1520/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1520/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι όροι "νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημα (ΑΠ 1248/2002 και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα (βλ.Δαλακούρα η Επανάληψη της διαδικασίας).
Full text
Απόφαση 1520 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1520/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.117/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος - κατηγορουμένου S. M. του A., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Βασίλειο Τζούφη, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ’ αριθμ.26/8-2-2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ’ αριθμ.1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2014 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 831/2014.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πλιώτας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση με αριθμό 124/21-8-2015, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ, 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 ΚΠΔ, την από 29-8-2014 αίτηση του S. M.
M. L. του A., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Λάρισας, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή 30.000 ευρώ για τις πράξεις της μεταφοράς και της κατοχής κατ’ εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατά επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ’ αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Οι όροι "νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημα (ΑΠ 1248/2002 και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα (βλ.Δαλακούρα η Επανάληψη της διαδικασίας).
Ως νέα γεγονότα έχουν κριθεί μεταξύ των άλλων και η άγνοια της υπάρξεως επιεικέστερου νόμου που προϋπήρχε της εκδίκασης της υπόθεσης και δεν είχε περιέλθει ακόμη σε γνώση του Δικαστηρίου (ΑΠ 1948/2002 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 452). Αντίθετα κρίθηκε νομολογιακά ότι ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως (525παρ.1 ΚΠΔ), αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, η εφαρμογή του νόμου αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι δεν έχει επέλθει αμετάκλητη καταδίκη (ΑΠ 2/2000 ΠΧ Ν. 13, ΑΠ 1801/1997 ΠΧ Ν 598).
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1866/2009, ΑΠ 2344/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η παραπάνω υπ’ αριθ. 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αμετάκλητη, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 486/10.9.2014 υπηρεσιακή βεβαίωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο αϊτών την επανάληψη της διαδικασίας S. M. καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για τις πράξεις της μεταφοράς και της κατοχής κατ’ εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος.
Ειδικότερα καταδικάσθηκε για το ότι: 1) Στην Αθήνα την 22-1-2004 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Y. F. μετέφερε εν γνώσει του από την οδό ... μέχρι την οδό ..., όπου μετακινήθηκαν πεζοί και από εκεί μέχρι τη διασταύρωση των οδών ..., στα Άνω Πατήσια, με ένα ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάστηκαν ως επιβάτες, πέντε ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, με σκοπό την εμπορία και 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος:
α) Στην Αθήνα στις 22-1-2004 από κοινού με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του κατείχε, με σκοπό την εμπορία, πέντε ανισοβαρείς συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, τις οποίες είχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του εντός του ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάσθηκαν ως επιβάτες κατά τη διάρκεια της μετακινήσεως τους με αυτό και β) στην Αθήνα στην επί της οδού ...
οικία του στις 16-1-2004 κατείχε μισό γραμμάριο ηρωίνης. Όλες τις ανωτέρω πράξεις του τελεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος δράστης. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε στηριζόμενο στην κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Κ. Μ., στα αναγνωσθέντα ένδεκα (11) έγγραφα και στις απολογίες του αιτούντα, καθώς και του συγκατηγορουμένου του Y.
F.. Ως νέο γεγονός επικαλείται το ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του εκδόθηκε ο Ν. 4139/2013, με τον οποίο τροποποιήθηκε ουσιωδώς ο χαρακτήρας των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε και δεν προβλέπεται πλέον η ποινή της ισοβίου καθείρξεως. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η ποινή της ισοβίου καθείρξεως, προβλέπεται και επιβάλλεται μόνον εάν συντρέξουν "οι ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις του άρθρου 23 παρ.2 του Ν.
αυτού, σύμφωνα με την οποία "με ισόβια κάθειρξη καθώς και με χρηματική ποινή από 50.000 μέχρι 1.000.000 ευρώ, τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22, α) όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ".
Στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Ν. 4139/2013 ορίζεται επίσης ότι : "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21,22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες ευρώ". Και στην παραγρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου αναφέρεται ότι "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγρ.2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή
η κατοχή, η μεταφορά...... Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην υπ’ αριθ. 1009/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν έγιναν δεκτές οι επιβαρυντικές περιστάσεις και κυρίως η κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, όπως απαιτεί η νέα διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 4139/2013. Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι συντρέχει μόνο η περίπτωση του ιδιαίτερα επικίνδυνου, η οποία όμως έχει ανατραπεί.
Άλλωστε δεν είχε αποδειχθεί η επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών (διακίνησης) από τις οποίες προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων. Με την υπό κρίση αίτηση, ο αιτών υποστηρίζει ότι στην έννοια των νέων γεγονότων που ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, υπάγεται και η περίπτωση του νεώτερου επιεικέστερου νόμου, με την οποία η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε να μην τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη.
Όμως τα ανωτέρω γεγονότα που επικαλείται ο αιτών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στην αρχή της παρούσης σκέψεις, από μόνα τους ή σε συσχετισμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ’ αριθ. 1003/2007 απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση, με την κρινόμενη αίτηση δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας.
Η εφαρμογή της επιεικέστερης διάταξης προϋποθέτει να μην έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη, που εδώ δεν συντρέχει. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι προηγούμενες αιτήσεις του αιτούντος έχουν απορριφθεί ως αβάσιμες με τις υπ’ αριθ. 228/2010 και 301/2013 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Με τα δεδομένα αυτά οι επικαλούμενοι ως άνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμοι και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 29.8.2014 αίτηση του S. M. M. του A., κρατουμένου στο κατάστημα Κράτησης Λάρισας για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθ. 1003/07 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα.
Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Θεοφάνια Κοντοθανάση"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον ορισθέντα δικηγόρο του αιτούντος - κατηγορουμένου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφερόντα, στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, από μονά τους η σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά Την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ’ αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Οι όροι "νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημα (ΑΠ 1248/2002]και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα (βλ.Δαλακούρα η Επανάληψη της διαδικασίας).
Ως νέα γεγονότα έχουν κριθεί μεταξύ των άλλων και η άγνοια της υπάρξεως επιεικέστερου νόμου που προϋπήρχε της εκδίκασης της υπόθεσης και δεν είχε περιέλθει ακόμη σε γνώση του Δικαστηρίου (ΑΠ 1948/2002 Ποιν.Δικ. 2003 σελ. 452). Αντίθετα κρίθηκε νομολογιακά ότι ο μεταγενέστερος της αμετάκλητης καταδίκης επιεικέστερος ουσιαστικός νόμος δεν αποτελεί νέο γεγονός, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως (525παρ.1 ΚΠΔ), αφού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, η εφαρμογή του νόμου αυτού έχει ως προϋπόθεση ότι δεν έχει επέλθει αμετάκλητη καταδίκη (ΑΠ 2/2000 ΠΧ Ν. 13, ΑΠ 1801/1997 ΠΧ Ν 598).
Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1866/2009 , ΑΠ 2344/2008 ) .
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, με την υπ’ αριθμό 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είναι αμετάκλητη, όπως προκύπτει από την με αριθμό 486/10-9-2014 βεβαίωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για τις πράξεις της μεταφοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών από δράστη που ενεργεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια , ενώ είναι υπότροπος.
Ειδικότερα καταδικάστηκε για το ότι: "1) Στην Αθήνα την 22-1-2004 από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του Y. F. μετέφερε εν γνώσει του από την οδό ... μέχρι την οδό ..., όπου μετακινήθηκαν πεζοί και από εκεί μέχρι τη διασταύρωση των οδών ..., στα Άνω Πατήσια, με ένα ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάστηκαν ως επιβάτες, πέντε ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, με σκοπό την εμπορία και 2) Με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος:
α) Στην Αθήνα στις 22-1-2004 από κοινού με τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του κατείχε, με σκοπό την εμπορία, πέντε ανισοβαρείς συσκευασίες με ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 515 γραμμαρίων περίπου, τις οποίες είχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκατηγορούμενό του εντός του ΤΑΞΙ, στο οποίο επιβιβάσθηκαν ως επιβάτες κατά τη διάρκεια της μετακινήσεως τους με αυτό και β) στην Αθήνα στην επί της οδού ...
οικία του στις 16-1-2004 κατείχε μισό γραμμάριο ηρωίνης. Όλες τις ανωτέρω πράξεις του τελεί κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, ενώ είναι και υπότροπος δράστης.". Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας προβάλλει ότι, μετά την δημοσίευση (26-6-2007) της υπ’ αριθμό 1003/2007 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, εκδόθηκε ο νόμος 4139/2013, με τις διατάξεις του οποίου τροποποιήθηκε ουσιωδώς ο χαρακτήρας των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και δεν προβλέπεται πλέον η ποινή της ισοβίου καθείρξεως, αφού καταργήθηκε ως επιβαρυντική περίσταση, αναγκαία για την επιβολή αυτής, το ιδιαιτέρως επικίνδυνο του δράστη της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών (άρθρο 23), αφετέρου δε (άρθ 20παρ.1) προβλέπεται για τις πράξεις που καταδικάστηκε ευμενέστερο πλαίσιο ποινής και δη ποινή καθείρξεως 8 έως 20 ετών.
Ειδικότερα υποστηρίζει ότι η ποινή της ισοβίου καθείρξεως, προβλέπεται και επιβάλλεται μόνον εάν συντρέξουν "οι ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις του άρθρου 23 παρ.2 του Ν. αυτού, σύμφωνα με την οποία "με ισόβια κάθειρξη καθώς και με χρηματική ποινή από 50.000 μέχρι 1.000.000 ευρώ, τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22, α) όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ".
Στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Ν. 4139/2013 ορίζεται επίσης ότι : "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21,22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες ευρώ". Και στην παραγρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου αναφέρεται ότι "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγρ.2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή η κατοχή, η μεταφορά...." ότι σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην υπ’ αριθ. 1003/2007 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν έγιναν δεκτές οι επιβαρυντικές περιστάσεις και κυρίως η κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, όπως απαιτεί η νέα διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 4139/2013.
Το ανωτέρω δικαστήριο δέχθηκε ότι συντρέχει μόνο η περίπτωση του ιδιαίτερα επικίνδυνου, η οποία όμως έχει ανατραπεί. Άλλωστε δεν είχε αποδειχθεί η επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών (διακίνησης) από τις οποίες προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων.
Με την επίκληση των ανωτέρω ο αιτών υποστηρίζει ότι στην έννοια των νέων γεγονότων που ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, υπάγεται και η περίπτωση του νεώτερου επιεικέστερου νόμου, με την οποία η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε δεν τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη.
Όμως τα ανωτέρω επικαλούμενα από τον αιτούντα, ως νέα γεγονότα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, από μόνα τους ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη υπ’ αριθμό 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας για το λόγο ότι η εφαρμογή της επιεικέστερης διάταξης προϋποθέτει να μην έχει καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη, γεγονός το οποίο στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω οι ως άνω επικαλούμενοι λόγοι της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αυτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-8-2014 αίτηση του S. M. M. του A., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Λάρισας για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ’ αριθμό 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΑΙ
Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2016. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2016
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ