Legislator Case Law & Legislation
1520/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to order document production under Civil Procedure Code. Appeal rejected due to lack of procedural gaps and clear factual basis. Court upholds lower court's decision on insurance contract terms.

Case Number 1520/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial of the appeal judgment regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court violated procedural rules by refusing to order the production of specific documents despite their relevance. The court found no procedural gaps or ambiguities requiring retrial and confirmed the lower court's factual findings on the insurance policy terms and agency authority. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 254 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court lacks authority to order retrial when the lower court's decision is based on clear facts and does not exhibit procedural gaps or ambiguities requiring supplementation.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure retrial procedure document production insurance contract terms agency authority legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 254 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1520 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1520/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Γ., κάτοικο ..., εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά. Της αναιρεσίβλητης: ....), που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Καραμήτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 880/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 2737/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 72/2012 μη οριστική και 745/2013 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-10-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 7-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζητήσεως, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία χρήζοντα συμπληρώσεως ή επεξηγήσεως. Η παρεχόμενη από την ως άνω διάταξη εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός άλλων, την προσκομιδή των αναγκαίων για τον σχηματισμό της κρίσεως του εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία επικαλούνται αλλά δεν προσκομίζουν οι διάδικοι ιδίως δε των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο (ΑΠ 1212/2017, 2155/2014, 108/1987).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 254 ΚΠολΔ, διέταξε με την υπ' αριθμ. 72/2012 απόφασή του την επανάληψη της συζητήσεως της εφέσεώς της, προκειμένου η αναιρεσίβλητη να προσκομίσει επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρονται και στο αναιρετήριο, τα οποία, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναβλητικής αυτής αποφάσεως είχε προσκομίσει μεν η αναιρεσίβλητη σε νόμιμη μετάφραση αλλά "ανυπόγραφα και ανεπικύρωτα", είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11α ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη προς απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί υποσχετικής εγγύησης, το από 18-4- 2007 ασφαλιστήριο που προσκόμισε η τελευταία, το οποίο όμως δεν φέρει υπογραφή ούτε της ίδιας (αναιρεσείουσας) αλλά ούτε και της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως ή με πρόσθετους λόγους (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), ούτε άλλωστε προτάθηκε από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός περί απαραδέκτου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του εφετηρίου εγγράφου και δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πέραν τούτου ο λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβανόμενα υπόψη δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης και συνεπώς ορθώς ελήφθη υπόψη το εν λόγω ασφαλιστήριο.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα, και ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο (ασφαλιστήριο), που εκδίδεται και υπογράφεται, έστω και με μηχανικό μέσο από τον ασφαλιστή, το οποίο καθιερώνεται από το νόμο (άρθρο 2 του ν. 2496/1997 ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης, και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στον λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου (Ολ ΑΠ 9/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Το υπ' αριθμόν …3000295 ασφαλιστήριο συμβόλαιο της υπό αγγλική σημαία θαλαμηγού " ...", κυριότητος της εκκαλούσης [ήδη αναιρεσείουσας], διαρκείας ισχύος από 18ης Απριλίου 2007 μέχρι 18ης Απριλίου 2008, το οποίο περιέχει τους όρους ότι η σύμβαση ασφαλίσεως διέπεται από το αγγλικό δίκαιο και τις ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλίσεως Σκαφών Αναψυχής (Institute Yacht Clauses) και ότι οι επισκευές του σκάφους πρέπει να εκτελούνται από τον κατασκευαστή ή αντιπρόσωπο αυτού ή από εξουσιοδοτημένο συνεργείο, εξεδόθη από την εφεσίβλητο [ήδη αναιρεσίβλητη] κατόπιν της δια του από 17ης Απριλίου 2007 τηλεομοιοτυπήματος της εντολοδόχου, και ως αντιπροσώπου της εκκαλούσης ενεργούσης, ασφαλειομεσιτρίας εταιρίας " ..." αποδοχής παρ' αυτής της δια της από 22ας Μαρτίου 2007 οικονομικής προσφοράς της εφεσιβλήτου προτάσεως αυτής προς ανανέωση, υπό τους αυτούς όρους, του λήγοντος την 18η Απριλίου 2007 υπ' αριθμόν …000435 ασφαλιστηρίου συμβολαίου του αυτού σκάφους, το οποίο περιείχε και τούτο τους προαναφερόμενους όρους και είχε εκδοθεί ομοίως κατόπιν της δια του από 18ης Απριλίου 2006 τηλεομοιοτυπήματος της εν λόγω ασφαλειομεσιτρίας εταιρίας, ενεργούσης υπό την αυτήν ιδιότητα της αντιπροσώπου, αποδοχής παρ' αυτής της από 17ης Απριλίου 2006 οικονομικής προσφοράς της εφεσιβλήτου επί της από 12ης Απριλίου 2006 σχετικής αιτήσεως ασφαλίσεως του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσης προς αυτή, τα εν λόγω δε εκδοθέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια, περιέχοντα τους προαναφερόμενους όρους και σημείωση επί της πρώτης σελίδος περί του δικαιώματος εναντιώσεως δι' εντονωτέρων στοιχείων ως και σχετικό υπόδειγμα επί χωριστού εντύπου, απεστάλησαν προς την ασφαλειομεσίτρια εταιρία, η οποία δεν προέβαλε εναντίωση γραπτώς εντός μηνός από της παραλαβής εκάστου συμβολαίου, επομένως, συμφώνως προς τα ανωτέρω, υπήρξε συνομολόγηση των εν λόγω όρων εκ μέρους των διαδίκων...".

Ακολούθως το Εφετείο εφάρμοσε σύμφωνα με το άρθρο 25 ΑΚ ως επιλεγέν υπό των μερών το αγγλικό δίκαιο, το οποίο προβλέπει απαλλαγή του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του σε περίπτωση παραβιάσεως -εκ μέρους του ασφαλιζόμενου- εγγυητικού όρου που υπάρχει στο ασφαλιστήριο, απέρριψε δε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επεκύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί λόγω παραβιάσεως εγγυητικού όρου η αγωγή της αναιρεσείουσας, που ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό που δαπάνησε για την επισκευή της μηχανής του ασφαλισμένου πλοίου της.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και συνεπώς οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Ειδικότερα, σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές, ότι το Εφετείο δέχεται, ότι και το ασφαλιστήριο του επίδικου έτους, ήτοι το υπ' αριθμ. …00295, περιελάμβανε (όπως και το προγενέστερο με αριθμ. ……00435), τους τεθέντες όρους παρέκκλισης, περί εφαρμογής του αγγλικού δικαίου και διενέργειας των επισκευών του σκάφους από τον κατασκευαστή ή αντιπρόσωπο αυτού ή από εξουσιοδοτημένο συνεργείο, με σημείωση επί της πρώτης σελίδας, με εντονότερα στοιχεία περί του δικαιώματος εναντιώσεως και σχετικό υπόδειγμα επί χωριστού εντύπου, ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν του από 17-4-2007 τηλεομοιοτυπήματος της ασφαλειομεσίτριας εταιρείας ..., που ενεργούσε ως εντολοδόχος και αντιπρόσωπος της αναιρεσείουσας, η οποία αποδέχθηκε την από 22-3-2007 οικονομική προσφορά της αναιρεσίβλητης περί ανανέωσης με τους ίδιους όρους του προηγούμενου ασφαλιστηρίου, που έληγε στις 18-4-2007, και είχε γίνει αποδεκτό από την ίδια ανωτέρω ασφαλειομεσίτρια που ενεργούσε με την ίδια ανωτέρω ιδιότητα της αντιπροσώπου και ότι και το ασφαλιστήριο του τρέχοντος έτους (όπως και το προηγούμενο) απεστάλη στην ασφαλειομεσίτρια χωρίς εναντίωση εκ μέρους της εντός μηνός από την παραλαβή του.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε με λόγο εφέσεως τη δοθείσα στην ως άνω ασφαλειομεσίτρια εταιρεία εντολή και αντιπροσώπευση αυτής κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης παραδοχής ότι δεν υφίστατο έγγραφη εντολή της αναιρεσείουσας ή έγκριση εκ μέρους της και γνώση των πρόσθετων όρων, ούτε άλλωστε ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας αναφορά ή προσδιορισμός "αν υπήρχε και σε ποιο συγκεκριμένο μέρος συνεργείο προς επισκευή των βλαβών του σκάφους", όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, εφόσον κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι επισκευές του σκάφους έπρεπε να εκτελούνται από τον κατασκευαστή ή αντιπρόσωπο αυτού ή από εξουσιοδοτημένο (από αυτούς προφανώς) συνεργείο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-Οκτωβρίου 2015 αίτηση της ..." για αναίρεση της υπ' αρ. 745/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ