151/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου -Κοκολέτση και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated151/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 του ν.δ. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του π.δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104/ΕΚ Οδηγία και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 σε συμμόρφωση με την οδηγία 2000/34/ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 151 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 151/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου -Κοκολέτση και Παναγιώτη Βενιζελέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Τρικούκη, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Χαριστού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 10635/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 374/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-8-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 5/8/2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2317/265/5-8-2019 αίτηση αναίρεσης της 374/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, κατά της 10635/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την 10064/2015 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 2 του ν.δ. 3755/1957, 1 του ν. 1876/1990 και 2 του π.δ. 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η 93/104/ΕΚ Οδηγία και το οποίο τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005 σε συμμόρφωση με την οδηγία 2000/34/ΕΚ), ως προς το ζήτημα της ετοιμότητας προς εργασία, διακρίνονται δύο βασικές μορφές.
Στην πρώτη, ο εργαζόμενος οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής, από όπου, πάντως, μόλις κληθεί, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσέλθει άμεσα στον τόπο εργασίας) και για συγκεκριμένο χρόνο, διατηρώντας τις πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις σε ένταση, ώστε να είναι σε θέση να προσφέρει τις υπηρεσίες του αμέσως μόλις απαιτηθούν από τον εργοδότη ή τις περιστάσεις.
Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία", διότι, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και διαρκής εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, ανεξάρτητα προς το αν θα απαιτηθεί πραγματικά ή όχι η παροχή της εργασίας, γι' αυτό και έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Στη δεύτερη, ο εργαζόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μόνο κατά ένα μέρος την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του εργοδότη, ώστε να δύναται να προσφέρει την εργασία του οποτεδήποτε του ζητηθεί, ενώ διατηρεί, παράλληλα, την ευχέρεια να αναπαύεται ή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο εργασίας, επιδιδόμενος, ενδεχομένως, σε άλλες ασχολίες.
Υπό τη μορφή αυτή, πρόκειται για "σύμβαση μη γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία" (απλής ετοιμότητας ή ετοιμότητας κλήσης), διότι η δέσμευση της ελευθερίας του εργαζομένου είναι περιορισμένη και δεν απαιτεί διαρκή εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων αυτού. Γι' αυτό και στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις ή αποζημιώσεις της νυκτερινής υπερωρίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες αλλά οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε ή άλλως, ο συνηθισμένος μισθός (Α.Π. 141/2020, Α.Π. 613/2017).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 και 656 ΑΚ, προκύπτει ότι, η βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των ορών της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει το μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικά τα δικαιώματα:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως άτακτη εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και αποχωρώντας από την εργασία του να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης ,που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή εκφράζοντας την αντίθεσή του να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί με τους προ της μεταβολής όρους (Α.Π. 133/2021).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 141/2020).
Κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση αυτή ιδρύεται , μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο διαπίστωσε ανελέγκτως, ρητά ή και έμμεσα ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολη έννοια στη δικαιοπραξία αλλά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 410/2018).
Επίσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 141/2020).
Τέλος κατά το άρθρο 559 παρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αναίρεσης αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι αυτό περιλαμβάνει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, που σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό αυτού που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 15/2021) Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 10635/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η υπ.
αριθμ. 10064/2015 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης , με την οποία αυτός ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 71.577,70 ευρώ για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που τους συνέδεε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα:
Η εναγόμενη είναι επιχείρηση παραγωγής εισαγωγής και εμπορίας δομικών χημικών υλικών και κονιαμάτων, όπως μονωτικών και στεγανωτικών υλικών, βελτιωτικών σκυροδέματος και κονιαμάτων, έτοιμων σοβάδων και λοιπών κονιαμάτων και λοιπών παρεμφερών υλικών. Στο αντικείμενο των εργασιών της περιλαμβάνεται, επίσης, η ανάληψη κατασκευής κάθε είδους μονωτικών και στεγανωτικών εργασιών, εργασιών επίστρωσης δαπέδων και τοίχων και κάθε είδους οικοδομικών εργασιών.
Για τις ανάγκες, των εργασιών της στις 22-3-2006 προσέλαβε τον ενάγοντα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να τον απασχολήσει, ως οδηγό λεωφορείου 55 θέσεων, για την μεταφορά του προσωπικού της επιχείρησής της από την Θεσσαλονίκη στο εργοστάσιο της στο 17° χιλιόμετρο της οδού Θεσσαλονίκης - Αγίου Αθανασίου και αντιστρόφως.
Ο ενάγων κατά την πρόσληψη του ήταν έγγαμος με ένα ανήλικο τέκνο, κάτοχος διπλώματος οδήγησης Β', Γ', Δ' και Ε' κατηγορίας και είχε προϋπηρεσία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου 2,5 ετών στην εταιρία ... την οποία γνωστοποίησε στην εναγομένη κατά την πρόσληψή του με την προσκόμιση των ενσήμων του στην προηγούμενη εργοδότριά του και την οποία προϋπηρεσία αναγνώρισε η εναγομένη.
Οι μικτές καταβαλλόμενες αποδοχές του, που από την πρόσληψή του την 22-3-2006 έως την 31-3-2012, ήταν οι νόμιμες που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και ΔΑ " Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λ.π. αυτοκινήτων, που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας" για τους οδηγούς λεωφορείων και από την 1-4-2012 έως τη λύση της σύμβασης εργασίας του την 31-12-2014 διαμορφώθηκαν με βάση την από 18-4-2012 επιχειρησιακή σύμβαση της εναγομένης, ήταν από 1-1-2010 έως 31-3-2012 1399,53 ευρώ μηνιαίως, από 1-4-2012 έως 31-7-2013 1169,62 ευρώ μηνιαίως και από 1- 8-2013 έως 31-12-2014 1234,71 ευρώ μηνιαίως.
Περαιτέρω, ο ενάγων καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του εργαζόταν για οχτώ ώρες επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 06.00 π.μ. έως 17.00 μ.μ., με διάλειμμα από τις 10.00 π.μ. έως 13.00 μ.μ., πλην του χρονικού διαστήματος από την 1-9-2014 έως την 31- 12-2014, κατά το οποίο εργαζόταν επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή και από ώρα 05.40 π.μ.
έως 18.00 μ.μ. περίπου, κάνοντας το ίδιο ως άνω διάλειμμα. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το χωρίς ημεροχρονολογία έγγραφο γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, που προσκομίστηκε με επίκληση από την εναγομένη, και το οποίο φέρει την υπογραφή του ενάγοντος, όπως αποδεικνύεται από την αντιπαραβολή της υπογραφής αυτής με τις υπογραφές του ενάγοντος στην οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος, στην αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, στο δελτίο εργατικής διαφοράς, στα οποία έχει τεθεί η υπογραφή του σε ανύποπτο χρόνο, και από την οποία αντιπαραβολή προκύπτει ότι πρόκειται για μία και την αυτή υπογραφή, χωρίς να απαιτούνται ιδιάζουσες επιστημονικές γνώσεις και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη για την ως άνω διαπίστωση.
Άλλωστε, και από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, λογιστή της εναγομένης, βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής του ενάγοντος στο ως άνω έγγραφο. Εξάλλου, ο ενάγων κατά το ενδιάμεσο διάστημα των ωρών 10.00 έως 13.00 δεν είχε υποχρέωση να έχει τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την εναγομένη, όπως στην περίπτωση μεταφοράς του προσωπικού της, που ήταν η κύρια εργασία του.
Αντίθετα, ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις της, εκτός αν επιθυμούσε το αντίθετο, χωρίς καμμία υποχρέωση παροχής οποιασδήποτε εργασίας. Η δε εκτέλεση καθηκόντων κλητήρα (παραλαβή αλληλογραφίας κ.λ.π) από τον ίδιο γινόταν μόνο περιστασιακά, εντός του ωραρίου του, αφού μάλιστα η εναγομένη είχε προσλάβει δύο άτομα γι' αυτή τη δουλειά.
Επίσης, οι εργασίες, που επικαλείται ο ενάγων, σχετικά με τον εσωτερικό και εξωτερικό έλεγχο της κατάστασης του λεωφορείου που οδηγούσε, προκειμένου να διαπιστώσει τυχόν βλάβες και να τις επισημάνει στο συνεργείο επισκευής, με την καθαριότητα του λεωφορείου εσωτερικά και εξωτερικά, την επιδιόρθωση φθορών από τη χρήση του, καθώς και τον εφοδιασμό του με καύσιμα, ήταν συναφείς προς την κύρια απασχόλησή του ως οδηγού λεωφορείου, υπεύθυνου για την ασφαλή και ορθή λειτουργία του και γινόταν εντός του ωραρίου του, αφού απαιτούσαν λίγο χρόνο και δεν γίνονταν καθημερινά.
Ειδικότερα, από τα έγγραφα που προσκόμισε ο ενάγων, ήτοι το υπ' αριθμ. 138/162/6-10- 2015 έγγραφο του διευθυντή του κεντρικού καταστήματος της "ΕΛΤΑ ΑΕ" της Θεσσαλονίκης, με το οποίο πληροφορεί τον ενάγοντα ότι η εισερχομένη αλληλογραφία στο κατάστημα Αγίου Αθανασίου της "ΕΛΤΑ ΑΕ" είναι έτοιμη προς παράδοση στους πελάτες που μισθώνουν γραμματοθυρίδα στο κατάστημα καθημερινά στις 10 π.μ.
κατά προσέγγιση και ότι επισυνάπτεται θεωρημένο φωτοαντίγραφο της εξουσιοδότησης με την οποία η εναγομένη τον εξουσιοδοτεί να παραλαμβάνει την αλληλογραφία της από το κατάστημα του Αγίου Αθανασίου, το από 6-10- 2015 θεωρημένο φωτοαντίγραφο της υπ' αριθμ. 119/Απρίλιο 2016 εξουσιοδότησης του προέδρου του Δ.Σ.
της εναγομένης με την οποία εξουσιοδοτεί να παραλαμβάνει από την ταχυδρομική θυρίδα της εναγομένης με αριθμό 1043 τις συστημένες επιστολές της, δώδεκα(12) Δελτία Τεχνικού Ελέγχου Οχήματος του Ιδιωτικού ΚΤΕΟ με την επωνυμία "Ι. ΚΤΕΟ ΚΙΝΗΣΗ ΕΠΕ", που βρίσκεται στη Βιομηχανική Περιοχή Σίνδου της Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία 08- 03-2012, 22-03-2012, 09-05-2012, 08-10-2012, 11-03- 2012, 15-04-2013, 09-10-2013, 10-03-2014, 19-03- 2014, 05-05-2014, 06-08-2014 και 06-10-2014, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων ως παραδίδων το όχημα (βλ.
το κάτω αριστερό μέρος το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του) πήγαινε για τεχνικό έλεγχο τα οχήματα της εναγομένης, - τέσσερα (4) Τιμολόγια - Δελτία Αποστολής της εταιρίας ελαστικών με την επωνυμία ... με ημερομηνίες 10-01-2012, 02-04-2012, 12-12-2013 και 04-12-2014, που όλα φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών", από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έκανε την τακτική αλλαγή των ελαστικών των αυτοκινήτων της εναγομένης (φορτηγών κ.λ.π.), ζυγοστάθμιση κ.λ.π., εννέα (9) Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρίας εμπορίας ελαστικών και αναρτήσεων με την επωνυμία ...
με ημερομηνίες 18-02-2013, 14-03-2013, 21-03-2013, 27- 03-2013, 01-05-2013, 23-07-2013, 20-08-2013 και 22- 11-2013, που όλα φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών", από τα οποία προκύπτει, επίσης ότι άλλαζε τα ελαστικά των αυτοκινήτων της εναγομένης (φορτηγών κ.λ.π.), έκανε τη ζυγοστάθμισή τους και διάφορες επισκευές τους, - τρία (3) Τιμολόγια Πώλησης -Δελτία Αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία ...
Ε.Π.Ε.", με αντικείμενο Βουλκανιζατέρ- εμπορία ελαστικών - ευθυγραμμίσεις - ζυγοσταθμίσεις - συνεργείο αυτοκινήτων - ανταλλακτικά, με ημερομηνίες τιμολογίων 18-02-2014, 11-03-2014 και 07-05-2014, που όλα φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του ενάγοντος στην ένδειξη "ο παραλαβών", τέσσερα (4) Τιμολόγια πώλησης υπηρεσιών της εταιρίας με την επωνυμία ...
Ο.Ε." με αντικείμενο ηλεκτροτεχνουργείο και εμπορία ανταλλακτικών, με ημερομηνίες 25-09-2014, 14-10- 2014, 15-10-2014 και 11-11-2014, που όλα φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και όλα φέρουν την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "παραλαβή". -τέσσερα (4) Τιμολόγια-Δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία ...
με αντικείμενο το service και την πώληση ψυκτικών μηχανημάτων επικαθήμενων ψυγείων θαλάμων, με ημερομηνίες τιμολογίων 21-5-2014, 21-5- 2014, 2-6-2014 και 2-6-2014 που όλα φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και όλα φέρουν την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών", - δύο (2) Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών- Δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία ...
με αντικείμενο την εμπορία κρυστάλλων και ειδών αυτοκινήτων, με ημερομηνίες τιμολογίων 24-9- 2014 και 23-10-2014, που φέρουν στα στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης - Δύο (2) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνεργείου και Τιμολόγια αγοράς ανταλλακτικών αντίστοιχα της εταιρίας με την επωνυμία ... Α.Ε.", επισήμου εμπόρου της εταιρίας ...
με ημερομηνίες 13-10-2014 και 13-10-2014, που αναγράφουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και φέρουν την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών", - δύο (2) Τιμολόγια-Δελτία αποστολής της εταιρίας με την επωνυμία ... ΕΠΕ", με ημερομηνίες 2-1-2012 και 20-6- 2012, που φέρουν ως στοιχεία πελάτη τα στοιχεία της εναγομένης και φέρουν την υπογραφή του κάτω από την ένδειξη "ο παραλαβών", από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων πήγαινε κάποιες φορές τα αυτοκίνητα της εναγομένης για τακτικό σέρβις και τοποθέτηση ανταλλακτικών, αποδεικνύεται ότι πράγματι ο ενάγων εκτελούσε για λογαριασμό και με εντολή της εναγομένης εργασίες διάφορες της ειδικότητάς του ως οδηγού, οι οποίες, όμως, σε καμία περίπτωση δεν ήταν επί καθημερινής βάσης, αλλά μόνο στις αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, που υπολείπονται κατά πολύ του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο εργαζόταν ο ενάγων στην εναγομένη (2006 έως 2014), και επιπλέον, δεδομένου ότι γινόταν κάποιες μέρες της βδομάδας ή του μήνα, σε καθημερινή βάση ορώμενες, δεν ξέφευγαν του συμφωνημένου οκταώρου, ώστε να επιβαρύνουν το συμφωνημένο τρίωρο διάλλειμα, ασχέτως του εάν ο ενάγων κάνοντας διαφορετική κατά βούληση διαχείριση του χρόνου του και αφαιρουμένου του τρίωρου που απαιτούνταν για τα δρομολόγια, μετέθετε χρονικά τα διάλλειμα του νωρίτερα ή αργότερα.
Περαιτέρω, από την 1-9-2014, επειδή αυξήθηκε το προσωπικό της εναγομένης από την περιοχή της Ανατολικής Θεσσαλονίκης και δεν μπορούσαν να μεταφερθούν όλοι οι εργαζόμενοι όπως μέχρι τότε, άλλαξε δρομολόγιο του λεωφορείου που οδηγούσε ο ενάγων με αντίστοιχη αύξηση του ωραρίου εργασίας του τουλάχιστον κατά είκοσι λεπτά το πρωινό δρομολόγιο και κατά εξήντα λεπτά το μεσημβρινό-απογευματινό δρομολόγιο.
Έτσι, ο ενάγων ξεκινούσε στις 05.40' και τελείωνε το απογευματινό δρομολόγιο στις 18.00'. Ο ενάγων αποδέχθηκε την ως άνω μεταβολή του ωραρίου απασχόλησής του από την εναγομένη και στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2014 συνήψε νέα σύμβαση με την εναγομένη, με την οποία έγκυρα τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση. Ως εκ τούτων, ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2014 έως 31-12-2014 εργάστηκε 9,5 ' ώρες ημερησίως και 47,5 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι από 05.40' έως 10.00 και από 13.00 έως 16.00, από Δευτέρα έως Παρασκευή, πραγματοποιώντας με αυτόν τον τρόπο πέντε ώρες υπερεργασίας την εβδομάδα και 2,5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας την εβδομάδα (ήτοι 5 ώρες υπερεργασίας από 41 έως 45 ώρα εβδομαδιαίως και 0,5 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας ημερησίως).
Ακολούθως, ο ενάγων, ο οποίος αρχικά είχε αποδεχθεί την ανωτέρω αύξηση του ωραρίου του πέραν του οχταώρου, για την οποία μάλιστα δεν λάμβανε καμμία επιπλέον αμοιβή, τελικά και μετά από προστριβές με την εναγομένη δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του την 31-12-2014, υπογράφοντας το έντυπο αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, το οποίο υποβλήθηκε την ίδια ημέρα στο σύστημα και φέρει αριθμό πρωτοκόλου ..., ημερομηνία 31-12-2014 και ώρα 12.16'.
Βέβαια, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέγραψε εν αγνοία του περιεχομένου της την από 31-12-2014 δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης, θεωρώντας ότι υπογράφει το έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, για την οποία μάλιστα θα δικαιούτο και αποζημίωση απόλυσης. Ο ισχυρισμός του αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού αυτός είχε τις γραμματικές γνώσεις να αντιλαμβάνεται που υπογράφει, ενώ από τα διάφορα έγγραφα που ο ίδιος προσκομίζει για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς ότι εκτελούσε διάφορες εργασίες για λογαριασμό της εναγομένης, όπως αλληλογραφία, τιμολόγια κ.λ.π., πολλά από τα οποία φέρουν την υπογραφή του, αποδεικνύεται ότι αυτός γνώριζε που υπογράφει, καθώς και τις ευθύνες που προκύπτουν από την υπογραφή του.
Έτσι, καθίσταται σαφές ότι η αποχώρηση του ενάγοντος ήταν προϊόν δικής του βούλησης και δεν ήταν αποτέλεσμα πλάνης του ή εξαπάτησής του από την εργοδότρια, προκειμένου αυτή να του αποσπάσει την υπογραφή του στο έγγραφο οικειοθελούς αποχώρησης, ώστε να πάσχει ακυρωσίας αυτή η δήλωση βούλησης, η οποία άλλωστε δεν προσβλήθηκε, ως προς το κύρος της, λόγω πλάνης ή απάτης, κατά τα άρθρα 140 επ.
ΑΚ. Κατόπιν τούτων, ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί καταγγελίας της σύμβασής του την 31-12-2014 εκ μέρους της εναγομένης, καθώς και ο επικουρικός ισχυρισμός του ότι η τροποποίηση των όρων της σύμβασής του από την εναγομένη θεωρήθηκε εκ μέρους του ως καταγγελία της σύμβασής του και συνεπώς δικαιούνται την αποζημίωση απόλυσης, που προβλέπεται από το Ν. 2112/1920, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι..." Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν αμφότερες τις εφέσεις και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 649, 652, 653, 656, 659 ΑΚ, Ν. 3239/1933, Ν. 3755/1957, Ν. 1676/1990, 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955, γιατί υπήγαγε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά σ' αυτές και έτσι δέχθηκε εσφαλμένα ότι υπήρχε όρος στη σύμβαση εργασίας, που προέβλεπε ημερήσιο διάλειμμα από τις 10.00 π.μ.
έως τις 13.00 μ.μ., ότι το διάλειμμα αυτό εκτελείτο κανονικά, ότι κατά τη διάρκεια του διαλείμματος δεν είχε την υποχρέωση να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις αλλά ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει από την εργασία του, ότι αποδέχθηκε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του στις 1-9-2014 καταρτίσας νέα σύμβαση με την αναιρεσίβλητη και ότι στις 31/12/2014 αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, γιατί υπό την επίκληση νομικών πλημμελειών, που δεν κατανομάζονται, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε αυτό ότι αποδείχθηκαν (Ολ.
Α.Π. 1/1995, Α.Π. 633/2019). Με αιτίαση περιλαμβανόμενη στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί, ενώ διαπίστωσε κενό ως προς τη σημασία του εντύπου αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, που υπέγραψε αυτός στις 31/12/2014, θεωρώντας το και ως οικειοθελή αποχώρηση υπό την έννοια της παραίτησης από την αξίωση αποζημίωσης απόλυσης, όμως παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σαφώς αποδεικνύεται ότι το δικάσαν Μονομελές Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό ή αμφίβολο σημείο στη δήλωση του αναιρεσείοντος και συνεπώς δεν παραβίασε το άρθρο αυτό μη προσφεύγοντας στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το ανωτέρω δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του χωρίς ημερομηνία πρωτοτύπου εγγράφου Γνωστοποίησης Όρων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας, που προσκόμισε ο ίδιος, και έτσι δέχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί εγγράφως διάλειμμα από τις 10.00 π.μ.
έως τις 13.00 μ.μ., που δεν αναγραφόταν σ' αυτό, αποδεχόμενο το περιεχόμενο άλλου ομοίου εγγράφου σε απλή φωτοτυπία, που προσκομίστηκε από την αναιρεσίβλητη, στο οποίο αναφερόταν χειρόγραφα η ύπαρξη διαλείμματος με υπογραφή και του ιδίου, η οποία είχε υφαρπαχθεί. Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο συνεκτιμώντας τις αναφερόμενες στην απόφασή του αποδείξεις, μεταξύ των οποίων συνεπώς και τα δύο ανωτέρω διαφορετικά Έγγραφα Γνωστοποίησης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε συμφωνηθεί διάλειμμα.
Η παραδοχή του αυτή δεν έγινε με παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου, που προσκόμισε ο αναιρεσείων, αλλά με παραδοχή των αναφερομένων περί συμφωνίας για διάλειμμα στο άλλο έγγραφο, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη καθώς και με την συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων , που έλαβε υπόψη και συνεπώς, αφού ουσιαστικά ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 παρ. 20 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου, του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει έλλειψη νόμιμης βάσης στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί αυτή έχει ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε εγγράφως συμφωνηθεί διάλειμμα από τις 10.00 π.μ.
ως τις 13.00 μ.μ., κατά το οποίο ο αναιρεσείων δεν είχε υποχρέωση να έχει τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις σε εγρήγορση αλλά ήταν ελεύθερος να αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις της αναιρεσίβλητης και έτσι απέρριψε τα αιτήματα καταβολής χρημάτων για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση καθ' ολοκληρίαν για το χρονικό διάστημα προ της 1/9/2014 και εν μέρει για το χρονικό διάστημα από 1/9/2014 έως 31/12/2014, διέλαβε στην απόφασή του για το ζήτημα αυτό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αφού και η παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων, μετά από συμφωνία με την αναιρεσίβλητη, είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει ισόχρονο διάλειμμα σε άλλο χρονικό διάστημα, δεν είναι αντιφατική αλλά συμπληρωματική της αιτιολογίας ότι το διάλειμμα γινόταν από τις 10.00 π.μ.
ως τις 13.00 μ.μ. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ κατά τα δεύτερα σκέλη αυτών είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω όμως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι την 1/9/2014 η αναιρεσίβλητη μονομερώς μετέβαλε προς το δυσμενέστερον τους συμφωνημένους όρους εργασίας του αναιρεσείοντος με την αύξηση του ωραρίου εργασίας του, ώστε αυτός να εργάζεται από τις 05.40 π.μ.
έως τις 18.00 μ.μ., αντί από τις 6.00 π.μ. έως τις 17.00 μ.μ. με τήρηση πάντα του ανωτέρω διαλείμματος των τριών ωρών, χωρίς να του καταβάλει αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, όμως χωρίς αιτιολογία δέχεται ότι ο αναιρεσείων δέχθηκε τη δυσμενή μεταβολή, ενώ ακολούθως με αντιφατικές αιτιολογίες δέχεται ότι υπήρχαν προστριβές με την αναιρεσίβλητη για τη μεταβολή αυτή, λόγω της οποίας στις 31/12/2014, δηλαδή 4 μόλις μήνες μετά τη μεταβολή, ο αναιρεσείων λόγω της μεταβολής αυτής αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του και έτσι δεν καθίσταται σαφές, εάν τελικά έχει κάνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων αποδέχθηκε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή και έτσι καταρτίστηκε νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, οπότε μετά την οικειοθελή αποχώρησή του στις 31/12/2014 δεν δικαιούται αποζημίωση ή δεν αποδέχθηκε τη μεταβολή αυτή και θεωρώντας την ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης αποχώρησε οικειοθελώς στις 31/12/2014, οπότε όπως προαναφέρθηκε δικαιούται αποζημίωση σύμφωνα με τη σχετική επικουρική βάση της αγωγής του.
Συνεπώς κατά το μέρος αυτό η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και γι' αυτό θα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, να αναιρεθεί η απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ], ώστε να ερευνηθούν και πάλι οι σχετικοί λόγοι έφεσης του αναιρεσείοντος, παρέλκει δε η εξέταση του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά το σκέλος αυτού με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί το Μονομελές Εφετείο, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ως προς την κατάρτιση τροποποιητικής σύμβασης μετά τη μεταβολή των όρων εργασίας του, όμως παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 200 και 173 Α.Κ. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος του να επιβληθούν στην αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την 374/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και -
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ