Legislator Case Law & Legislation
1520/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on admissibility grounds, ruling the lower court properly considered the 20-year limitation defense.

Case Number 1520/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to consider their claim that the respondents' rights were extinguished by a 20-year limitation period starting in 1980. The court held that the lower court had indeed considered this argument and rejected it as factually unsupported, thus the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1711, 1712, 1721, 1846, 1813-1824, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code; Articles 249, 251 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider an argument is inadmissible if the lower court explicitly considered the argument and rejected it as unsubstantiated.

Keywords

AI generated
limitation period admissibility of appeal property ownership prescription defense lower court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1711, 1712, 1721, 1846, 1813-1824, 1193, 1195, 1198, 1199, 1033 of the Civil Code
Articles 249, 251 of the Civil Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 12/2000
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1520 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1520/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Ζ. του Α. και 2. Α. Ζ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Φουφόπουλο ο δε δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Ζ. του Θ. και 2. Θ. Ζ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δούμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2010 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-3-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 23-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1711, 1712, 1721, 1846, 1813 έως 1824, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εκείνος δε που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήψη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το έτος 1979 απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Σ. Ζ., ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν κύριος, όπως δεν αμφισβητείται, ενός οικοπέδου, εμβαδού 577,13 τ.μ., μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας αποτελούμενης από ισόγειο (από δύο δωμάτια και αποθήκη) και πρώτο όροφο (από τρία δωμάτια και κουζίνα), που βρίσκεται μέσα στην πόλη της Στυλίδας και συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Αγ.

Γεωργίου και βόρεια και ανατολικά με δημοτικές οδούς. Μόνοι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού ήταν η σύζυγός του Ε. χα Σ. Ζ. και τα τέκνα του Θ. (δεύτερος ενάγων), Α. (δεύτερος εναγόμενος), Γ. και Α.. Όλοι οι ως άνω κληρονόμοι και κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδας ο καθένας (= 4/16 η σύζυγος του κληρονομούμενου και 3/16 ο καθένας από τα τέκνα του), αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. .../5-6-1980 συμ/κη πράξη του συμ/φου Λουκά Φλώρου, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Ωστόσο, οι προαναφερόμενοι, την ίδια ημέρα που αποδέχθηκαν την κληρονομιά, έχοντας συμφωνήσει τη διανομή του πιο πάνω ακινήτου σε δύο τμήματα, ώστε το μεν πρώτο, εμβαδού 354,38 τ.μ., να περιέλθει κατά την πλήρη κυριότητα στο Γ. Ζ. και το δεύτερο, εμβαδού 222,75. τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας, να περιέλθει στο δεύτερο ενάγοντα (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) με το υπ' αριθμ. .../5-6-1980 συμβόλαιο του προαναφερόμενου συμ/φου Φαλάρων, που νόμιμα μεταγράφηκε, οι εξ αυτών (κληρονόμων):

α) η Ε. χα Σ. Ζ., ο Α. (δεύτερος εναγόμενος), ο Α. και ο Θ. (δεύτερος ενάγων), μεταβίβασαν στο Γ. Ζ., λόγω δωρεάς, τα επί του πρώτου, ως άνω, τμήματος (των 354,38 τ.μ) του κληρονομιαίου ακινήτου ποσοστά συγκυριότητάς τους, δηλαδή τα 13/16 εξ αδιαιρέτου (= 4/16 η Ε. χα Σ. Ζ. και 3/16 ο καθένας από τους τρεις υπόλοιπους) επί του τμήματος αυτού.

Με τη μεταβίβαση αυτή ο ως άνω Γ. Ζ., ο οποίος ήδη ήταν συγκύριος του τμήματος αυτού κατά τα υπόλοιπα 3/16 (με την ως άνω κληρονομική διαδοχή), απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ως άνω αυτοτελούς τμήματος. Η κυριότητά του επ' αυτού δεν αμφισβητήθηκε στη συνέχεια από τους συγκληρονόμους του (και τους διαδίκους).

Και β) η Ε. χα Σ. Ζ., ο Α. (δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων), ο Α. και ο Γ. Ζ., μεταβίβασαν στο δεύτερο ενάγοντα (Θ. Ζ.), λόγω δωρεάς, τα επί του δεύτερου, ως άνω τμήματος, εμβαδού 222,75 τ.μ., μετά της επ' αυτού οικίας (επιδίκου), ποσοστά συγκυριότητάς τους, δηλαδή τα 13/16 εξ αδιαιρέτου (= 4/16 η μητέρα του και 3/16 ο καθένας από τους τρεις αδελφούς του) επί του πιο πάνω τμήματος.

Το τμήμα αυτό, κατά το υπόλοιπο ποσοστό συγκυριότητας (= 3/16), είχε ήδη περιέλθει στο δεύτερο ενάγοντα με την παραπάνω κληρονομική διαδοχή. Ο ως άνω ενάγων, όντας από το έτος 1976 υπάλληλος του Ο.Τ.Ε., ζούσε με την οικογένειά του αρχικά (μέχρι το έτος 1986) στην Αθήνα και στη συνέχεια στη Θεσ/νίκη. Παρά ταύτα συχνά και κάθε χρόνο επισκέπτονταν τη Στυλίδα και διέμενε στην ως άνω οικία.

Σ' αυτή (την οικία) διέμενε η μητέρα του μέχρι και το θάνατό της (το έτος 1995), ενώ μαζί της διέμενε με την οικογένειά του και ο δεύτερος εναγόμενος μετά το έτος 1983, οπότε αυτός αποφυλακίσθηκε από την Αγροτική Φυλακή Κασσάνδρας, έχοντας εκτίσει ποινή φυλακίσεως 3 ετών και δύο μηνών, η οποία επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 133/1982 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας, απάτης και υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, τις οποίες τέλεσε κατά τα έτη 1976-1977 σε βάρος του Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Στυλίδας, του οποίου ήταν μόνιμος υπάλληλος (ταμίας)από το έτος 1971.

Όμως, ο δεύτερος ενάγων, έστω και αν διέμενε στην επίδικη οικία μόνο κατά τις επισκέψεις του στη Στυλίδα ή και αν σ' αυτή διέμεναν μόνιμα η μητέρα του και ο δεύτερος εναγόμενος, ευθύς αμέσως μετά την ως άνω (το έτος 1980) μεταβίβαση του επίδικου (οικοπέδου και οικίας) τμήματος προς αυτόν (και κατά τα υπόλοιπα 13/16 εξ αδιαιρέτου), ως κύριος αυτού, με παράγωγο τρόπο (με κληρονομική διαδοχή κατά τα 3/16 και με δωρεά κατά τα υπόλοιπα 13/16), άρχισε να ενεργεί ως μόνος κύριος του επιδίκου, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις.

Συγκεκριμένα αυτός (ο δεύτερος ενάγων), ενεργώντας από το έτος 1980, ζήτησε και έλαβε άτοκο δάνειο ποσού 80.700 δρχ. και επί πλέον ποσό 54.300 δρχ., ως κρατική αρωγή, για αποκατάσταση ζημιών της οικίας από τους τότε σεισμούς. Το δάνειο χορηγήθηκε, μέσω της Αγροτικής Τράπεζας, επ' ονόματι του δεύτερου ενάγοντος ... .

Μέχρι το έτος 1981 ο ως άνω εναγών είχε πραγματοποιήσει εργασίες επισκευής σε ποσοστό 50% ..., πλην όμως στη συνέχεια δεν ολοκλήρωσε τις υπόλοιπες εργασίες, γι' αυτό και ο ίδιος, το έτος 1991, ζήτησε την ανάκληση του δανείου και η αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας Φθιώτιδας, ανακαλώντας το δάνειο, ζήτησε από το δεύτερο ενάγοντα να επιστρέψει στη μεν Τράπεζα το ποσό των 80.700 δρχ. (που είχε λάβει μέχρι τότε), στη δε αρμόδια ΔΟΥ τα ποσά των 54.300 δρχ, που είχε λάβει ως κρατική αρωγή και των 81.940 δρχ, ως τόκους ... .

Ο ως άνω ενάγων (δεύτερος), εν τέλει, ζητώντας, το έτος 1998, από τη Δ.Ο.Υ. Στυλίδας, τη ρύθμιση της οφειλής του, από την ως άνω αιτία, κατέβαλε συνολικά το ποσό των 666.051 δρχ. ... Επί πλέον ο δεύτερος ενάγων κατά τις επισκέψεις του στη Στυλίδα, διαμένοντας στην επίδικη οικία, επέβλεπε αυτή. Διέμενε μεν στην οικία, κατά τα παραπάνω, η μητέρα του (μέχρι το θάνατό της) και συνεχώς ο δεύτερος εναγόμενος αδελφός του, πλην όμως ο τελευταίος μέχρι το έτος 2001 ουδέποτε εκδήλωσε, με εμφανείς ενέργειές του, τη σαφή βούλησή του να έχει το επίδικο ως δικό του.

Διέμενε στην οικία, κατ' ανοχή του δεύτερου ενάγοντος αδελφού του, δυνάμει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου και άρα, μέχρι και τις αρχές του έτους 2001, για λογαριασμό αυτού (του αδελφού του) ασκούσε τη νομή του επιδίκου ... Μόλις στις αρχές του έτους 200 ο δεύτερος εναγόμενος εκδήλωσε την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου.

Τότε (και δη στις αρχές Απριλίου 2001) απέκλεισε την πρόσβαση του δεύτερου ενάγοντος στην οικία, γνωστοποιώντας, με αυτόν τον τρόπο, την πρόθεσή του να το νέμεται με διάνοια κυρίου. Τότε, ο δεύτερος ενάγων, έχοντας ήδη, με το υπ' αριθμ. .../3-4-2001 συμβόλαιο της συμ/φου Θεσ/νίκης Παρ. Ζωγράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβιβάσει στην πρώτη ενάγουσα θυγατέρα του (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) την ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, του επιδίκου, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα επικαρπίας, υπέβαλε εναντίον του έγκληση για την πράξη της αυτοδικίας και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (την από 11-3-2002) ζήτησε προσωρινά τη δικαστική προστασία του με την αποβολή του δεύτερου εναγομένου από το επίδικο (επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13/2002 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαλάρων).

Ωστόσο, ο δεύτερος εναγόμενος, εξακολουθώντας να αμφισβητεί τα επί του επιδίκου δικαιώματα ψιλής κυριότητας και επικαρπίας των εναγόντων, με το υπ' αριθμ. .../9-10-2002 συμβόλαιο του συμ/φου Φαλάρων Ηρακλή Βασιλείου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στην πρώτη εναγόμενη (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία.

Οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι την ακυρότητα του ως άνω υπ' αριθμ. .../1980 συμβολαίου, ως εικονικού, κατά το μέρος που με αυτό οι ως άνω συγκληρονόμοι του Σ. Ζ. μεταβιβάζουν, λόγω δωρεάς, στο δεύτερο ενάγοντα τα επί του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου και επ' αυτής οικία) ποσοστά συγκυριότητάς τους (=13/16 εξ αδιαιρέτου), ισχυρίζονται ότι ο δεύτερος ενάγων ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου και ότι αντίθετα ο δεύτερος απ' αυτούς (εναγομένους) από το έτος 1967, οπότε ο κληρονομούμενος πατέρας του Σ.

Ζ., διανέμοντας άτυπα το όλο ως άνω ακίνητο (συνολικού εμβαδού 577,13 τ.μ.) σε δύο τμήματα, παραχώρησε σ' αυτόν (δεύτερο εναγόμενο) το επίδικο τμήμα και στο Γ. (αδελφό του) το υπόλοιπο των 354,38 τ.μ., μέχρι και την άσκηση της αγωγής, ιδιαίτερα μετά το θάνατο (το έτος 1979) του πατέρα του και σε συμφωνία με όλους τους υπόλοιπους συγκληρονόμους (και το δεύτερο ενάγοντα), ασκούσε συνεχώς, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίου (κατοικώντας στην οικία, αξιοποιώντας το ακίνητο με επισκευές, ιδιαίτερα, της οικίας).

Ειδικότερα οι εναγόμενοι, ισχυριζόμενοι ότι η αναφερόμενη στο πιο πάνω υπ' αριθμ. .../1980 δωρητήριο συμβόλαιο σύμβαση δωρεάς του επιδίκου και η ενωμένη με αυτή μεταβίβαση της συγκυριότητας κατά ποσοστό 13/16 προς το δεύτερο ενάγοντα, είναι εικονική και ως τέτοια άκυρη, κατά το μέρος που ο τελευταίος εμφανίζεται ως δωρεοδόχος, εκθέτουν, ότι, κατά τη συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, η αληθινή βούλησή τους ήταν το επίδικο να ανήκει στη νομή και κυριότητα του δεύτερου απ' αυτούς (εναγομένους), η σύνταξη δε του συμβολαίου, με τις αναφερόμενες σ' αυτές συμβάσεις, έγινε φαινομενικά και όχι σοβαρά με μοναδικό σκοπό να δυσχερανθεί η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός του επιδίκου εκ μέρους του ως άνω Συνεταιρισμού για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του που τότε είχε εις βάρος του από την τέλεση απ' αυτόν των ως άνω αξιόποινων πράξεων (απάτης, υπεξαίρεσης) σε βάρος των μελών του.

Ο ισχυρισμός αυτός ... αποτελεί νόμιμη (άρθρα 138 παρ.1, 139 ΑΚ) ένσταση εικονικότητας, η οποία ... δεν αποδεικνύεται ... και τούτο γιατί πράγματι μεν ο ως άνω Συνεταιρισμός είχε αξίωση αποζημίωσης κατά του δεύτερου εναγομένου από τις σε βάρος του αξιόποινες πράξεις του τελευταίου. Όμως, την ίδια αξίωση είχε και κατά του κληρονομούμενου πατέρα του (του Σ.

Ζ.), καθόσον αυτός, κατά την πρόσληψη του δεύτερου εναγομένου από το Συνεταιρισμό (το έτος 1971), με την από 8-11-1971 έγγραφη δήλωσή του εγγυήθηκε υπέρ του τελευταίου για την πληρωμή στο Συνεταιρισμό κάθε ελλείμματος το οποίο ήθελε προκύψει σε βάρος του συνεταιρισμού από το δεύτερο εναγόμενο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ως ταμία και διαχειριστή.

Την αυτή αξίωση είχε ο Συνεταιρισμός, στη συνέχεια και εναντίον όλων των κληρονόμων του ως άνω εγγυητή (του Σ. Ζ.). Γι' αυτό και διεκδίκησε αυτή δικαστικά, με την από 4-8-1981 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, όχι μόνο από το δεύτερο εναγόμενο ή και τον επίσης εγγυητή Η. Κ., αλλά και από όλους τους κληρονόμους του Σ.

Ζ., κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας τους (βλ. την υπ' αριθμ. 200/1984 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά το ποσό των 2.381.825 δρχ, όπως αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 1468/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών). Επομένως, εφόσον ο συνεταιρισμός είχε την ίδια αξίωση εναντίον όλων των κληρονόμων (και άρα και κατά του δεύτερου ενάγοντος), ουδείς λόγος υπήρχε το έτος 1980, όταν ήδη ήταν γνωστές οι ως άνω αξιόποινες πράξεις του δεύτερου εναγομένου, να μεταβιβαστεί το κληρονομιαίο ακίνητο στο Γ. (κατά το ένα τμήμα του) και στο δεύτερο ενάγοντα (κατά το επίδικο τμήμα του), καθόσον και κατ' αυτών θα μπορούσε ο συνεταιρισμός να επισπεύσει εκτέλεση.

Άρα δεν έχει δικαιολογητική βάση ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η μεταβίβαση, λόγω δωρεάς, του επιδίκου στο δεύτερο ενάγοντα, έγινε για να εμποδισθεί (ή, έστω, δυσχερανθεί) η εις βάρος του ακινήτου αναγκαστική εκτέλεση. Η προβαλλόμενη αιτιολογία ότι τότε (κατά τη σύνταξη του συμβολαίου) δεν γνώριζε κανένας τους ότι ο κληρονομούμενος Σ.

Ζ. είχε εγγυηθεί την κάλυψη κάθε ελλείμματος που ήθελε προκύψει σε βάρος του συνεταιρισμού από ενέργεια ή παράλειψη του δεύτερου εναγομένου, δεν κρίνεται πειστική και δεν αποδεικνύεται ως αληθής. Προς ενίσχυση των παραπάνω, είναι χαρακτηριστικό ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν και την εγκυρότητά της, με το ίδιο, ως άνω, συμβόλαιο, συμβάσεως δωρεάς και μεταβίβασης της συγκυριότητας κατά ποσοστό 13/16 του άλλου τμήματος (εμβαδού 354,38 τ.μ) προς τον εκ των συγκληρονόμων Γ.

Ζ.. Οι ισχυρισμοί τους ότι άτυπα ο κληρονομούμενος, διανέμοντας άτυπα το όλο ακίνητο σε δύο τμήματα, είχε παραχωρήσει από το έτος 1967 το μεν ένα στο Γ. Ζ., το δε επίδικο στο δεύτερο απ' αυτούς ή και ότι, κατά τη σύνταξη (το έτος 1980) του ως άνω δωρητήριου συμβολαίου, είχε καταρτισθεί και έγγραφο συμφωνητικό αναγνώρισης της επικαλούμενης εικονικότητας, το οποίο και κρυφά αφαίρεσε από την οικία ο δεύτερος ενάγων (το Μάρτιο του έτους 2001), δεν επιβεβαιώνονται από πειστικό στοιχείο ...

Περαιτέρω, και χωρίς να είναι κρίσιμα τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως των συγκληρονόμων (συγκυρίων), τα οποία και επέδρασαν στη βούλησή τους για την αναφερόμενη, στο ως άνω υπ' αριθμ. .../1980 συμβόλαιο, μεταβίβαση της συγκυριότητας (κατά ποσοστό 3/16), λόγω δωρεάς, του επίδικου τμήματος στο δεύτερο ενάγοντα (και για την αντίστοιχη μεταβίβαση του άλλου τμήματος προς το Γ.

Ζ.), προκύπτει ότι ο δεύτερος ενάγων, ευθύς μετά τη σύνταξη του πιο πάνω συμβολαίου, ενεργούσε, κατά τα παραπάνω, ως μόνος κύριος του επιδίκου, καθόσον ζήτησε και έλαβε στο όνομά του το ως άνω δάνειο για την πραγματοποίηση εργασιών επισκευής της οικίας, εκτέλεσε μέρος των εργασιών και κάλυψε, έστω και πολύ αργότερα (το έτος 1998), μέρος των υποχρεώσεων του από το δάνειο.

Η επί μακρόν, ως άνω, εμπλοκή του στην αντιμετώπιση των υποχρεώσεών του από το δάνειο αποδεικνύει και τη διαρκή πεποίθησή του, εμφανή προς όλους, ότι είναι μόνος κύριος του επιδίκου, όπως εκδήλωνε αυτή κατά τις συχνές επισκέψεις του, στη Στυλίδα και τη διαμονή του, με την οικογένεια, στην οικία. Και μπορεί μεν ο δεύτερος εναγόμενος να χρησιμοποιούσε την οικία ως μόνιμη κατοικία της οικογένειάς του (και μαζί με αυτόν και τη μητέρα του μέχρι το θάνατό της), πλην όμως η χρήση αυτής της οικίας από τον ως άνω εναγόμενο δεν γινόταν με διάνοια κυρίου, αλλά κατά παράκληση και δυνάμει άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, την οποία και ο δεύτερος ενάγων κατήγγειλε, άτυπα, στις αρχές του έτους 2001, με την έναρξη της αντιδικίας τους με τους εναγομένους.

Η παραχώρηση της κατά τα ως άνω χρήσης της οικίας στο δεύτερο εναγόμενο μέχρι και το έτος 2001 δικαιολογείται από τη μεταξύ των διαδίκων συγγενική σχέση. Άλλωστε, ο δεύτερος ενάγων διατηρούσε μέχρι και το έτος 2000 καλές σχέσεις με το δεύτερο εναγόμενο (αδελφό του) και, όντας υπάλληλος του Ο.Τ.Ε. από το έτος 1976, κάλυψε και αυτός (μαζί και με τα υπόλοιπα αδέλφια του) μεγάλο μέρος της επιδικασθείσας σε βάρος τους (κατά τα παραπάνω) αποζημιώσεως του συνεταιρισμού, έναντι του οποίου δεν υπάρχει πλέον οφειλή από την παραπάνω αιτία ... .

Ο δεύτερος εναγόμενος, καθόλη τη διάρκεια της πιο πάνω χρήσης της οικίας, ουδέποτε (μέχρι και τις αρχές του έτους 2001) εκδήλωσε την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο με διάνοια κυρίου. Η πληρωμή απ' αυτόν όλων των επικαλούμενων δαπανών (ύδρευσης, ΔΕΗ, τελών ακινήτου κ.λ.π) γινόταν στα πλαίσια της υποχρέωσής του από τη χρήση της οικίας και δεν αποδεικνύουν τη νομή του επιδίκου με διάνοια κυρίου.

Αν ο δεύτερος εναγόμενος ενεργούσε μέχρι και το έτος 2000 με διάνοια κυρίου είναι βέβαιο, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ ...) ότι έχοντας στην κατοχή του και το επικαλούμενο απ' αυτόν (αντ)έγγραφο εικονικότητας, θα επιδίωκε τη μεταβίβαση του επιδίκου, κατά κυριότητα, σ' αυτόν. Κάτι τέτοιο δεν έπραξε, αν και οι σχέσεις του με το δεύτερο ενάγοντα αδελφό του (αλλά και τα υπόλοιπα αδέλφια του) ήταν πολύ καλές και άρα εύκολα θα μπορούσαν να τακτοποιήσουν την, από το έτος 1980, ως άνω εκκρεμότητα.

Μετά απ' αυτά ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ίδιος με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (από 1967 ή έστω 1980 μέχρι 2001), ο οποίος ... αποτελεί νόμιμη ένσταση (άρθρ. 1045 ΑΚ) κατά την κύρια βάση της αγωγής (της κτήσεως της κυριότητας με παράγωγο τρόπο) και άρνηση κατά την επικουρική βάση της χρησικτησίας ..., πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Αλλά απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός (ένσταση) των εναγομένων ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική (άρθρ. 281 ΑΚ), καθόσον κατά τα παραπάνω, οι ενάγοντες, ευθύς ως οι εναγόμενοι εκδήλωσαν την πρόθεση να νέμονται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων (στις αρχές του έτους 2001), άσκησαν την ένδικη αγωγή, έτσι ώστε, με όσα αναφέρθηκαν και παραπάνω, η άσκηση των, από την κυριότητα, δικαιωμάτων τους να μη αντιβαίνει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ...

Μετά τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος ενάγων, κατά το χρόνο που με το ως άνω υπ' αριθμ. .../3-4-2001 συμβόλαιο γονικής παροχής μεταβίβασε στην πρώτη ενάγουσα θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία, ήταν κύριος του επιδίκου κύρια με παράγωγο τρόπο (κατά 3/16 με κληρονομική διαδοχή και κατά 13/16 με μεταβίβαση, λόγω δωρεάς) και επικουρικά με έκτακτη χρησικτησία.

Γι' αυτό, ενόψει του ότι και ο ψιλός κύριος (όχι μόνο ο επικαρπωτής) νομιμοποιείται ενεργητικά κατά των τρίτων (εναγομένων) παρανόμως κατόχων του ακινήτου, θα έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ως άνω διατάξεις για την κληρονομική διαδοχή και για την έκτακτη χρησικτησία, αλλά και εκείνες των άρθρων 496 και 498 ΑΚ για τη δωρεά και του άρθρου 1509 ΑΚ για τη γονική παροχή, που κατά τα άνω ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ενάγων έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου κύρια με παράγωγο τρόπο και πάντως με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και η πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα απέκτησε την ψιλή κυριότητα με γονική παροχή του πατέρα της - δεύτερου αναιρεσίβλητου ενάγοντος - προς αυτήν.

Ούτε παραβίασε τις ουσιαστικές ως άνω διατάξεις για την εικονικότητα και για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, εφόσον υπό τα προεκτιθέμενα δεδομένα δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής τους. Ενώ περιέλαβε στην απόφασή του πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία τόσο καθόσον αφορά την παραδοχή της αγωγής όσο και καθόσον αφορά την απόρριψη των άνω ενστάσεων των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων περί εικονικότητας του πιο πάνω - .../5-6-1980 - συμβολαίου, ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας και καταχρηστικής άσκησης από μέρους των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων του ένδικου δικαιώματός τους, και, συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους κατά τις αντίστοιχες αιτιάσεις υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 249 και 251 ΑΚ προκύπτει, ότι η διεκδικητική αγωγή (άρθρου 1094 ΑΚ) μπορεί να αποκρουσθεί με την ένσταση της αποσβεστικής παραγραφής, η οποία χωρεί επί της επί εικοσαετία παράλειψης του δικαιούχου να την ασκήσει και αρχίζει από την εκ μέρους του τρίτου προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας με την κτήση από αυτόν της νομής του πράγματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997). Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό - ένταση - των ήδη αναιρεσειόντων εναγομένων, ότι "το οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα των αντιδίκων (τους) υπέκυψε στην εικοσαετή παραγραφή, κατ' άρθρ. 249 ΑΚ, (ως έχοντας συμπληρωθεί) 23 συναπτά έτη από του έτους 1980 και δη τις 5-6-1980 που αναφέρουν ως αφετηρία των δήθεν δικαιωμάτων τους".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχτηκε ότι "μόλις στις αρχές του έτους 2001 ο δεύτερος εναγόμενος εκδήλωσε την πρόθεσή του να νέμεται το επίδικο ακίνητο ... (και δη στις αρχές Απριλίου 2001) απέκλεισε την πρόσβαση του δεύτερου ενάγοντος στην οικία, γνωστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο την πρόθεσή του να το νέμεται ... (και) εξακολουθώντας να αμφισβητεί τα επί του επιδίκου δικαιώματα ψιλής κυριότητας και επικαρπίας των εναγόντων, με το υπ' αριθμ. .../9.10.2002 συμβόλαιο ...

μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην πρώτη εναγομένη θυγατέρα του την ψιλή κυριότητα του επιδίκου, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία", έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε σιωπηρά ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο Σωστά τις άνω διατάξεις των άρθρων 249 και 251 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές για τη μη εφαρμογή τους, και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-3-2011 αίτηση των 1) Μ. Ζ. του Α. κ.ά. για αναίρεση της 283/2010 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ