Supreme Court dismisses appeal on will invalidity due to date alteration, ruling it does not affect validity if not linked to capacity claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to revoke the Second Instance Court's decision regarding a holographic will. The appellant argued the will was invalid due to a falsified date, but the court found the alteration did not impact validity since the primary claim was not based on the testator's capacity. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1718 and 1821 of the Civil Code; A falsified date on a holographic will does not render it void unless the falsification is linked to a separate ground for invalidity such as lack of capacity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1520 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1520/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχαλάκη-Δρακούλη.
Της αναιρεσίβλητης:.... , που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φρίξο Βασιλειάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5163/2001 προδικαστική,5641/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5695/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 8-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1821 παρ. 1, 3 και 4 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη, απαιτείται πλην άλλων, να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.
Στην τελευταία διάταξη, ο νομοθέτης απαριθμεί ενδεικτικά ορισμένα εξωτερικά ελαττώματα της διαθήκης, όπως είναι οι διαγραφές αλλά και η απάλειψη ή μεταβολή λέξης ή αριθμού της διαθήκης. Αλλοιώσεις που εμπίπτουν στην έννοια των εξωτερικών ελαττωμάτων της διαθήκης, τις οποίες επέφερε στο σώμα της τρίτος, χωρίς τη συγκατάθεση του διαθέτη, δεν λαμβάνονται υπόψη, ενώ αν τις επέφερε ο τρίτος κατ' εντολή και ενώπιον του διαθέτη, ενεργώντας ως όργανο του τελευταίου, θεωρείται ότι έγιναν αυτοπροσώπως από εκείνον και η εγκυρότητα της διαθήκης κρίνεται κανονικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1721 παρ. 4 εδ.
β' ΑΚ από το δικαστήριο. Οι διορθώσεις που γίνονται στο έγγραφο της διαθήκης από τον ίδιο το διαθέτη είναι επιτρεπτές, εφόσον όμως έχουν το χαρακτήρα εξωτερικών ελαττωμάτων παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, μετά από ελεύθερη εκτίμηση του είδους και της σημασίας των ελαττωμάτων, να κηρύξει ολική ή μερική ακυρότητα της διαθήκης.
ΙΙ. Το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατά το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004 ΕλλΔ 45.1686). Στην προσβαλλόμενη απόφαση, στη μείζονα πρόταση αυτής, αναφέρονται μεταξύ άλλων, κατά τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και τα ακόλουθα: "Για την εγκυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης ο νόμος (άρθρα 1718, 1721 ΑΚ) αξιώνει ορισμένους όρους και συγκεκριμένα να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν...
Η έλλειψη κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης. Με την έλλειψη δε της χρονολογίας αυτής ισοδυναμεί και η πλαστογραφημένη ημερομηνία, δηλαδή εκείνη που έχει τεθεί από τρίτο πρόσωπο, κατ' απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του διαθέτη... ". Εξάλλου στις κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, κατ' ορθή εκτίμηση, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα σε σχέση με το πραγματικό έτος σύνταξης της δεύτερης επίμαχης διαθήκης της μητέρας των διαδίκων ....
που πέθανε στις 4-10-1999, η οποία κατά την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος συντάχθηκε στις 22-7-1996 αλλ' ο τελευταίος αριθμός του έτους σύνταξή της πλαστογραφήθηκε από 6 σε 0, ώστε να εμφανίζεται ότι η διαθήκη συντάχθηκε το έτος 1990: Δεν αποδείχθηκε αν τη διόρθωση του αριθμού (από 6 σε 0) την έκαμε η διαθέτις ή τρίτο πρόσωπο, ούτε αν αυτή η διόρθωση έγινε κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης ή μεταγενέστερα, ούτε αν η σύνταξη έγινε το 1990 ή το 1996.
Εφόσον όμως συνομολογείται από τους διαδίκους ότι η διαθήκη αυτή είναι μεταγενέστερη από την με ημερομηνία 11-1-1969 πρώτη διαθήκη που άφησε η διαθέτης, όποιο και αν είναι το πραγματικό έτος σύνταξης της εν λόγω διαθήκης, που είναι μεταγενέστερο και με τις δύο εκδοχές (σύνταξη το 1990 ή το 1996), η νόθευση του έτους σύνταξης δεν ασκεί επιρροή στο κύρος της διαθήκης, αφού η κύρια βάση της αγωγής δεν στηρίζεται σε λόγο ανικανότητας του διαθέτη για τη σύνταξη της διαθήκης, αλλά σε νόθευση του γραμμένου από το χέρι του διαθέτη πραγματικού έτους σύνταξης αυτής.
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την κύρια αγωγική βάση με την οποία εζητείτο να αναγνωριστεί άκυρη η επίμαχη διαθήκη λόγω νόθευσης του έτους σύνταξής της από 1996 σε 1990. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Πράγματι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αν τη διόρθωση του τελευταίου αριθμού του έτους σύνταξης της διαθήκης από 6 σε 0 την έκαμε άλλο πρόσωπο από τη συντάκτριά της μητέρα των διαδίκων, χωρίς τη συγκατάθεση εκείνης, αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη.
Αντίθετα, αν την έκαμε η ίδια η συντάκτρια της διαθήκης, ορθά το Εφετείο έκρινε ότι δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η τυχόν αναλήθεια της χρονολογίας σύνταξης της διαθήκης δεν συνδυάζεται κατά την αγωγή με προσπάθεια συγκάλυψης αυτοτελούς λόγου ακυρότητας της διαθήκης που τυχόν υπήρχε κατά το πραγματικό έτος της σύνταξής της (ΑΠ 1028/2002 ΕλλΔ 45.158).
Επομένως ο από τον αριθ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενος τρίτος λόγος της αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Αλλά και ο συναφής πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλει αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης ενώπιόν του, περί ακυρότητας της διαθήκης λόγω της ως άνω νόθευσης του έτους σύνταξής της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως ελέχθη το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε με το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του αριθ. 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ ως έγγραφο, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων δημιουργεί τον επώνυμο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 ως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα. Αντίθετα δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων ή των προσώπων με ειδικές γνώσεις (ΑΠ 861/1997, 792/1993). Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για παραμόρφωση της 57/2000 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου .... καθώς και της από 27-5-2000 γνωμοδότηση της γραφολόγου .... , τεχνικής συμβούλου του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση του .... για αναίρεση της 5695/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ