Appeal allowed: Court remands case for retrial due to vague complaint regarding ownership acquisition facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, ordering a retrial before a new panel of judges. The appellant argued the lower court erred by accepting a claim based on twenty-year adverse possession without sufficient factual detail in the original complaint. The court ruled that the complaint failed to specify the start date, duration, and specific acts of possession required to prove ownership, making the legal basis for the claim legally vague.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14), 216(a) of the Code of Civil Procedure; A complaint is legally vague if the plaintiff fails to state the factual prerequisites necessary for the application of the legal rule claimed, requiring remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1520 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1520/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ... και ήδη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωνσταντινίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8.9.2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22.2.2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο περ. β' και γ' λόγους αναιρέσεως και να απορριφθεί για τους υπόλοιπους.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 περ. α Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Προκειμένου περί αγωγής με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων, ως κύριος, είναι ο πραγματικός δικαιούχος της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση ακινήτου, την οποία παράνομα εισέπραξε η εναγομένη, θα πρέπει να καθορίζεται στην αγωγή και ο τρόπος με τον οποίο κατέστη ο ενάγων κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ ορίζεται ότι εκείνος που έχει στη νομή του για μιά εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία). Έτσι αν ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του στην έκτακτη χρησικτησία πρέπει να επικαλεστεί τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή τη νομή του στο επίδικο ακίνητο και το χρόνο (εικοσαετία).
Άσκηση δε νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1051ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 1045, 249, 271, 974 και 976 ΑΚ, προκύπτει ότι επί εκτάκτου χρησικτησίας για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο στην ιδία αυτού νομή, για τη συμπλήρωση της απαιτούμενης από το νόμο εικοσαετίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία, ειδική διαδοχή επί νομής χωρεί δια παραδόσεως με τη βούληση του τέως νομέως (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία έχει εκείνος που τη μεταβιβάζει και την παραδίδει (Ολ.
ΑΠ 1593/1979). Με τους δεύτερο και τέταρτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (κατ' ορθή υπαγωγή ο τέταρτος), λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή αυτή λόγω της αοριστίας της. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη από 17-10-2003 αγωγή του, την οποία άσκησε κατά τη εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στις 27-10-2003 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ισχυρίστηκε τα εξής:
Ότι είναι εν τοις πράγμασιν κύριος νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου 840 τμ, όπως αυτό ειδικότερα περιγράφεται, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν ύστερα από άτυπη σύμβαση πωλήσεως την οποία συνήψε στις αρχές του έτους 1990 με τις δικαιοπαρόχους του ... και ... με τη συμφωνία να καταρτισθεί αργότερα για λόγους φορολογικούς το σχετικό συμβόλαιο αγοράς.
Ότι στις δικαιοπαρόχους του "οι οποίες μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο είχαν την κυριότητα, νομή και κατοχή του οικοπέδου, περιήλθε κατ' ισομοιρία από κληρονομία του πατέρα τους ... που πέθανε το 1928 κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και της μητέρας τους ... που πέθανε το 1970 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου", ενώ στο δικαιοπάροχο πατέρα τους "περιήλθε κατά την οριστική διανομή οικοπέδων του Συνοικισμού ...
σύμφωνα με τον υπ. αρ. ... τίτλο κυριότητας της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., νόμιμα μεταγεγραμμένο στο Υποθ/κειο Εορδαίας". Ότι στο οικόπεδο αυτό ο ίδιος ανέγειρε τα έτη 1993-1994 με χρήματα του πατέρα του μη αποπερατωθείσα εισέτι οικία. Και ότι παραταύτα η εναγομένη σύζυγος του, με την οποία αυτός βρίσκεται σε διάσταση από το 1997 εν όψει της κατά το ίδιο έτος απαλλοτριώσεως του ακινήτου δυνάμει της στην αγωγή αναφερομένης απαλλοτριωτικής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης αναγνωρίσθηκε δικαιούχος, με την 568/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, της με την αρ. 84/2003 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας καθορισθείσης αποζημιώσεως εξ 106.395 ευρώ.
Ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της ανωτέρω αποζημιώσεως και της επ' αυτής δικαστικής δαπάνης του 3% που εισέπραξε η αντίδικός του, κυρίως επικαλούμενος την αποκτηθείσα κυριότητα επί του ανωτέρω απαλλοτριωθέντος ακινήτου και επικουρικώς με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Όμως δεν αναφέρεται στην αγωγή ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και ειδικότερα, υπό την εκδοχή ότι έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, επίκληση της οποίας πάντως δεν γίνεται, δεν αναφέρονται τα προσόντα για την απόκτηση της κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο (διάνοια κυρίου νομή για μια εικοσαετία), αφού δεν προσδιορίζονται σαφώς η έναρξη, η διάρκεια και η λήξη του χρόνου χρησικτησίας, ως και οι συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο έκρινε ως ορισμένη την αγωγή και στη συνέχεια εξετάζοντας την από ουσιαστική άποψη, δέχθηκε ότι έγινε και ο αναιρεσίβλητος, μαζί με την αναιρεσείουσα, κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, και απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια, καίτοι, όπως προκύπτει από τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αυτή ρητά αμφισβητούσε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, παρά το νόμο αυτό δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω της αοριστίας της, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 136/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ