Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to apply good faith interpretation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellant argued the lower court erred by relying on common sense rather than applying mandatory statutory interpretation rules regarding a disputed declaration of intent. The court found the appellate court violated Articles 173 and 200 of the Civil Code by failing to utilize good faith and ethical usage principles to clarify the ambiguous contract term.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a declaration of intent is ambiguous, the court must apply rules of interpretation based on good faith and ethical usage rather than relying solely on common sense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1520 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1520/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E.T.C.O Συμμετοχών και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών Α.Ε", υπό την ιδιότητά της εν προκειμένω ως καθολικής διαδόχου των απορροφηθεισών από αυτήν, ανωνύμων εταιρειών υπό τις επωνυμίες "ALPHA Επικοινωνιακά Δίκτυα Α.Ε" και "ΠΡΟΒΟΛΗ Κινηματογραφικές και Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Παπανικολάου και Παύλο Ρήγα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MANTELOPD INVΕSTMENTS LTD", η οποία εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Λάρδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Αυγούστου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 436/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3654/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της και των από 15 Ιουλίου 2013 πρόσθετων επ' αυτής λόγων αναίρεσης.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 15-11-2012 αίτηση αναίρεσης και από 15-7-2013 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η με αριθμό 3654/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573§1).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 20-4-2011 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 436/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 24-8-2007 αγωγή της. Με την αγωγή αυτή, η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το ποσό των 2.000.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι έχουν υποχρέωση να της καταβάλουν το ποσό των 87.595.140 ευρώ, κυρίως μεν λόγω της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των τελευταίων, επικουρικώς δε κατά το πρώτο σκέλος της σχετικής βάσης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και κατά το δεύτερο σκέλος αυτής κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και περί αδικοπραξιών.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ' αριθμ. .../1996 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαριάνθης Ασημακοπούλου Ζερβού, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. .../1996 τροποποιητική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΚΑΙ 100,4 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" και με την υπ' αριθμ. 485/1996 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 443/30-1-1996, εγκρίθηκε το καταστατικό αυτής.
Στη συνέχεια, με σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αυτής, αποφασίστηκε η τροποποίηση του άρθρου 1 του καταστατικού της και η αλλαγή της επωνυμίας σε "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΑΔΤ). Τον Δεκέμβριο του έτους 1997, ο Ε. Τ., κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, απέκτησε με αγορά το 100% των μετοχών της εταιρείας τότε ΣΚΑΙ και νυν ΑΔΤ.
Η αγορά των εν λόγω μετοχών δεν συνοδεύτηκε από την καταβολή τιμήματος στους πωλητές, αλλά από ανάληψη του συνόλου των άμεσων και έμμεσων υποχρεώσεων του τηλεοπτικού σταθμού με την τότε ονομασία ΣΚΑΙ. Το επόμενο έτος αποφασίστηκε η συνεργασία με τον όμιλο "Interamerican" και τον πρώτο εναγόμενο. Ειδικότερα, την 14-11-1998, συμφωνήθηκε η συμμετοχή του πρώτου εναγόμενου ή τρίτων πρόσωπων που αυτός θα υπεδείκνυε, στην εταιρεία ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ AE (ΑΔΤ) με ποσοστό συμμετοχής 40% στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής και τίμημα 6.000.000.000 δρχ. (17.608.217 ευρώ), το οποίο και εξοφλήθηκε.
Τον Δεκέμβριο του έτους 1999, η εταιρεία "Interamerican" συμφερόντων του πρώτου εναγομένου και η δεύτερη εναγομένη, συμφερόντων Μ. Κ., εισήλθαν στο μετοχικό σχήμα της ΑΔΤ. Ο Όμιλος ALPHA το έτος 1999 δραστηριοποιήθηκε και στον τομέα της συνδρομητικής τηλεόρασης, ιδρύοντας μεταξύ άλλων και την εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΨΗΦΙΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΙΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο:
ADS ΑΕ, η οποία από τον Ιουνίου του έτους 2001 άρχισε να εκμεταλλεύεται την συνδρομητική τηλεόραση "ALPHA DIGITAL". Επίσης, το έτος 2001 εισήλθε στο ανωτέρω μετοχικό σχήμα το Ίδρυμα Ωνάση (ΙΩ), εξαγοράζοντας δια των εταιρειών συμφερόντων του "NAIRVIEW PANAMA SA" και "ΟΛΥΜΠΙΚ ΣΙΠΙΝΓΚ ΕΝΤ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ ΕΠΕ", το 14,7% των μετοχών της άνω εταιρείας (ΑΔΤ).
Ακολούθως, μεταβιβάσθηκαν από την INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ ΖΩΗΣ στον πρώτο εναγόμενο τα (24,7%) των μετοχών της ALPHA. Έτσι, στην εταιρεία ΑΔΤ δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες μετόχων, ήτοι η ομάδα ΣΝΤ (ομάδα συνεργατών Τ.), η ομάδα(ΔΚ,) (πρώτου εναγομένου) και η ομάδα ΙΏ (Ίδρυμα Ωνάση), οι ίδιες δε ομάδες μετόχων με συγκεκριμένα ποσοστά τους συμμετείχαν και στη μετοχική σύνθεση της άνω ADS.
Η ενάγουσα είναι καθολική διάδοχος των εταιρειών "ALPHA ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕ" και "ΠΡΟΒΟΛΗ Κινηματογραφικές και Ραδιοτηλεοπτικές Επιχειρήσεις ΑΕ", συμφερόντων της ομάδας ΣΝΤ τις οποίες έχει απορροφήσει με συγχώνευση (ΦΕΚ με αρ. 2958/8-5-2006). Με τον τρόπο αυτό, η ενάγουσα υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των άνω δύο εταιρειών, συμφερόντων του ομίλου ΣΝΤ.
Μετά την είσοδο των εταιρειών ιδρύματος Ωνάση στη μετοχική σύνθεση της ΑΔΤ και την ADS, τα ποσοστά των τριών ομάδων ήσαν τα ακόλουθα: η ομάδα ΣΝΤ είχε ποσοστό 45,30%, έχοντας και τη διοίκηση της εταιρείας, η ομάδα ΔΚ είχε ποσοστό 40% και η ομάδα ΙΩ είχε ποσοστό 14,70%. Την 5 9-2001, οι ως άνω τρεις ομάδες μετόχων, προκειμένου να καθορίσουν αφενός τις μεταξύ τους σχέσεις, τον τρόπο και τους όρους χρηματοδότησης του επιχειρηματικού τους σχεδίου, τον τρόπο εκλογής των μελών των διοικητικών συμβουλίων και γενικά τον τρόπο διοίκησης τους, κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό διευθετήσεως των θεμάτων αυτών.
Στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό προβλέφθηκε ότι η διοίκηση των εταιρειών θα ανήκει στον Ε. Τ., προβλέφθηκε το δικαίωμα προτίμησης και με τον όρο 5.4 αυτού προβλέφθηκε ότι: "... Με την επιφύλαξη των ανωτέρω δικαιωμάτων προτιμήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία ενδιαφέρονται τρίτοι ή κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη να αποκτήσουν από οποιοδήποτε μέτοχο ποσοστό των μετοχών του σε μια από τις Εταιρείες και η συνέπεια αυτού θα είναι να αποκτήσει ο αποκτών την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου σε μια από τις εταιρείες, τότε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα έχει το δικαίωμα επιπλέον των ανωτέρω να απαιτήσει ο Αποκτών να αγοράσει από αυτό το σύνολο ή όσο μέρος εκ των μετοχών του στην Εταιρεία επιθυμεί να διαθέσει το συμβαλλόμενο μέρος.
Στην περίπτωση αυτή, η αγορά και η πώληση θα γίνονται υπό τους ιδίους όρους με τους οποίους ο μεταβιβάζων προτίθεται να πωλήσει ποσοστό των μετοχών του στον αποκτώντα σε τιμή τουλάχιστον ίση με την υψηλότερη τιμή με την οποία ο αποκτών απέκτησε μετοχές στην εταιρεία κατά το προηγούμενο δεκαοκτάμηνο συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης πώλησης ...".
Επίσης, στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ορίσθηκε ότι: "... Η ευθύνη των μετόχων είναι διαιρετή μεταξύ των μετόχων ΣΝΤ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων, των μετόχων ΔΚ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων και των μετόχων ΙΩ ως διακεκριμένη ομάδα μετόχων ...". Μετά από μεταβολές του ποσοστού των ομάδων μετόχων των εταιρειών, την 10-1-2002 η μετοχική σύνθεση των ομάδων μετόχων διαμορφώθηκε ως εξής:
η ΣΝΤ είχε ποσοστό 34%, ομάδα ΔΚ ποσοστό 40% και η ομάδα ΙΩ ποσοστό 25%. Το ίδιο έτος επακολούθησε νέα μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης και το ποσοστό διαμορφώθηκε σε 31,3% για την ομάδα ΣΝΤ, ποσοστό 40% για την ομάδα ΔΚ και σε ποσοστό 25% για την ομάδα ΙΩ. Επομένως, ήδη από το 2002 η ενάγουσα συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΤ σε ποσοστό μόλις 31,3% με αποτέλεσμα να έχει απωλέσει από τότε ποσοστό μικρότερο και του 1/3 του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ενσυνείδητα μειώνοντας το ποσοστό της κατά τα ανωτέρω μέσω πωλήσεων.
Περαιτέρω, η ψηφιακή τηλεόραση δεν μπορούσε να συνεχίσει για τον λόγο ότι στην Ελλάδα λειτουργούσε επί έτη η ψηφιακή πλατφόρμα της NOVA, συμφερόντων της εταιρείας NETMED NV και για να είναι ανταγωνιστικό το πρόγραμμα της απαιτούνταν ανάληψη υποχρεώσεων δεκάδων εκατομμυρίων. Έτσι αποφασίστηκε από τους εκπροσώπους αυτής και τους μετόχους της ADS να συνεργαστούν και συμφωνήθηκε:
α) η λειτουργία μόνο μιας ψηφιακής πλατφόρμας (της NOVA), β) η θέση της εταιρείας ADS σε εκκαθάριση και γ) η συμμετοχή των μετόχων της ADS στην εταιρεία NOVA μέσω μιας τρίτης εταιρείας, της παναμέζικης εταιρείας FIDELITY MANAGEMENT SA. Η εταιρεία FIDELITY ήταν "εταιρεία ειδικού σκοπού" που συνεστήθη προκειμένου να μπορέσουν οι μέτοχοι της ADS να συμμετέχουν στο μετοχικό σχήμα της ΝΕΤΜΕD, αποκτώντας το 22% των μετοχών της τελευταίας.
Το 100% της εταιρείας FIDELITY ήλεγχε το Ίδρυμα Ωνάση, το οποίο είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ποσοστά στους μετόχους της ADS, χωρίς ποτέ να λάβει χώρα εκποιητική δικαιοπραξία. Έτσι συμφωνήθηκε στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας FIDELITY να συμμετέχουν οι ανωτέρω τρεις ομάδες μετόχων (ΣΝΤ, ΔΚ και ΙΩ) κατά το ποσοστό συμμετοχής τους με τον ίδιο δε τρόπο θα τύγχαναν και δικαιούχοι της απαίτησης προς μεταβίβαση του 22% του μετοχικού κεφαλαίου της NETMED.
Η τελευταία όμως αθέτησε την ως άνω συμφωνία με αποτέλεσμα η απαίτηση αυτή να είναι επιδιώξιμη μόνο δικαστικά. Περαιτέρω, την 28-11-2002, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-11-2002 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Ματσανιώτη, οι εταιρείες "NAIRVIEW PANAMA SA" και "ΟΛΎΜΠΙΚ ΣΙΠΙΝΓΚ ΕΝΤ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ" (εταιρείες που άνηκαν στην ομάδα ΙΩ) πώλησαν στον Γ.
Ψ. όλες τις μετοχές ιδιοκτησίας τους στο μετοχικό κεφάλαιο της ΑΔΤ και συγκεκριμένα το 25% αυτού έναντι τιμήματος 10.095.900 ευρώ. Ολόκληρο το τίμημα αυτό, συμφωνά με όσα το ανωτέρω συμβόλαιο διέλαβε, κατέβαλε ο άνω αγοραστής και έλαβαν οι πωλήτριες πρότερον και εκτός της παρουσίας του συμβολαιογράφου σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του συμβολαίου αυτού.
Ταυτόχρονα, την ίδια μέρα οι εναγόμενοι πώλησαν με ιδιωτικό συμφωνητικό τις μετοχές που κατείχαν στην αλλοδαπή εταιρεία FIDELITY στο Ίδρυμα Ωνάση και στην εταιρεία NAIRVIEW PANAMA SA, υπό τους ειδικότερους όρους που περιέχονται στο συμφωνητικό αυτό. Οι ανωτέρω μετοχικές μεταβιβάσεις εγκρίθηκαν από την ενάγουσα εκπροσωπούμενη από τον Ε.
Τ., σύμφωνα με το άρθρο 5 της από 5-9-2001 συμφωνίας. Την 28-11-2002, ο Ε. Τ. υπέγραψε και παρέδωσε επιστολή εγκρίσεως προς τις ως άνω μεταβιβάζουσες εταιρείες αναφέροντας: "Έχω λάβει γνώση της επικείμενης πωλήσεως του συνόλου των μετοχών σας ... προς τους κ.κ. Δ. Κ. και Γ. Ψ. ή προς πρόσωπα που αυτοί θα υποδείξουν. Με την παρούσα δηλώνω τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εταιρειών ...
ότι συναινώ στις ανωτέρω μεταβιβάσεις και ουδεμία αντίρρηση έχω", ακολούθως δε συνυπέγραψε την ως άνω σύμβαση μεταβιβάσεως. Εκ των ανωτέρω συνάγεται αφενός ότι την μεταβίβαση αυτή δεν χαρακτήρισε παρανομία, δεν αντίκειτο στους νόμους και ίδια σε αυτούς του Ν. 2328/1995,εκτός της μόνης κύρωσης του επιβλήθηκε στην εταιρεία ΑΔΤ, με την υπ' αριθμ. 124/2006 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, ήτοι του διοικητικού προστίμου ύψους 1.500.000 ευρώ, λόγω παραβίασης της παραγράφου 13 του άρθρου 1 του νόμου 2329/1995, αφετέρου υπήρχε η γνώση και η συναίνεση της ενάγουσας και δεν συνάγεται αθέτηση κάποιας ειδικότερης υποχρέωσης του πρώτου εναγομένου προς ενημέρωση της ομάδας ΣΝΤ, όλα δε τα στοιχεία και οι παράμετροι αυτής είχαν γνωστοποιηθεί στον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, τον Ε.
Τ., ο οποίος με την ως άνω συναίνεση του καταδεικνύει ρητώς ότι δεν είχε σκοπό να ασκήσει το δικαίωμα αποχωρήσεως έναντι εξαγοράς της συμμετοχής της από την εταιρεία ΑΔΤ ούτε απετράπη κατά τρόπο απατηλό του εν λόγω δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, γνώριζε δε η ομάδα ΣΝΤ ότι ο ανωτέρω αγοραστής ήταν χρόνια συνεργάτης του πρώτου εναγομένου, σχέση η οποία δεν εξελίχθηκε ομαλά, ενόψει του ότι ήγειρε μεταγενέστερα ενώπιον του Δικαστηρίου την από 18-9-2008 αγωγή του κατά του πρώτου εναγομένου και της ALPHA.
Περαιτέρω, η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι το άνω τίμημα δεν καταβλήθηκε και ότι η άνω μεταβίβαση ήταν εικονική και αποτελούσε μέρος γενικότερης συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ των μετόχων του πρώτου εναγόμενου και των μετόχων του ΙΩ και αποτελούσε το αντάλλαγμα για την παραχώρηση εξολοκλήρου στους μετόχους ΙΩ όλων των μετοχών της εταιρείας FIDELITY στην οποία είχε περιέλθει η αξίωση κατά της NETMED NV, κατόπιν συμφωνίας της ομάδας μετόχων του πρώτου εναγομένου με την ομάδα μετόχων του ΙΩ, η οποία έγινε μυστικά και εν αγνοία της ομάδας ΣΝΤ.
Όμως, από την ένορκη κατάθεση του ως άνω αγοραστή (Γ. Ψ.), που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την από 20-3-2006 βεβαίωση εξόφλησης των ως άνω πωλητριών εταιρειών, προκύπτει ότι το συνολικό τίμημα για την εν λόγω αγοραπωλησία εξοφλήθηκε σε αυτές, ότι αυτό υπήρξε προϊόν δανείου που έλαβε (ο αγοραστής) από την εταιρεία GRAFTON και για την εξασφάλιση του οποίου μεσολάβησε ως εγγυητής ο πρώτος εναγόμενος.
Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της συμβάσεως πωλήσεως το αν το τίμημα οφείλεται ή καταβλήθηκε πράγματι στον πωλητή είτε από τον φαινομενικό αγοραστή είτε από τον πραγματικό αγοραστή είτε από τρίτο ... . Επίσης για το κύρος της συμβάσεως δεν ασκούν επιρροή τα αίτια που οδήγησαν τους συμβαλλόμενους στη σύναψη της ούτε ο απώτερος σκοπός στον οποίο απέβλεπαν με την κατάρτιση της ...
Το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος εγγυήθηκε προς τον αγοραστή Γ. Ψ. δάνειο, δεν καθιστά την μεταβίβαση εικονικής ούτε και το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για την μεταβίβαση άγει σε ακυρότητα της πώλησης.
Συνεπώς ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η άνω σύμβαση μεταβίβασης έφερε τα στοιχεία της εικονικότητας, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω αγοραστής, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα, διέθετε "πόθεν έσχες" προκειμένου να προβεί στην άνω αγοραπωλησία και τούτο ενισχύεται από την υπ' αριθμ. 7225/2009 απόφαση του ΣΤ Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο Γ.
Ψ. καταδικάσθηκε για μη υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με το Ν. 3213/2003 για τα έτη 2004, 2005 και 2006 και ως εκ τούτου όχι για το έτος 2002, που έλαβε χώρα η επίμαχη σύμβαση. Σχετικά με την ερμηνεία του "αποκτών" στο παραπάνω συμφωνητικό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου θεωρείται η ομάδα που με την αγορά απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών.
Επομένως, υποκείμενα στην επίδικη σχέση ήταν οι τρεις ομάδες μετόχων (ΣΝΤ, ΔΚ και ΙΩ) και δεδομένου ότι ο Γ. Ψ.ς ήταν γνωστό ότι ήταν συνεργάτης του πρώτου εναγόμενου και υποδείχθηκε από αυτόν, όχι ως ανεξάρτητος επενδυτής, ως αποκτώσα θεωρείται η ομάδα του πρώτου εναγόμενου. Με βάση τα ανωτέρω, αποδειχθείσης της γνώσεως της ενάγουσας για την επικείμενη αγοραπωλησία, ότι ο Γ.
Ψ. ήταν από ετών στενός συνεργάτης του πρώτου εναγόμενου από τον οποίο υποδείχθηκε ως αγοραστής και ότι ως εκ τούτου θα προσχωρούσε στην ομάδα ΔΚ (του πρώτου εναγόμενου), απορριπτέος κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι αν γνώριζε ότι με την μεταβίβαση των μετοχών του ΙΩ στον Γ.
Ψ. η ομάδα ΔΚ θα αποκτούσε το πλειοψηφικό πακέτο, θα ασκούσε δικαίωμα της αποχώρησης από το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό. Εξάλλου η ενάγουσα στην αγωγή της αναφέρει ότι στις προηγηθείσες της παραπάνω μεταβίβασης διαπραγματεύσεις μεταξύ των ομάδων των μετόχων για την αντιμετώπιση των νέων δεδομένων μετά το αποτυχημένο εγχείρημα της συνδρομητικής τηλεόρασης, στις οποίες η ομάδα μετόχων ΑΚ εκπροσωπείτο από τον Γ.
Ψ., συζητείτο η μεταβολή της μετοχικής σύνθεσης της ΑΔΤ ώστε η ομάδα να αποκτήσει την πλειοψηφία των μετοχών. Ως εκ τούτου ήταν γνωστό ότι δεν επρόκειτο για ανεξάρτητο αγοραστή και ότι με τη μεταβίβαση αυτή η ομάδα ΔΚ θα αποκτούσε το πλειοψηφικό πακέτο, στοιχεία για τα οποία ο Ε. Τ., επί χρόνια ασχολούμενος με τον τομέα της τηλεόρασης και πείρα επ' αυτών, ενόψει και του ύψους του τιμήματος της αγοραπωλησίας και της σοβαρότητας του θέματος, δεν ήταν δυνατό να αντιπαρέλθει σε κάθε περίπτωση.
Εξάλλου, με το υπογραφέν ως άνω από 28-11-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης των μετοχών και εκχώρησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, οι μέτοχοι ΔΚ προέβησαν στην πώληση του συνόλου των μετοχών που κατείχαν, τις οποίες είχε εκδώσει η εταιρεία FIDELITY στην ομάδα μετόχων ΙΩ, οι οποίες ανέρχονταν στο 70% επί του συνόλου των εκδοθεισών μετοχών της εταιρείας αυτής, έναντι τιμήματος 10.000.000 δολαρίων, ώστε η ομάδα ΙΩ να καταστεί μοναδική κυρία, κάτοχος και νομέας του συνόλου της εταιρείας FIDELITY.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το κείμενο του ίδιου συμφωνητικού εκ τρίτου συμβαλλόμενος υπήρξε ο Ε. Τ. της ομάδας ΣΝΤ, ο οποίος δήλωσε: "... Ο ΣΝΤ δηλώνει στους αγοραστές ότι δεν έχει οποιαδήποτε δικαιώματα ή αξιώσεις επί των μετοχών της FIDELITY ή αναφορικά με τα συμφωνητικά και ότι τυχόν τέτοια δικαιώματα που ενδεχομένως είχε, έχουν μεταβιβαστεί αντί ευλόγου και δικαίου ανταλλάγματος στον Δ.Κ Σε κάθε περίπτωση ο ΣΝΤ δηλώνει στους αγοραστές και στους πωλητές ότι παραιτείται ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα από οποιαδήποτε τυχόν τέτοια δικαιώματα ή αξιώσεις που ενδεχομένως έχει σχετικά προς τη FIDELITY ή τα συμφωνητικά εν γένει.
Ο ΣΝΤ δηλώνει προς τους αγοραστές ότι δεν έχει ουδεμία απολύτως αντίρρηση ή επιφύλαξη αναφορικά προς την απόκτηση εκ μέρους των αγοραστών του 100% μετοχών της FIDELITY και την παρούσα εκχώρηση του συνόλου των αξιώσεων όλων των λοιπών συμβαλλόμενων στους αγοραστές". Παρά ταύτα η ομάδα ΣΝΤ δεν έκανε χρήση του δικαιώματος εξαγοράς κατά τα ανωτέρω καίτοι είχε συμφέρον για αυτή, αλλά παρείχε την άνω συναίνεση της χωρίς επιφύλαξη.
Συνεπώς αβάσιμοι κρίνονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί περιστατικών που αγνοούσε και αφορούσαν το μέρος της γενικότερης συμφωνίας των μετόχων ΔΚ και ΙΩ. Επίσης, με βάση τα ανωτέρω, αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο πρώτος εναγόμενος απέκρυψε τον ως άνω τρόπο μεταβίβασης και παρουσίασε ψευδή γεγονότα ως αληθή, εφόσον η άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δε κατέστησε γνωστό στον Ε. Τ. τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος και τη δανειοδότηση από την άνω εταιρεία, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του παράνομου, ούτε αντίκειται στα χρηστά ήθη, ήτοι στις ιδέες του κάθε φορά κατά την γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε η ως άνω διαβεβαίωση αντίκειται στην κοινωνική ηθική κατά τις κρατούσες αντιλήψεις στις αντίστοιχες συναλλαγές".
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "... από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι την 3-1-2003 υπεγράφη μεταξύ του Ε. Τ., ενεργούντος για λογαριασμό του ιδίου και α) της εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕ" και β) της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και του Γ.
Ψ. ενεργούντος τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εναγομένων, το από 3-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν υφίσταται καμιά οφειλή ή απαίτηση μεταξύ Δ. Κ. (πρώτου εναγομένου) και Ε. Τ., ότι έπαυσε να ισχύει το από 5-9-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι ο Ε. Τ. θα παρέμενε Πρόεδρος της ΑΔΤ μέχρι την 31-12-2003 και ότι η ομάδα ΣΝΤ "...
αφενός συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να περιορίσουν την συμμετοχή τους στο Κεφάλαιο της ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ ώστε η τελική τους συμμετοχή να ανέρχεται σε ποσοστό 25% οπωσδήποτε μέχρι την 31-12-2003. Αντίστοιχα οι υπό των αφετέρου συμβαλλομένων καταβολές προς την εταιρεία, προκειμένου να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία της και η απαιτούμενη φερεγγυότητα της, θα γίνονται εις τρόπον ώστε να προστατεύεται η κατά τα ανωτέρω συμμετοχή κατ' ελάχιστο σε ποσοστό 25%.
Τα συμβαλλόμενα στο παρόν μέρη αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να παράσχουν το ένα προς το άλλο δικαίωμα πρώτης προσφοράς (δικαίωμα προτίμησης) στην περίπτωση που οποιοδήποτε από αυτά αποφασίσει να πωλήσει ή με άλλο τρόπο εν ζωή να διαθέσει εν όλω ή εν μέρει τις μετοχές ή οποιαδήποτε αριθμό μετοχών στην ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΉ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ σε εύλογο τίμημα που θα προσδιορίζεται κατ' αντικειμενική και δίκαιη κρίση...".
Η εξωτερική αυτή συμφωνία, έξω από την βασική σχέση που διέπει τις σχέσεις της εταιρείας και των μετοχών, τυγχάνει έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174, 178, 179 ΑΚ), ως μη δεσμεύουσα υπέρμετρα την ελευθερία των μετόχων, δεν συνιστά αξιόποινη πράξη και δεν αντιτίθεται στα συμφέροντα της εταιρείας.
Έτσι, με βάσει την ανωτέρω συμφωνία, υπήρξε ενοχική υποχρέωση των συμβαλλομένων να εκτελέσουν αυτήν. Στη συνέχεια, το επόμενο χρονικό διάστημα από της υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού, η οικονομική κατάσταση της άνω εταιρείας δεν ήταν καλή και εμφάνισε ταμειακό έλλειμμα ύψους 61.789.455 ευρώ μέχρι την 31-12-2003 και 59.676.200 ευρώ μέχρι την 21-9-2004.
Εκ του λόγου αυτού, αντί να αποφασισθεί αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, αποφασίσθηκε όπως ο πρώτος εναγόμενος προβεί σε χορήγηση δανείων προς την εταιρεία (ήδη το έτος 2002 δάνεισε την εταιρεία το ποσό των 19.192.000 ευρώ και στη συνέχεια το έτος 2003 δάνεισε την εταιρεία το ποσό των 61.789.455 ευρώ και το έτος 2004 δάνεισε την εταιρία 68.035.405 ευρώ), η οποία όμως ήταν παράνομη ως αντίθετη με το άρθρο 1 παρ. 13 του ν.2328/95, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο αυτό απαγορευόταν η χορήγηση από μέτοχο της εταιρείας δανείου για ποσό άνω του 5% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, που στην προκειμένη περίπτωση η δανειοδότηση ξεπερνούσε κατά πολύ το 5% του μετοχικού κεφαλαίου σε όλο το άνω χρονικό διάστημα.
Η παράβαση αυτή πιστοποιήθηκε και από το ΕΣΡ με την υπ' αριθμ. 124/2006 απόφαση του με την οποία και επέβαλε πρόστιμο σε αυτήν ύψους 1.500.000 ευρώ. Την 30-12-2004, η ομάδα, ΣΝΤ αποχώρησε από την ΑΔΤ προβαίνοντας σε πώληση των μετοχών της ως ακολούθως: α) με το υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Ματσανιώτη η εταιρεία "ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" πώλησε και μεταβίβασε στην εταιρεία "INTERFINANCE ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" 3.698.620 κοινές ονομαστικές μετοχές έναντι συνολικού τιμήματος 4.150.297 ευρώ, β) με το υπ' αριθμ. .../2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η ίδια εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "A.C.N" πώλησε και μεταβίβασε στην Ίδια ως άνω αγοράστρια εταιρεία 8.052.923 κοινές ονομαστικές μετοχές έναντι συνολικού τιμήματος 10.453.930 ευρώ, γ) με το υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" πώλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία 220.018 κοινές ονομαστικές μετοχές, έναντι συνολικού τιμήματος 286.785 ευρώ και δ) με το υπ' αριθμ. .../2004 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου η άνω εταιρεία με την επωνυμία ALPHA ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑCΝ" πώλησε και μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία 83.956 κοινές ονομαστικές μετοχές, έναντι συνολικού τιμήματος 108.988 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως παραπάνω αποδείχθηκε, η άνω μεταβίβαση προς τον Γ. Ψ. δεν ήταν παράνομη ούτε και εικονική και καταβλήθηκε το τίμημα για την αγορά των μετοχών, ο δε Ε. Τ. ήταν γνώστης της άνω συμφωνίας μεταβίβασης των μετοχών της FIDELITY στο Ι.Ω. Έτσι, με τα στοιχεία αυτά δεν στοιχειοθετούνται οι όροι του άρθρου 147 ΑΚ, ήτοι ότι η δήλωση βούλησης του Ε.
Τ. στο ως άνω συμφωνητικό ήταν συνέπεια απατηλής συμπεριφοράς που δημιούργησε πρώτος εναγόμενος και ότι οδηγήθηκε στη σύναψη του συμφωνητικού με ψευδείς βεβαιώσεις του πρώτου εναγόμενου. Η θέληση του και μόνον τον οδήγησε να παραμείνει στην εταιρεία και να εξακολουθήσει να ασχολείται με την επιχείρηση αυτή, όπως έκανε επί έτη.
Ως εκ τούτου οι όροι του από 3-1-2003 συμφωνητικού δεν είναι ακυρώσιμοι συνέπεια απάτης και ο σχετικός ισχυρισμός της ενάγουσας στο πρώτο μέρος της επικουρικής βάσης απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η μείωση του ποσοστού της ομάδας ΣΝΤ σε 25% δεν αποδείχθηκε ότι ήταν συνέπεια των γεγονότων που απεκρύβησαν από τον πρώτο εναγόμενο, ούτε η ζημιά που διαλαμβάνεται στην υπό κρίση αγωγή ότι υπέστη ο Ε.
Τ.ς από την πώληση μετοχών στο συνολικό τίμημα των 15.000.000 ευρώ οφείλεται σε αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου ... . Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι το διάστημα μέχρι την αποχώρηση των μετόχων του ΣΝΤ από την ΑΔΤ, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να προστατεύσει το προαναφερόμενο ποσοστό συμμετοχής 25% της ομάδας ΣΝΤ, το οποίο και διατηρήθηκε μέχρι την τελική αποχώρηση τους.
Η ανωτέρω προστασία αφορούσε το ποσοστό και μόνο της συμμετοχής, ήτοι το 25% και όχι την αξία των μετοχών, πράγμα που κατά την κοινή λογική δεν θα μπορούσε να συμβεί αφού η πραγματική αξία των μετοχών είναι εξαρτώμενη από εξωγενείς παράγοντες και ρευστή. Εξάλλου, αν η βούληση του Ομίλου ΣΝΤ δια του Ε. Τ. ήταν να προστατευτεί και η αξία της μετοχής που είχε η ΑΔΤ, τούτο θα ανεγράφετο ρητώς στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και θα προσδιοριζόταν και η αξία αυτής την 3-1-2003 προς άρση κάθε αμφιβολίας.
Επομένως η βούληση του Ε. Τ. επικεντρώθηκε μόνο στην προστασία του 25% της συμμετοχής του, πράγμα το οποίο και αποτυπώθηκε στο συμφωνητικό της 3-1-2003, δίχως να αποδεικνύεται εξαπάτηση αυτού από τον πρώτο εναγόμενο, ήτοι για υπόσχεση από τον τελευταίο περί προστασίας του 25%, που εκ των προτέρων γνώριζε ότι δεν θα τηρήσει.
Η σχετική μήνυση για απάτη που κατέθεσε η ενάγουσα σε βάρος του πρώτου εναγομένου τέθηκε στο αρχείο. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. 796/2007 απορριπτική διάταξη της Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών κ. Χουδετσανάκη, αρχειοθετήθηκαν οι κατηγορίες περί απάτης με το σκεπτικό ότι η ενάγουσα έλαβε ικανοποιητικό αντάλλαγμα για τις μετοχές της και γνώριζε άριστα τι έπραττε όταν την 30-12-2004 μεταβίβασε τις μετοχές της.
Προσέτι αποδείχθηκε ότι η ομάδα Τ. ζητούσε την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για να καλυφθούν ταμειακές ανάγκες της εταιρείας καθώς και τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης με θέμα την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 130.000.000 ευρώ, η οποία αποφασίσθηκε από το ΔΣ της εταιρείας την 21-7-2004 κατά την οποία όμως αποφασίσθηκε από τους μετόχους της ΑΔΤ να αντιμετωπισθεί το ταμειακό πρόβλημα με δανεισμό και η αύξηση του κεφαλαίου μετατέθηκε για το πρώτο δίμηνο του έτους 2005, ότε και θα είχαν εικόνα για το αποτέλεσμα χρήσης του έτους 2004.
Ο δανεισμός αυτός έπρεπε σε κάθε περίπτωση να γίνει σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 288 ΑΚ και/τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, πλην όμως η προαναφερόμενη δανειοδότηση από μέτοχο σε ποσοστό ανώτερο του 5% του μετοχικού κεφαλαίου δεν ήταν σύννομος για τους ως άνω λόγους (ν.2328/1995). Η απόφαση όμως της έχουσας την πλειοψηφία ομάδας του πρώτου εναγομένου για μη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου έλαβε χώρα σε διάστημα κατά το οποίο, αν προέβαινε σε αυτή, δεν θα μπορούσε η αύξηση αυτή - τηρουμένου του σχετικού όρου του ως άνω συμφωνητικού - να επιφέρει τη συρρίκνωση του άνω ποσοστού της ομάδας ΣΝΤ, λόγω της προαναφερόμενης υποχρέωσης προστασίας του 25%.
Παρά ταύτα αποφάσισε να προβεί στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μεταγενέστερα την 31-12-2004 (βλ. σχ. το από 31-12-2004 πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της ΑΔΤ, με το οποίο αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ποσού 77.500.000 ευρώ), ενώ είχε αφήσει να εννοηθεί νωρίτερα ότι η αύξηση θα πραγματοποιείτο στις αρχές του έτους 2004, ότε θα είχε λήξει το διάστημα προστασίας του 25% της ομάδας ΣΝΤ.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ομάδα ΣΝΤ οδηγήθηκε στην απόφαση να αποχωρήσει από το μετοχικό σχήμα για το λόγο ότι με την επικείμενη αύξηση του κεφαλαίου θα συρρικνωνόταν το ποσοστό της και η μετοχή της θα έχανε την αξία της. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η ενάγουσα και οι δικαιοπάροχες εταιρείες εκδήλωσαν θέληση σταδιακής απεμπλοκής από τα εταιρικά δρώμενα και εντέλει αποχώρηση τους, λόγω εμπλοκής του Ε.
Τ. σε πληθώρα ανεξόφλητων επιταγών, τις οποίες ήθελε να εξοφλήσει μέχρι 31-12-2004, δεν αποδείχθησαν και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Όμως, οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις σε συνδυασμό με τις ενέργειες του πρώτου εναγομένου, που επηρέαζε κατά τα ανωτέρω τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης της ΑΔΤ, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανάγκασαν την ομάδα ΣΝΤ στην πώληση των μετοχών της.
Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά, η ζημία την οποία υπέστη ανέρχεται α) σε ποσό 7.276.714 ευρώ από την άνευ ανταλλάγματος μείωση του ποσοστού συμμετοχής της από 31,03% σε 25% και β) σε ποσό 80.318.424 ευρώ από την εξαναγκασμένη εκποίηση του ποσοστού συμμετοχής της, αποτιμώντας την αγοραία τιμή κάθε μετοχής εκείνη την εποχή σε ποσό 7,284 ευρώ, δεδομένου ότι στην τιμή αυτή ανήρχετο η αξία μετοχών της αγοραπωλησίας που έλαβε χώρα την 26-7-2001 όταν η εταιρεία με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" προέβη στην πώληση των μετοχών της συνόλου 7.042.484 στον πρώτο εναγόμενο.
Η ζημία όμως της ενάγουσας κατά το ποσό των 7.276.714 ευρώ απορριπτέα κρίνεται ως αβάσιμη καθόσον η φερόμενη αυτή ζημία κατά την ενάγουσα συνδέεται αιτιωδώς με ενέργειες που προηγήθηκαν της υπογραφής του ως άνω συμφωνητικού και οδήγησαν στη μείωση του ποσοστού, ήτοι με αναπόδεικτα κατά τα ανωτέρω γεγονότα.
Για το υπόλοιπο ποσό της ζημίας, 80.318.424 ευρώ, το οποίο αποτελεί ζημία από ενέργειες μεταγενέστερες της υπογραφής του συμφωνητικού μέχρι την αναγκαστική εκποίηση, δεν αποδείχθηκε ότι η πραγματική τιμή της μετοχής την περίοδο μεταβιβάσεως από την ενάγουσα των μετοχών της ανερχόταν στο ως άνω ποσό που ισχυρίζεται.
Η αγοραία δε αξία της μετοχής αποτελεί συνάρτηση αρκετών παραγόντων, όπως της αξίας της εταιρικής περιουσίας καθώς και του αν συνιστούν για τον κάτοχο της πλειοψηφία ή ισχυρή μειοψηφία. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας ΑΔΤ και δη από τους νομίμως προσαγόμενους με επίκληση ισολογισμούς των ετών 2002, 2003 και 2004 προκύπτει ότι η ΑΔΤ παρουσίαζε βαθμιαία αύξηση των ζημιών της η οποία ανήλθε αντίστοιχα στα ποσά 11.496.579,49 ευρώ, 51.216.520,59 ευρώ και 90.247.500,65 ευρώ.
Το γεγονός αυτό είχε επίπτωση και στην αξία των μετοχών της, η οποία ήταν χειρότερη από εκείνη του έτους 2001 κατά την οποία η οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν καλύτερη, όπως προκύπτει από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας. Ειδικότερα, το έτος 2001 η ομάδα μετόχων ΣΝΤ πώλησε μετοχές, εκάστης των οποίων η αξία ανερχόταν σε ποσό 7,284 ευρώ, το δε έτος 2002 πώλησε μετοχές (στον Γ.
Ψ.) αξίας εκάστης περίπου 1,23 ευρώ, σύμφωνα με την εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Με βάση τα προαναφερόμενα και το γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας το Δεκέμβριο του 2004 δεν ήταν καλή, ή έστω καλύτερη από τα προηγούμενα έτη, αλλά προοδευτικά χειρότερη και δη κατά τους τελευταίους μήνες, η αξία της μετοχής δεν αποδείχθηκε ότι ανήρχετο στο ποσό που η ενάγουσα εκτιμά ότι επήλθε.
Το τίμημα των 1.30 ευρώ ανά μετοχή το οποίο εισέπραξαν οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας από την πώληση των μετοχών τους το έτος 2004 δεν αποδείχθηκε ότι δεν ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία των μετοχών τους ούτε ότι για την αξία αυτή ευθύνονταν οι εναγόμενοι. Ως εκ τούτου, από τις προαναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων, η ενάγουσα αναγκάσθηκε μεν να αποχωρήσει πωλώντας τις μετοχές της στο σύνολο τους, από την πώληση όμως αυτή δεν επήλθε ζημία της από την συμπεριφορά των εναγομένων όπως αβάσιμα ισχυρίζεται κατά τα προαναφερόμενα και συνακόλουθα εφόσον δεν αποδείχθηκε ζημία της ενάγουσας, δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία από τη συμπεριφορά των εναγομένων και το αίτημα της για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης απορριπτέο κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμο ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της, απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε καταλήξει στο ίδιο πόρισμα.
Έτσι όμως το Εφετείο, με την άνω κρίση του, διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα περί του αν καταρτίσθηκε πράγματι μυστικά και εν αγνοία της αναιρεσείουσας η αναφερόμενη στην αγωγή συμφωνία της ομάδας μετόχων του πρώτου αναιρεσιβλήτου με την ομάδα μετόχων του ιδρύματος Ωνάση και μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου και των πωλητριών εταιρειών του ιδρύματος Ωνάση και του Γ.
Ψ., (μέρος της οποίας αποδέχεται) και για την απόκρυψη ή μη εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων την 28-11-2002 από την αναιρεσείουσα και τον εκπρόσωπό της Γ. Τ. κρίσιμου μέρος του περιεχομένου και των όρων της ίδιας συμβάσεως όταν καταρτίσθηκε 1) το υπ' αριθμ. .../28-11-2002 συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Ματσανιώτη, στα πλαίσια του οποίου οι εταιρείες του ομίλου του Ιδρύματος Ωνάση "NAIRVIEW PANAMA SA" και "ΟΛΥΜΠΙΚ ΣΙΠΙΝΓΚ ΕΝΤ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ (ΕΛΛΑΣ) ΕΠΕ" πώλησαν _στον Γ.
Ψ. όλες τις μετοχές τους στην εταιρεία "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" (ΑΔΤ) ήτοι το 25%, αντί τιμήματος 10.095.000 ευρώ και 2) το ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό για τη μεταβίβαση στο Ίδρυμα Ωνάση των μετοχών της εταιρείας FIDELITY, όσο και ως προς το εάν κατά το έτος 2002 ο αγοραστής Γ. Ψ. πληρούσε για την αγορά των μετοχών τις προϋποθέσεις του Ν. 3213/2003 για το πόθεν έσχες.
Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο α) ότι το συγκεκριμένο τίμημα καταβλήθηκε από τον αγοραστή Γ. Ψ. στις προαναφερθείσες εταιρείες και ότι αυτό υπήρξε προϊόν δανείου που έλαβε (ο αγοραστής) από την εταιρεία GRAFTON, για την εξασφάλιση του οποίου μεσολάβησε ως εγγυητής ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, β) ότι η σύμβαση αυτή δεν ήταν εικονική, γ) ότι την 28-11-2002, ο Ε.
Τ.ς υπέγραψε και παρέδωσε επιστολή εγκρίσεως προς τις ως άνω μεταβιβάζουσες εταιρείες αναφέροντας: "Έχω λάβει γνώση της επικείμενης πωλήσεως του συνόλου των μετοχών σας ... προς τους κ.κ. Δ. Κ. και Γ. Ψ. ή προς πρόσωπα που αυτοί θα υποδείξουν. Με την παρούσα δηλώνω τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εταιρειών ...
ότι συναινώ στις ανωτέρω μεταβιβάσεις και ουδεμία αντίρρηση έχω", ακολούθως δε συνυπέγραψε την ως άνω σύμβαση μεταβιβάσεως και δ) ότι για την επίμαχη μεταβίβαση των μετοχών υπήρχε η γνώση και η συναίνεση της αναιρεσείουσας, όλα δε τα στοιχεία και οι παράμετροι αυτής είχαν γνωστοποιηθεί στον νόμιμο εκπρόσωπο της Ε.
Τ.. Δεν αναφέρεται όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν ο τελευταίος γνώριζε τότε το περιεχόμενο και τους ειδικότερους όρους της καταρτισθείσας παραμετρικής συμφωνίας που δέχεται μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου, των εταιρειών του Ιδρύματος Ωνάση και του Γ. Ψ. περί δανείου, αναδοχής χρέους και εγγυήσεως, σε σχέση με την καταρτισθείσα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../28-11-2002 συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Ματσανιώτη σύμβαση και εάν η συμφωνία για αυτόν τον τρόπο καταβολής του τιμήματος με όλες τις επί μέρους συμφωνίες δανείου, αναδοχής χρέους, εγγυήσεως, γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα και σε αποφατική περίπτωση (όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με την αγωγή), γιατί απεκρύβη από την αναιρεσείουσα και τι υπέκρυπτε η συμφωνία αυτή και που καταρτίσθηκε.
Πέραν όμως τούτων, δεν προσδιορίζονται στην πληττόμενη απόφαση ποιά στοιχεία και ποιες παράμετροι των μεταξύ των προαναφερομένων συμβατικών σχέσεων είχαν γνωστοποιηθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας και με ποιο τρόπο, ώστε να κριθεί εάν ο τελευταίος, εάν θα είχε πληροφορηθεί έγκαιρα και μέχρι της υπογραφής την 28.11.2002 των δύο συμβάσεων που προαναφέρθηκαν και της υπογραφής της από 28.11.2002 δηλώσεως του Ε.
Τ., όλες τις επί μέρους προαναφερθείσες συμφωνίες, δεν θα είχε πράγματι σκοπό να ασκήσει τα δικαιώματά του που απέρρεαν από το όρο 5.4 του από 5-9-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου προβλέφθηκε ότι "... Με την επιφύλαξη των ανωτέρω δικαιωμάτων προτιμήσεως, στην περίπτωση κατά την οποία ενδιαφέρονται τρίτοι ή κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη να αποκτήσουν από οποιοδήποτε μέτοχο ποσοστό των μετοχών του σε μια από τις Εταιρείες και η συνέπεια αυτού θα είναι να αποκτήσει ο αποκτών την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου σε μια από τις εταιρείες, τότε καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη θα έχει το δικαίωμα επιπλέον των ανωτέρω να απαιτήσει ο Αποκτών να αγοράσει από αυτό το σύνολο ή όσο μέρος εκ των μετοχών του στην Εταιρεία επιθυμεί να διαθέσει το συμβαλλόμενο μέρος.
Στην περίπτωση αυτή, η αγορά και η πώληση θα γίνονται υπό τους ιδίους όρους με τους οποίους ο μεταβιβάζων προτίθεται να πωλήσει ποσοστό των μετοχών του στον αποκτώντα σε τιμή τουλάχιστον ίση με την τιμή με την οποία ο αποκτών απέκτησε μετοχές στην εταιρεία κατά το προηγούμενο δεκαοκτάμηνο συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης πώλησης..." ή αν απετράπη από την άσκηση τους εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς της άλλης πλευράς.
Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση για να αιτιολογήσει το γεγονός ότι το 2002 ο Γ. Ψ. πληρούσε τις προϋποθέσεις του πόθεν έσχες του Ν. 3213/2003 επικαλείται την υπ' αριθμ. 7225/2009 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο Γ. Ψ. καταδικάστηκε για την ίδια αιτία μόνο για τα έτη 2004, 2005 και 2006 χωρίς να διευκρινίζει το Εφετείο εάν τότε είχε ασκηθεί δίωξη και για το έτος 2002 και σε καταφατική περίπτωση ποιο το αποτέλεσμα.
Με τα δεδομένα αυτά που αφορούν κατά κύριο λόγο την κύρια βάση της αγωγής, συνδεόμενα όμως άμεσα και με την επικουρική βάση της αγωγής είναι προφανές ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για την απατηλή συμπεριφορά των αντισυμβαλλομένων της αναιρεσείουσας και την εντεύθεν ευθύνη των αναιρεσιβλήτων προς αποζημίωσή της, είναι ανεπαρκή, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ένδικης περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 εδ.
α', 298, 330 εδ. α', 914 και 919 ΑΚ.
Επομένως, ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττουν τις ως άνω παραδοχές της απόφασης του Εφετείου είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα: α) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος της καταρτισθείσας από 28-11-2002 συμφωνίας στην Κύπρο την ίδια ημέρα κατάρτισης των λοιπών συμφωνιών στην Ελλάδα, μεταξύ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και των πωλητριών εταιρειών NAIRVIEW και OLYMPIC, όπου τα μέρη δηλώνουν, μεταξύ άλλων, ότι ο Γ.
Ψ.ς αναδέχεται το έναντι του πρώτου των αναιρεσιβλήτων χρέους των συγκεκριμένων εταιρειών από την εκ μέρους του μεταβίβαση προς εκείνες των μετοχών της εταιρείας FIDELITY και ότι κατά συνέπεια αυτός (Γ. Ψ.) απαλλάσσεται από την υποχρέωση πληρωμής του τιμήματος για την από εκείνες (εταιρείες) προς τον ίδιο μεταβίβαση του 25% των μετοχών της ΑΔΤ και ότι το εκ μέρους της εταιρείας χορηγηθέν προς αυτόν χρηματικό δάνειο θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του "αναδεκτού" χρέους και β) αντίγραφα των δημοσιευμένων στα οικεία ΦΕΚ ισολογισμών των ως άνω πωλητριών εταιρειών για τα έτη 2001 έως 2006, στους οποίους δεν έχει γίνει καταχώρηση του τιμήματος αγοράς των συγκεκριμένων μετοχών.
Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, για την αμφισβητούμενη καταβολή του τιμήματος που δέχθηκε ως υπαρκτή αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων και "τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν". Όμως, από μόνη την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται ικανές αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προ μνημονευόμενα έγγραφα.
Και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην προσβαλλόμενη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, αντίθετα μάλιστα, όπως αναφέρεται ρητά σ' αυτή, αυτό κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα από τις προεκτιθέμενες αποδείξεις, μόνο της κατάθεσης του αντισυμβαλλομένου Γ.
Ψ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και της από 20-3-2006 βεβαίωσης εξόφλησης των πωλητριών εταιρειών, χωρίς όμως να προκύπτει, ότι έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα από την αναιρεσείουσα με επίκληση και τα οποία υπό το εκτιθέμενο, ειδικότερα, στον ερευνώμενο λόγο περιεχόμενο τους, μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, λαμβανομένου υπόψη ότι το Εφετείο όφειλε ειδικά να εκτιμήσει, έστω και αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να αποδεχθεί το περιεχόμενο τους, εφόσον αιτιολογημένα θα το είχε αποκρούσει.
Πρέπει, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των προμνημονευομένων εγγράφων, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις οι οποίες δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 529§1 εδ.
α' ΚΠολΔ. "στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων", κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν, κατά την κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό, εάν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσεκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της προσαγωγής στο Εφετείο νέων εγγράφων, παρέχεται το δικαίωμα στο Εφετείο απόκρουσης εάν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα που υπήρχαν κατά τη διάρκεια της δίκης στον πρώτο βαθμό. Αν όμως είναι οψιγενή δηλαδή καταρτίσθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, παραδεκτά προσκομίζονται κατ' έφεση και δεν μπορούν να αποκρουσθούν από το δικαστήριο (Εφετείο), εκτός αν βεβαιώνεται από το τελευταίο με ανέλεγκτη επί της ουσία αναιρετικά κρίση ότι η εκ των υστέρων προσαγωγή του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου οφείλεται σε βαριά αμέλεια του διαδίκου που το προσκομίζει, ο οποίος επιμελώς φερόμενος μπορούσε έγκαιρα (στον πρώτο βαθμό) να το αποκτήσει και να το προσκομίσει.
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 18-4-2011 μελέτη αποτίμησης της αξίας του συνόλου των μετοχών της εταιρείας "ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", που συντάχθηκε από την ελεγκτική εταιρεία "Β.D.Ο.
International" και την οποία η αναιρεσείουσα προσεκόμισε με ειδική επίκληση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και η οποία εκπονήθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η ένδικη αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του στις 20-10-2010, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο εκείνου της έκδοσης του επίμαχου εγγράφου και ως εκ τούτου ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτη η προσκόμισή του ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου.
Επομένως, η κρίση του Εφετείου, ότι το έγγραφο τούτο δεν προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από βαριά αμέλεια, στηρίζεται σε ανύπαρκτη αντικειμενικά κατά χρόνο προϋπόθεση, αφού δεν υπήρχε κατά το χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ούτε αιτιολογεί το Εφετείο ότι η βαριά αμέλεια εντοπίζεται στη μη έγκαιρη απόκτηση του ιδίου εγγράφου και πρέπει ο λόγος αυτός που είναι βάσιμος να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, 115/2013). Η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, μολονότι εμμέσως εδέχθη την ύπαρξη ασάφειας και κενού στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων περί της εννοίας του κρισίμου, για την διάγνωση της προκειμένης υποθέσεως, από 3-1-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού και ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα του αν αντικείμενο της συμφωνηθείσας τότε προστασίας ήταν ή όχι, πέραν του ποσοστού συμμετοχής 25% και η κατά το χρόνο της ανάληψης της σχετικής υποχρέωσης αξία των μετοχών και προέβη σε ερμηνεία αυτού, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας της σχετικής δηλώσεως βουλήσεως των συμβληθέντων.
Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι σε αυτές περιέχεται έμμεση αλλά σαφής διαπίστωση υπάρξεως κενού και ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως τη διαλαμβανόμενη στο από 3-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο καταρτίστηκε και υπογράφηκε μεταξύ του Ε. Τ., ενεργούντος για λογαριασμό του ιδίου και α) της εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΔΙΚΤΥΑ ΑΕ" και β) της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και του Γ.
Ψ. ενεργούντος τόσο ατομικά όσο και για λογαριασμό των εναγομένων, ως προς το ζήτημα αν οι αντισυμβαλλόμενοι του Γ. Τ. ανέλαβαν με αυτό την υποχρέωση να προστατεύσουν μόνο το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρεία ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ήτοι το 25% ή και την πραγματική αξία, την οποία είχε το ποσοστό αυτό στις 3-1-2003, δηλαδή το χρόνο κατάρτισης του αντίστοιχου συμφωνητικού, αφού το Εφετείο την κρίση του περί της συνδρομής της πρώτης εκδοχής την στήριξε μόνο στην "κοινή λογική", σύμφωνα με την οποία η πραγματική αξία των μετοχών εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες και είναι ρευστή.
Ενώ δε είχε υποχρέωση (το Εφετείο) μετά την ανωτέρω διαπίστωση, να προσφύγει στους περιεχόμενους στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα της επίμαχης δηλώσεως βουλήσεως που διαλαμβάνεται στο από 3-1-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό με τα μέτρα της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, σε συνδυασμό και με το όλο συμβατικό πλαίσιο μεταξύ των διαδίκων και την εξέλιξη διαχρονικά των σχέσεών τους, δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε παραθέτει στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των κανόνων αυτών στο πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495§4).
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3654/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 13370983 διπλοτύπου σειρά VI της ΙΓ ΔΟΥ Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ