Legislator Case Law & Legislation
1520/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal on res judicata claim, remands case and orders costs against defendant.

Case Number 1520/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's primary claim regarding a violation of the principle of res judicata, finding the lower court erred in its initial assessment. While dismissing the appellant's secondary arguments on limitation periods and liability as accessory to the main claim, the court ruled that the lower court's rejection of these points logically followed the erroneous finding on res judicata. Consequently, the decision was annulled, the case remitted to the same court of first instance for retrial, and the defendant ordered to pay the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 16 C.P.D.; Art. 332 C.P.D.: The principle of res judicata is not a matter of public order and cannot be raised for the first time before the Supreme Court; however, if the lower court's decision on this issue is erroneous and forms the basis for subsequent rulings, the entire decision must be annulled and the case remitted.

Keywords

AI generated
res judicata principle Supreme Court appeal accessory grounds dismissal remittal to lower court litigation costs award public order exception procedural error annulment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 16 C.P.D.
Art. 332 C.P.D.
Art. 321 C.P.D.
Art. 322 C.P.D.
Art. 324 C.P.D.
Art. 580 § 3 C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1520 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1520/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ συζ. Φ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δαούτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελο Αγγελόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 154/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 31 Αυγούστου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 29-3-2009 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών (ως αλυσιτελών) και την αναίρεση της υπ' αριθ. 154/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει να είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός για το δεδικασμένο με λόγο έφεσης ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων έφεσης δηλ.

να έχει προβληθεί ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου έγινε κατά παράβαση νόμου. Ο σχετικός ισχυρισμός για το δεδικασμένο δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου και τούτο, διότι το δεδικασμένο δεν ανήκει στους κανόνες δημόσιας τάξης, αφού οι διατάξεις που το καθιέρωσαν, έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού.

Το Εφετείο εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης . Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΟλΑΠ 959/1985,ΑΠ 47/2006).

Εξάλλου, από τα άρθρα 321, 322 παρ.1, 525 παρ.1 και 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι' αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασης του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά μετά δε την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργείται δεδικασμένο που εμποδίζει να καταστεί το αίτημα αυτό αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 13/1984).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 εδ. α' και 221 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση στον εναγόμενο της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη, αλλά έχει χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης, που ενέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής, ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε ως εναρκτήρια μεν της δίκης διαδικαστική πράξη να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπρόθεσμου χρέους χωρίς υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη, ο οποίος οφείλει δικονομικούς τόκους (άρθ. 346 ΑΚ), ως όχληση δε να καθιστά υπερήμερο τον οφειλέτη, ο οποίος οφείλει να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας (άρθ. 340, 345 ΑΚ), όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της άσκησης της αγωγής, η οποία τέτοια συνέπεια δεν έχει, αλλά της όχλησης, που και όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική της φύση, ούτε την αυτοτέλεια της έναντι της αγωγής αποβάλλει.

Η κατά τα άρθρα 294, 295 § 1 και 297 ΚΠολΔ γενομένη παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, έχουσα ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων, που επήλθαν με και από την άσκηση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης. Γιατί το μνημονευθέν από την παραίτηση αποτέλεσμα αναφέρεται μεν στην άσκηση της αγωγής ως σύνθετης διαδικαστικής πράξης, δεν αφορά όμως και την επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης κατά το μέρος, κατά το οποίο η επίδοση του έχει χαρακτήρα όχλησης, ανεξάρτητης από την επίδοση ως διαδικαστική πράξη, παρά την υλική σύμπτωσή τους.

Έτσι, αν ο ενάγων ασκήσει κατά του εναγομένου καταψηφιστική αγωγή, με την οποία ζητεί να του καταβάλει χρηματική αποζημίωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της και επιδώσει αντίγραφο της αγωγής αυτής στον οφειλέτη, κατά τη συζήτηση δε της αγωγής περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, ο εναγόμενος οφείλει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, η οποία έχει τον παραπάνω χαρακτήρα της όχλησης (340 ΑΚ), συνεπαγόμενης κατά τα ανωτέρω την οφειλή τόκων υπερημερίας (άρθρο 345 ΑΚ).(Ολ.ΑΠ 13/1994).

Επομένως, στην περίπτωση περιορισμού στο πρωτοδικείο της καταψηφιστικής αγωγής σε αναγνωριστική, χωρίς ο ενάγων να διαλάβει στη σχετική δήλωσή του τίποτε για τους τόκους, παραμένει αυτοδικαίως εκκρεμές και το παρεπόμενο αίτημα των τόκων για την αναγνώριση και αυτών ως παρεπομένων από την επίδοση της αγωγής, με την προαναφερθείσα έννοια της όχλησης, που συνεπάγεται υπερημερία του αναιρεσίβλητου οφειλέτη.

Εάν το πρωτοδικείο δεν αποφανθεί για το σχετικό αναγνωριστικό πλέον αίτημα των τόκων, που εξακολουθεί να υπάρχει ενώ εκκρεμεί ως επίδικο και μετά τον περιορισμό της αγωγής, είναι αναγκαία η προσβολή της σχετικής σιωπηρής απορριπτικής διάταξης εκ μέρους του ενάγοντος με ειδικό λόγο έφεσης, στην αντίθετη δε περίπτωση, μετά την τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης, δημιουργείται απορριπτικό επί της ουσίας δεδικασμένο, που εμποδίζει να καταστεί το ίδιο αίτημα αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 1122/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει με την από 5-10-1002 αγωγή του να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 25.000.000 δρχ. , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εντόκως νομίμως από την επίδοση της αγωγής.

Πρωτοδίκως τότε ο ενάγων αναιρεσίβλητος περιόρισε την αγωγή του εκείνη για ολόκληρο το ποσό της από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, χωρίς να διαλάβει τίποτε για τους τόκους. Έτσι, παρέμεινε εκκρεμές και το αίτημα των τόκων για την αναγνώριση και αυτών ως παρεπομένων από την επίδοση της αγωγής με την έννοια της όχλησης, που συνεπάγεται υπερημερία της αναιρεσείουσας οφειλέτριας.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών που δίκασε σε πρώτο βαθμό εκείνη την αγωγή τη δέχθηκε κατά ένα μέρος αναγνωριστικά με την υπ'αριθ.550/1997 απόφασή του, μόνο για το αιτούμενο κεφάλαιο ποσού 10.000.000 δρχ. και απέρριψε σιωπηρά, παραλείποντας να αποφανθεί για το παρεπόμενο αναγνωριστικό αίτημα τοκοδοσίας, που είχε υποβληθεί με την αγωγή και εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά τον περιορισμό της αγωγής στο αναγνωριστικό της αίτημα τόκων υπερημερίας από την όχληση με την επίδοση της αγωγής.

Η πρωτόδικη εκείνη απόφαση δεν προσβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ενάγοντος ως προς τα απορριπτικά της κεφάλαια, μεταξύ των οποίων και εκείνο που σιωπηρά απέρριψε το παρεπόμενο αναγνωριστικό αίτημα τοκοδοσίας, που τελεσιδίκησε, ώστε να παράγεται απορριπτικό δεδικασμένο επι της ουσίας που εμπόδιζε το να καταστεί το αίτημα αυτό τοκοδοσίας αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων.

Εξάλλου, η πρωτόδικη εκείνη υπ'αριθ. 650/1997 απόφαση κατά το κεφάλαιο της εκείνο με το οποίο η πρώτη αγωγή του αναιρεσίβλητου έγινε δεκτή κατά ένα μέρος για το ποσό κεφαλαίου των 10.000.000 δρχ. αναγνωριστικά τελεσιδίκησε μετά την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εκ μέρους της αναιρεσείουσας εναγόμενης με την υπ' αριθμ. 124/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών και κατέστη αμετάκλητη, με την έκδοση της υπ' αριθμ. 1167/2004 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση που άσκησε η αναιρεσείουσα και τότε εναγομένη κατά της απόφασης του Εφετείου.

Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος ενάγων ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 956/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το ποσό των 10.000.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ως άνω αγωγής, ήτοι από 17-10-1992.

Η κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ασκηθείσα ανακοπή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 1172/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε ότι ορθώς υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει και τόκους επί του ως άνω ποσού, διότι με τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό δεν θίχτηκε η, με την από 16-10-1992 επίδοση της αγωγής, γενόμενη όχληση του οφειλέτη που κατέστησε αυτόν υπερήμερο και εντεύθεν υπόχρεο στην καταβολή τόκων.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου, η αναιρεσείουσα εναγομένη άσκησε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 124/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση της εναγομένης και αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου, για το λόγο ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί το σχετικό λόγο ανακοπής της διαταγής που προβλήθηκε και ως λόγος έφεσης και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, ως προς το ποσό των τόκων, αφού αυτό δεν αποδεικνυόταν από την υπ' αριθμ. 124/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών και δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης εκείνης δίκης συνέπεια έφεσης του αναιρεσίβλητου ενάγοντος.

Από τις παραδοχές της προηγηθείσας υπ' αριθ. 124/2005 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου δεν αναιρείται η κρίση για τη σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους του πρωτοδικείου Πατρών του αιτήματος τοκοδοσίας του αναιρεσίβλητου. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος ενάγων άσκησε κατά της αναιρεσείουσας την ένδικη από 15-9-2005 (δεύτερη) αγωγή του με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει τους ζητηθέντες με την πρώτη από 5-10-1992 αγωγή του τόκους υπερημερίας επι του επιδικασθέντος ποσού των 10.000.000 δρχ.

από την έγερση της αγωγής εκείνης στις 17-10-1992 μέχρι την έγερση της ένδικης (δεύτερης) αγωγής, συνολικά 80.058,18 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής αυτής. Κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών ως Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα εναγομένη προέβαλε, εκτός άλλων, και την ένσταση ύπαρξης απορριπτικού δεδικασμένου, από την προαναφερθείσα τελεσίδικη σιωπηρή απόρριψη του αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος με την υπ'αριθ.650/1997 τελεσίδικη τότε απόφαση.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός απορρίφθηκε σιωπηρά με την υπ'αριθ.170/2007 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου. Τον ισχυρισμό αυτό για την ύπαρξη δεδικασμένου απορριπτικού επανέφερε στο Εφετείο Πατρών η αναιρεσείουσα εναγομένη που απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του με την αιτιολογία ότι: "όταν ο αναιρεσίβλητος ενάγων περιόρισε το αίτημα της από 5-1-1992 αγωγής του σε αναγνωριστικό για όλο το αιτούμενο ποσό δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα του επί των τόκων, και εφόσον παρέλειψε να ζητήσει μετά τον ως άνω περιορισμό ειδικά και την αναγνώριση της οφειλής των τόκων επι του κεφαλαίου, η υπ'αριθ.650/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών δεν όφειλε ούτε να δεχθεί (πέραν του αιτηθέντος), ούτε να απορρίψει ...(το μη αιτηθέν)".

Με την απόφαση του αυτή, το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 525 παρ.1 του ΚΠολΔ έκρινε ότι δεν υπάρχει απορριπτικό δεδικασμένο που προκύπτει από τη σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της υπ'αριθ.680/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών του αιτήματος του αναιρεσίβλητου για την αναγνώριση της οφειλής τόκων εκ μέρους της αναιρεσείουσας επι του αιτηθέντος με την από 5-10-1992 αγωγή του ποσού χρηματικής ικανοποίησης, που παρέμεινε ενεργό και μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος εκείνης της αγωγής μόνο στο αναγνωριστικό.

Επομένως τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου υπό την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα.

ΙΙ. Λόγοι αναίρεσης που κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς είναι, εκτός άλλων, και εκείνοι που προτείνονται επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση και μόνο που ήθελε κριθεί αβάσιμος ο προβαλλόμενος ως κύριος λόγος αναίρεσης. Επίσης, λόγοι αναίρεσης που κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς είναι και εκείνοι που πλήττουν κεφάλαιο χωριστό της απόφασης, αλλά συνεχόμενο με το κύριο ως προς το οποίο προτείνεται η αναίρεση της απόφασης, γιατί στην περίπτωση αυτή η απόφαση συναναιρείται και ως προς το κεφάλαιο που πλήττεται με τον αλυσιτελή λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού απέρριψε τον κύριο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εναγομένης για την ύπαρξη απορριπτικού δεδικασμένου ως προς τις ένδικες αξιώσεις τόκων υπερημερίας του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, στη συνέχεια απέρριψε τους επαναφερθέντες σ' αυτό με την έφεση της αναιρεσείουσας επικουρικά προβληθέντες ισχυρισμούς της για παραγραφή των ένδικων αγωγικών αξιώσεων τοκοδοσίας και για άρση της αγωγικής ευθύνης της, λόγω της έλλειψης υπαιτιότητάς της ως προς την περιέλευσή της σε κατάσταση υπερημερίας, συνεπεία της όχλησης του αναιρεσίβλητου που εμπεριεχόταν στην πρώτη από 5-10-1992 αγωγή του, που περιορίσθηκε σε αναγνωριστική.

Η διπλή όμως αυτή απορριπτική κρίση συνέχεται απόλυτα με την προηγηθείσα εσφαλμένη παραδοχή και αντίστοιχα απορριπτική κρίση του Εφετείου για την ανυπαρξία απορριπτικού δεδικασμένου, στις οποίες στηρίχθηκε αποκλειστικά για να οδηγηθεί στις ελεγχόμενες μεταγενέστερες απορριπτικές κρίσεις επί των δύο άλλων ισχυρισμών της αναιρεσείουσας για παραγραφή και για ανυπαρξία ευθύνης της.

Επομένως, εν όψει και του επικουρικού κατά το αναιρετήριο χαρακτήρα των σχετικών δεύτερου και τρίτου λόγων του αναιρετηρίου με τους οποίους , υπό την επίκληση πλημμελειών κατά τα μέρη τους αντίστοιχα από τους αριθμούς 1, 19 και 1, 8 και 19 του αρθ.559 του ΚΠολΔ, προσβάλλεται η Εφετειακή απόφαση κατά τα κεφάλαια της με τα οποία απορρίφθηκαν οι προαναφερθέντες δύο αυτοτελείς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας πρέπει, αφού απορριφθούν οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης ως αλυσιτελείς, κατά την προαναφερθείσα έννοια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τα πιο πάνω αναγκαίως συνεχόμενα με την κύρια απορριπτική κρίση, απορριπτικά επίσης κεφάλαιά της.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 154/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2010 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ