίας και κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου είναι ανέλεγκτες αναιρετικά και απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξη είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176 και 185 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-04-2019 αίτηση του Α. Σ. του Π., κατοίκου ... (οδός ...) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 985/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ