Supreme Court dismisses hospital's appeal on bank guarantee transfer rules and public entity payment obligations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hospital's appeal against a first-instance judgment regarding a bank guarantee transfer. The court held that under the 1923 law, a public entity debtor must pay the bank directly rather than the original creditor, and that the 2011 law did not retroactively alter this obligation. Furthermore, the appeal was rejected because the grounds for error were vague and failed to specify which facts influenced the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 35, 36, 39, 44, 47 of the 1923 Law on Special Provisions on Anonymous Companies; Article 1254 of the Civil Code: When a bank holds a guarantee from a public entity debtor, the debtor must pay the bank directly, not the original creditor, and vague grounds for error in an appeal are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 151 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 151/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ζουμπούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 6606/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", που, κατ' άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατ' ειδική ρύθμιση του ως άνω ν.δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης α.ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.
Κατ' ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου ν.δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 422/2018, 480/2006, ΑΠ857/2004).
Η εκχώρηση εξάλλου ,συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο(οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή ,ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ1028/2018).
Περαιτέρω, ειδικώς, για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το ν.δ. 496/1974 ("περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", Α 204), ορίζει στο άρθρο 53 παρ. 1 και 2 ότι "1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του ν.π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π.
κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ' ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης.
Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν. 2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος".Το ίδιο ν.δ.δε, ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι "το διοικούν το ν.π.δ.δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ) πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι' επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντος διατάκτας)" και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.
α' ότι "τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται, και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι' έκαστον Ν.Π. η είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ' αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι' ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι' αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.
Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν. δ. 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ422/2018,1028/2018,872/2014,480/2006). Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 (Α' 37), ιδρύθηκαν ως νπδδ τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).
Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε νπδδ. Κατά το άρθρο 42 παρ. 5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος περί λογιστικού των νπδδ.
Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει,όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στα πλαίσια της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.
Επίσης, όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (αρθρ.6 ν.2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986(Α 32) αποτελεί Διεύθυνση. Σύμφωνα δε με την Υ4α/οικ.112165/10-12-2012 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ3285Β) "Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου 'Αρτας", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο,το τμήμα Διοικητικού της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο,μεταξύ άλλων, για την διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού- προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμηθευτές κ.λ.π.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας,συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της,απαιτείται για το έγκυρο αυτής,να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά:α) στον Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.
Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη ν.π.δ.δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη(ΑΠ1056/2019,ΑΠ1616/2018).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει στην προκεινένη περίπτωση, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου... 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 60/2019, 894/2018.). Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ευθεία παράβαση του οποίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή μεταξύ τους (ΟλΑΠ 15/2006,1/1999).
Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 467/2013,ΑΠ495/2013, 179/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Το εφεσίβλητο-εναγόμενο κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ " και διακριτικό τίτλο "... AEBE", που εδρεύει στην ..., χωρίς τη διαδικασία των δημοσίων συμβάσεων προμηθείας, τις κατωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις πώλησης ιατρικών-φαρμακευτικών εμπορευμάτων, για τα οποία εκδόθηκε το αντίστοιχο τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, αξίας εκάστου κάτω του ποσού των 2.500 ευρώ, και συνολικής αξίας 17.021,90 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 9%, με πίστωση του τιμήματος.
Τα εν λόγω εμπορεύματα παραδόθηκαν στην έδρα του εναγομένου σωματείου και αυτό παρέλαβε ανεπιφύλακτα δια των προστηθέντων οργάνων του, της παραλαβής μη αμφισβητουμένης από το εναγόμενο σωματείο, γεγονός το οποίο επιτρέπει στο παρόν Δικαστήριο να συναγάγει ομολογία ως προς το αποδεικτέο θέμα της παραλαβής των εμπορευμάτων, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, για τις εν λόγω πωλήσεις, η εκκαλούσα-ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα πιστωτικά τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής και δη τα υπ' αριθ.1)... 25)... Σημειωτέον ίτι σε κανένα από τα τιμολόγια αυτά δεν αναγράφεται χρονικό διάστημα πίστωσης του τιμήματος που αναγράφεται σε αυτά. Ακολούθως, η ενάγουσα τράπεζα κατήρτισε με την άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ" και διακριτικό τίτλο "... AEBE" την υπ' αριθ.1227/18.4.2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό δυνάμει της οποίας η ενάγουσα παρείχε στην πιστούχο εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού των 600.000 ευρώ. Δυνάμει μεταγενεστέρων πρόσθετων αυξητικών του ορίου της πίστωσης πράξεων και συμφωνιών, το ποσό της πίστωσης ανήλθε σε 2.400.000 ευρώ με την υπ' αριθ. 1227///16.6.2004 τελευταία πράξη αύξησης της πίστωσης.
Προς εξασφάλιση της απαίτησης της ενάγουσας που προέκυψε μετά το μερικό κλείσιμο του άνω αλληλόχρεου λογαριασμού με αριθμό... ο οποίος εμφάνισε χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 1.151.619,82 ευρώ, η πιστούχος εταιρεία εκχώρησε προς αυτήν,1) δυνάμει των υπ' αριθ.α)...β)... γ)... δ) και 2)από... παραρτημάτων της από 1.2.2008 συμβάσεως ενεχυράσεως απαιτήσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ τους σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ της 17ης Ιουλίου/13ης Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών", τις απαιτήσεις της απ-ό τιμολόγια πώλησης αγαθών πελατείας της, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω αναφερόμενα επίδικα τιμολόγια.
Οι εν λόγω ένδικες συμβάσεις ενεχυράσεως απαιτήσεων αναγγέλθηκαν νομίμως, σύμφωνα με το νδ 496/1974, προς τα οριζόμενα στο νόμο πρόσωπα, κατά τα ειδικότερα με τον μοναδικό λόγο της έφεσης ως άνω κριθέντα. Κατά συνέπεια, αποκλειστικός και νόμιμος δικαιούχος της αγωγικής αξίωσης τυγχάνει η ενάγουσα λόγω εκχωρήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445,460 και 462 ΑΚ.
Ακολούθως στο πλαίσιο του αυτεπάγγελτου ελέγχου του κύρους των επιμέρους ένδικων συμβάσεων πώλησης δεν τίθεται ζήτημα εγκυρότητας αυτών, αφού η αξία εκάστου τιμολογίου είναι μικρότερη των 2.500 ευρώ και επομένως δεν απαιτείται η τήρηση συστατικού τύπου...".Με βάση τα περιστατικά αυτά το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη και βάσιμη και κατ' αποδοχή σχετικού λόγου εφέσεως της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκχωρήσεως των απαιτήσεων θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η αναγγελία, πλην των άλλων, στον αρμόδιο για την εκκαθάριση και την εντολή πληρωμής της δαπάνης Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως αρμόδιο για τη θεώρηση του σχετικού εντάλματος πληρωμής της δαπάνης και στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.)στο οποίο υπάγεται φορολογικώς το εναγόμενο δοθέντος ότι κατά την παραδοχή του, "για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκχώρησης των ενεχυρασθεισών ενδίκων απαιτήσεων απαιτείτο, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την επιτροπή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμιακή/οικονομική) υπηρεσία του εναγομένου νοσοκομείου καθώς και ( σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού, όπως έγιναν από την ενάγουσα...".
Έτσι που έκρινε και με αυτό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ενομιμοποιείτο ενεργητικώς η αναιρεσίβλητη για την άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού είχε πραγματοποιηθεί η αναγγελία της εκχώρησης προς τις ανωτέρω αναφερόμενες δύο υπηρεσίες του αναιρεσείοντος δεν παραβίασε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 53 του ν.δ/ τος 496/1974.
Επομένως, όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει το τελευταίο με τον πρώτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα. Επισημαίνεται ότι η επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το αναιρεσείον, με την έννοια της ελλιπούς, ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας λόγω μη αναφοράς των συγκεκριμένων προσώπων που παρέλαβαν την αναγγελία της εκχώρησης, είναι απαράδεκτη, αφού το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφές και η επικαλούμενη έλλειψη αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση αυτού, ενώ ουδεμία αντίφαση υπάρχει στην ανωτέρω παραδοχή, όπως αόριστα άλλωστε αναφέρει το αναιρεσείον.
Το αναιρεσείον με τον αυτό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι, ανεξαρτήτως από το αν ήταν απαραίτητη η επίδοση της αναγγελίας εκχωρήσεως στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στο Δημόσιο Ταμείο (Δ.Ο.Υ.), παρέλειψε να μνημονεύσει τις εκθέσεις επιδόσεως προς την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία και προς το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο, και ότι συνεπώς δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί το αναιρεσείον παραπονείται για πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνεται όμως στους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση εξόφλησης της επίδικης απαίτησης: " Το εναγόμενο, τόσο με τις προτάσεις του πρωτοβαθμίως, όσο και με τις προτάσεις του στο παρόν δικαστήριο προβάλλει ισχυρισμό περί εξοφλήσεως των ενδίκων τιμολογίων, επικαλούμενο την 2/67498/0020/12.10.2010 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών δυνάμει της οποίας συμψηφίστηκαν οι προαναφερθείσες αξίες των τιμολογίων με οφειλές της εκχωρήτριας ενεχυράσασας εταιρείας, ποσού 10.079,31 ευρώ και 5.507,83 ευρώ υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και ΙΚΑ αντιστοίχως, ο οποίος συνιστά νόμιμη ένσταση ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440 επ.
ΑΚ ,η οποία, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της ανωτέρω υπουργικής απόφασης (12.10.2010)... δικαιούχος της ένδικης απαιτήσεως δεν τυγχάνει η πιστούχος εταιρεία- εκχωρήτρια, αλλά η ενάγουσα ως εκδοχέας των απαιτήσεων αυτών, οιαδήποτε δε καταβολή προς την πιστούχο δεν απαλλάσσει το εναγόμενο έναντι της ενάγουσας, αφού οι επικαλούμενες ως άνω καταβολές έγιναν σε μη δικαιούχο πρόσωπο.
Σημειωτέον δε η διαδικασία ολοκλήρωσης της αναγγελίας εκχώρησης των ενδίκων τιμολογίων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζομένων με επίκληση εκθέσεων επίδοσης αυτών, έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 2008 και 2009, οπότε και είχε συντελεστεί η εκχώρηση των απαιτήσεων υπέρ της ενάγουσας πριν τον επικαλούμενο συμψηφισμό των απαιτήσεων.
Επιπλέον αλυσιτελώς προβάλλεται από το εναγόμενο ο ισχυρισμός περί αδυναμίας έκδοσης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας στο πρόσωπο της εκχωρήτριας εταιρείας με επίκληση της ΠΟΛ 1170/2012 του Υπουργείου Οικονομικών στην οποία προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που, λόγω οφειλών, δεν είναι δυνατή η έκδοση αποδεικτικού ενημερότητας, η εκχωρημένη χρηματική απαίτηση αποδίδεται στο Δημόσιο, μέχρι του ύψους του συνόλου των βεβαιωμένων, κατά το χρόνο της απόδοσης οφειλών.
Και τούτο διότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εκχώρησης των υπό κρίση απαιτήσεων στην ενάγουσα με τις εκάστοτε αναγγελίες εκχώρησης των τιμολογίων αυτών στα αναφερόμενα στο νόμο πρόσωπα, η πιστούχος εταιρεία είχε αποξενωθεί από την απαίτηση". Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, το αναιρεσείον μέμφεται το ανωτέρω απορριπτικό της ένστασής του αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, αφού:
α) κατά το χρόνο καταβολής των χρεών, το έτος 2001, δεν είχε συντελεστεί η εκχώρηση και β) το " νομικό καθεστώς" που ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο προέβλεπε την καταβολή των όποιων απαιτήσεων της εκχωρήτριας προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος: 1) κατά την υπό στοιχείο α αιτίαση, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττει την περί του αντιθέτου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι η εκχώρηση των απαιτήσεων έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 2008 και 2009, πριν τον επικαλούμενο συμψηφισμό των απαιτήσεων και 2) κατά την υπό στοιχείο β αιτίαση, λόγω αοριστίας, αφού το αναιρεσείον δεν εκθέτει ποιό ήταν το " νομικό καθεστώς" που προέβλεπε την καταβολή των απαιτήσεων της εκχωρήτριας προς το Δημόσιο και το ΙΚΑ, χωρίς να αρκεί προς τούτο η αναφορά μιας Υπουργικής Απόφασης και μιας απόφασης του ΣτΕ.
Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνονται τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (ΦΕΚ Α'224), και του άρθρου 26 του νόμου 1882/1990, οι οποίες αποβλέπουν στην εξασφάλιση της εισπράξεως των προς το Δημόσιο οφειλών και κατισχύουν, ως εκ τούτου, ως προς τις εν λόγω οφειλές και τα ρυθμιζόμενα υπ' αυτών σχετικά ζητήματα, των διατάξεων, που αφορούν την εκχώρηση των απαιτήσεων, προκύπτει, ότι αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, που βεβαιώνει την ανυπαρξία οφειλών προς το Δημόσιο, έπρεπε να προσκομιστεί κατά την καταβολή τόσον από τον εκχωρητή όσο και από τον εκδοχέα μόνον στην περίπτωση που οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις ήταν απαιτήσεις κατά του Δημοσίου και όχι όταν ήταν απαιτήσεις κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως ήταν τα νοσοκομεία.
Στην περίπτωση δηλαδή εκχωρηθείσης, κατά τις διατάξεις του ν. δ/τος της 17.7/ 13.8.1923, απαιτήσεως κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου απαιτείτο η προσκομιδή, για την εξόφλησή της αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας μόνον του εκδοχέως, στον οποίο ανήκε πλέον, κατά τις εν λόγω διατάξεις, η απαίτηση, και όχι και του εκχωρητή, ο οποίος, κατά τις διατάξεις αυτές, είχε πλήρως αποξενωθεί από την απαίτηση.
Ενόψει τούτου, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν μπορούσε να αρνηθεί στον εκδοχέα την εξόφληση εκχωρηθείσας σ' αυτόν απαίτησης, για το λόγο ότι ο εκχωρήσας αυτήν είχε χρέη προς το Δημόσιο, ούτε να καταβάλει απ' ευθείας στο Δημόσιο ολόκληρη την εκχωρηθείσα απαίτηση ή τμήμα αυτής προς εξόφληση οφειλών του εκχωρητή προς το Δημόσιο.
Τούτο προβλέφθηκε για πρώτη φορά με το ν.3943/2011 (ΦΕΚ Α'66), με το άρθρο 28 παρ.2 του οποίου προστέθηκε παράγραφος 9 στο προαναφερθέν άρθρο 26 του ν. 1882/1990.
Συνεπώς, κατά το ισχύον κατά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο, (προγενέστερο της 31-3-2011 που άρχισε να ισχύει ο νόμος 3943/2011), αν το αναιρεσείον κατέβαλε το ποσό της εκχωρηθείσας απαιτήσεως στο Δημόσιο ή το ΙΚΑ προς εξόφληση οφειλών της εκχωρήτριας προς αυτό, δεν απαλλασσόταν από την υποχρέωση που υπείχε, κατά το ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923, έναντι του εκδοχέως της απαίτησης αναιρεσίβλητου αλλά όφειλε να καταβάλει το ποσό αυτής και στον τελευταίο (ΣτΕ 179/2014,3038/2013). Τέλος οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι ως προς το σκέλος της αποδιδόμενης πλημμέλειας από τον αριθμό 5 είναι αόριστοι και απορριπτέοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποια πράγματα πρότεινε, το αναιρεσείον έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τα οποία έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση, επίκληση απαραίτητη για το ορισμένο της αναιρετικής πλημμέλειας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον,ως ηττώμενος διάδικος,στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176.183 και 191ΚΠολΔ),ενόψει του ότι, το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ.28 παρ.4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3693 /1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 1492/2017,ΑΠ 675/2015, ΑΠ 1362/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Θέμα εισαγωγής του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο δεν τίθεται, εφόσον το αναιρεσείον ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν είχε καταβάλει παράβολο κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2018 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο ...", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6606/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ