1520/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο σημείο αυτό εμφανίσθηκε γυναίκα αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, η οποία δήλωσε ότι είναι η πληρεξουσία των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων και χωρίς να γνωστοποιήσει εγγράφως τα στοιχεία της ταυτότητός της, είπε ότι στερείται ειδικού πληρεξουσίου και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως.
Legislator headnote
AI generated1520/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): - Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη το σφάλμα ότι δέχθηκε ως ακύρους τις χρονομεριστικές συμβάσεις των ανακοπτόντων διότι δήθεν ήταν μισθώσεις, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ήταν μέρος του ως ενιαίου συνόλου πωλουμένου ενεργητικού, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την επί της ουσίας εκτίμηση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρ. 561§ Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 1520 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1520/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Γ. του Α., 2 Θ. συζ. Α. Γ., το γένος Μ. Μ., κατοίκων αμφοτέρων Π. Θ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 3. Γ. Γ. του Δ., 4. Ε. συζ. Γ. Γ. το γένος Β. Ε., κατοίκων αμφοτέρων ..., 5.Γ. Τ. του Β., 6. Κ. συζ. Γ. Τ., το γένος Α. Ζ., κατοίκων αμφοτέρων ..., 7. Ν. Ο. του Α., 8. Γ. συζ. Ν. Ο., το γένος Κ., κατοίκων αμφοτέρων ..., 9. Χ. Π. του Ν., 10. Ε. συζ. Χ. Π., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., 11. Ι. Β. του Β., 12. Ν. Β. του Β., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Τουριστική, Τεχνική, Βιομηχανική Εταιρεία "ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ Α.Ε" (πρώην "Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Γεωργική Ανώνυμος Εταιρεία "Η ΠΟΤΙΔΑΙΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.
Στο σημείο αυτό εμφανίσθηκε γυναίκα αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, η οποία δήλωσε ότι είναι η πληρεξουσία των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων και χωρίς να γνωστοποιήσει εγγράφως τα στοιχεία της ταυτότητός της, είπε ότι στερείται ειδικού πληρεξουσίου και ζήτησε την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής. Στη συνέχεια και μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής η ως άνω εμφανισθείσα ως δικηγόρος των δύο πρώτων από τους αναιρεσείοντες απεχώρησε. Το Δικαστήριο προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως ερήμην όλων των αναιρεσειόντων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Ιουνίου 2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3045/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 27 Ιανουαρίου 2003 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1481/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την 3045/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την 3473/2004 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν εκ νέου οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 25 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους ως και τους από 14 Ιανουαρίου 2009 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, καθώς και αυτός του δικογράφου των προσθέτων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη των αναιρεσειόντων στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 12516 και 12517/12-5-2011, 12481 και 12482/15/4/2011, 12483 και 12484/15-4-2011, 12490 και 12491/20-4-2011, 12485 και 12486/15-4-2011, 12508 και 12509/27-4-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., αντίγραφο της από 22-4-2010 αιτήσεως (κλήσεως) με τις υπ' αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες, μετά από παραγγελία του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα και παραστάντος πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό και συζητήθηκε, οι αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, "Επιχείρηση, που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της ...".
Με το άρθρο 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι: "1. Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ... 2.
Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται εν λειτουργία είτε όχι ... Ως ενεργητικό νοείται το σύνολο των αναγραφόμενων στον τελευταίο εγκεκριμένο από τη Γ.Σ.
ισολογισμό της εταιρείας στοιχείων του ενεργητικού και των τυχόν άλλων μη αναγραφόμενων στον ισολογισμό στοιχείων και δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύσεως απαιτήσεων, σημάτων, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας και εμπορικής επωνυμίας ... 7. Εφόσον εγκρίνουν την έκθεση αξιολόγησης και την προτεινόμενη κατακύρωση πιστωτές που εκπροσωπούν 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης ...
Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. του ΚΠολΔ ... 8 εδ. β' και γ'. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού ... ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ... είτε πράξη εξοφλήσεως είτε πράξη πιστοποιήσεως εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.
Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περιλήψεως εκθέσεως κατακυρώσεως του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. 9 εδ. β'. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχειρήσεως του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ".
Εξάλλου με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν. 2244/1994 ερμηνεύθηκε αυθεντικώς η ανωτέρω παράγραφος 8 του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 και ορίσθηκε ότι "Η κατ' άρθρο 46α του ν. 1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφιστάμενων υπέρ τρίτων βαρών, που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση".
Επομένως, με τις διατάξεις αυτές δίδεται ρητώς στον πλειοδότη, με εξομοίωση κατά παραπομπή στην αναγκαστική εκτέλεση, που ακολουθεί την κατακυρωτική έκθεση, σύμφωνα με το άρθρο 1005 του ΚΠολΔ, αφενός δικαίωμα αναγκαστικής εκτελέσεως άνευ άλλης προϋποθέσεως κατά του νομέα ή κατόχου περιουσιακών στοιχείων που συνιστούν ενεργητικό της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, ειδικότερα για την ανάληψη της κατοχής του ακινήτου (943 ΚΠολΔ), αφετέρου δικαίωμα εξαλείψεως της τυχόν υποθήκης ή προσημειώσεως που θεωρούνται από το νόμο ως αποσβεσθείσες.
Περαιτέρω, με το άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 ορίσθηκε ότι "Σε περίπτωση που η οφειλέτρια επιχείρηση τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2000/1991, χωρεί η κατ' άρθρο 943 ΚΠολΔ αναγκαστική εκτέλεση υπέρ της υπό εκκαθάριση επιχείρησης και εναντίον των μισθωτών αυτής, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί δικαιώματα από αυτούς ή κατέχει, νέμεται ή χρησιμοποιεί με οποιαδήποτε έννομη σχέση τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της επιχείρησης, που είναι τίτλοι εκτελεστοί ...
Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τις επιχειρήσεις που τελούν ήδη σε ειδική εκκαθάριση". Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται ακόμη ειδικότερα, αλλά κατ' απόκλιση πλέον από τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ το ζήτημα της υπάρξεως μισθωτικής σχέσεως επί ακινήτου περιουσιακού στοιχείου της εκκαθαρισθείσης επιχειρήσεως, αποκλειομένης της κατά τα ανωτέρω άρθρα 1009 ΚΠολΔ και 614 ΑΚ υπεισελεύσεως στη μισθωτική σχέση στην προκειμένη περίπτωση.
Οι διατάξεις, συνεπώς, περί καθεστώτος ειδικής εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων με οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους (των προβληματικών επιχειρήσεων) τίθεται με το σαφή νομοθετικό σκοπό τη διάσωση και επιβίωσή τους, ώστε να συνεχίζεται η λειτουργία τους με το υφιστάμενο ενεργητικό (όπως αυτό προσδιορίζεται ανωτέρω από τον ίδιο νόμο), ταυτοχρόνως δε απαλλαγμένες από τα χρέη που τις βαρύνουν.
Υπηρετούν δηλαδή οι ανωτέρω διατάξεις ευρύτερο δημόσιο σκοπό, χωρίς να προβλέπεται οποιαδήποτε εξαίρεση ή ρήτρα διαφυγής από την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένη περίπτωση. Ακόμη ειδικότερα με το ίδιο άρθρο 31 παρ. 3 του ν. 2538/1997 προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων της ειδικής εκκαθαρίσεως ρητώς και γενικώς και επί των εκκρεμών μισθωτικών σχέσεων που βαρύνουν τα ακίνητα, μηχανήματα και λοιπές εγκαταστάσεις της εκκαθαρισθείσας επιχείρησης, θεωρουμένης της μισθωτικής σχέσεως ως στοιχείου του παθητικού απευθείας από το νόμο, ανεξαρτήτως του αν η μισθωτική σχέση είναι νόμιμη ή όχι, είτε κατά το ν. 4112/1929 (άρθρο 4 παρ. 2 και 3), είτε κατ' εφαρμογή άλλου νόμου.
Συνεπώς, οι ανωτέρω και νεότερες του ν. 1652/1986, περί χρονομεριστικών μισθώσεων, διατάξεις της ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων δεν διακρίνουν και άρα, ως ειδικότερη ρύθμιση, εφαρμόζονται και επί της ενοχικής υποσχετικής σχέσεως της χρονομεριστικής μισθώσεως και μάλιστα επί του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου αυτού (1652/1986), με τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι "οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι του μισθωτή και εκμισθωτή υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου τους που απορρέουν από τη σύμβαση"(Oλομ. ΑΠ 16/2006, ΑΠ 1480, 1481 και 1482/2003). Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και δεν παρεβίασε καμμία από τις άνω διατάξεις ουσιαστικού νόμου, ούτε αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίον το Εφετείο δεν ερεύνησε περαιτέρω την υπόθεση ως εντέλλεται από το Δικαστήριο της παραπομπής, μη συμμορφωθέν προς την αναιρετική απόφαση, μή καθορίζων σε τί συνίσταται η μη συμμόρφωση προς την αναιρετική απόφαση, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των ανακοπτόντων περί συμμεταβιβάσεως των χρονομεριστικών μισθώσεων μετά του συνόλου του ενεργητικού, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως. Παρέπεται ότι δεν ιδρύεται λόγος σχετικός με την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη το σφάλμα ότι δέχθηκε ως ακύρους τις χρονομεριστικές συμβάσεις των ανακοπτόντων διότι δήθεν ήταν μισθώσεις, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ήταν μέρος του ως ενιαίου συνόλου πωλουμένου ενεργητικού, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την επί της ουσίας εκτίμηση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρ. 561§ Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο "παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων (συμβόλαιο και μνημόνιο προσφοράς)", είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος.
- Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλομένη έχει "αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες", είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η δια της αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή. Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες ζήτησαν να ακυρωθεί η επισπευδομένη εκτέλεση και για το λόγο ότι αυτή ασκείται καταχρηστικά, ενόψει του ότι η καθής αναγνώρισε την εγκυρότητα της χρονομεριστικής μίσθωσης που αφορά τον καθένα από αυτούς και τους προσκάλεσε να εξοφλήσουν τα έξοδα διαχείρισης της χρονομίσθωσης του έτους 2000. Όμως μόνη η συμπεριφορά αυτή της καθής, αληθής υποτιθεμένη, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτής προς αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των ανακοπτόντων, αφού δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια, τα οποία επιβάλλουν η καλή πιστή ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο μόνος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
- Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-11-2005 αίτηση και το από 14-1-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων των Α. Α. Γ. κ.λ.π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 3.473/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ