Legislator Case Law & Legislation
151/2015 AI generated

151/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 151/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

151/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη μετά την έκδοση της 84/16-7-2013 απόφασης της Ε.Π. και Α.Θ. της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας ΔΙΕΘΝΗς ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε. και στην θέση της νομίμως υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων το οποίο νομίμως συνεχίζει στην θέση της την παρούσα δίκη.

Keywords

AI generated
claim for insurance benefits paralysis insurance health impairment in military insurance knee injury benefits accident disability pension unfit notwithstanding health condition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 151 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 151/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Α. Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: A. N. (Α. Ν.) του T. (Α.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ντοκατζή.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., 2) Β. Ο. του Δ., κατοίκου ... και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ ΑΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μήλιο, ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35027/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1724/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-10-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 19-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου της με αύξοντα αριθμό εκθ. κατ. 29/2014 αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου, κατά της 1724/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 29/2014 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1724/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία επί διαφορών από αυτοκίνητα. Με την από 29-6-2010 αγωγή του ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 940.000 ευρώ ως αποζημίωση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του πρώτου, όταν ως οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα που ανήκε στον δεύτερο και ήταν ασφαλισμένος, έναντι ζημιών προς τρίτους, στην τρίτη, ασφαλιστική εταιρεία, την 22-5-2008 ξέφυγε της πορείας του και ανετράπη με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 35027/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μετά την αποδοχή της, διά συμβιβασμού, εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά από έφεση του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, κρίνοντας ότι ο συμβιβασμός που επετεύχθη μεταξύ της τρίτης και αυτού, και επεκτεινόταν και στους λοιπούς των διαδίκων, διά της οποίας συμφωνήθηκε ότι η καταβολή του ποσού των 4.000 ευρώ για κάθε απαίτησή του λόγω αποζημίωσης από το άνω ατύχημα ήταν έγκυρη, ως σύμφωνη με τις αρχές των 178, 179 ΑΚ απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Ήδη μετά την έκδοση της 84/16-7-2013 απόφασης της Ε.Π. και Α.Θ. της Τράπεζας της Ελλάδος ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας ΔΙΕΘΝΗς ΕΝΩΣΗ Α.Α.Ε. και στην θέση της νομίμως υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων το οποίο νομίμως συνεχίζει στην θέση της την παρούσα δίκη.

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "αδικοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ. συμβιβασμός είναι η σύμβαση με την οποία οι συμβαλλόμενοι καταργούν την μεταξύ τους έριδα ή αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση με υποχωρήσεις. Οι υποχωρήσεις πρέπει να είναι αμοιβαίες. Δεν υπάρχει συμβιβασμός, αλλά άλλη έννομη σχέση αν οι υποχωρήσεις γίνονται μόνο από το ένα μέρος (άφεση ή αναγνώριση χρέους).

Οι θυσίες στα πλαίσια του συμβιβασμού στις οποίες προβαίνουν τα μέρη δεν είναι ανάγκη να είναι ισάξιες. Εφόσον ο συμβιβασμός είναι αμφοτεροβαρής σύμβαση υπόκειται και αυτός, εκτός από την ειδική ρύθμιση, και στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ που ορίζει ότι "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι, ιδίως, η δικαιοπραξία με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει, έτσι, να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.

Έτσι, για να χαρακτηρισθεί μία σύμβαση, (επομένως και ο συμβιβασμός), ως αισχροκερδής, πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως οι εξής αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις: 1) να υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Τέτοια προφανής δυσαναλογία υπάρχει όταν υποπίπτει αμέσως στην αντίληψη λογικού ανθρώπου που έχει πείρα των σχετικών συναλλαγών και όταν υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι λογικό και κοινωνικά αποδεκτό να αποκομίζει ο ένας συμβαλλόμενος όφελος σε βάρος του άλλου συμβαλλόμενου.

Η απλή ανισότητα παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί. Η δυσαναλογία κρίνεται κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως. 2) Η δυσαναλογία αυτή να οφείλεται στην ανάγκη, κουφότητα ή απειρία ενός από τους συμβαλλόμενους. Ανάγκη είναι η πρόσκαιρη ή μόνιμη κατάσταση ενός προσώπου που βρίσκεται σε σοβαρό, άμεσο και πραγματικό κίνδυνο (οικονομικό ή άλλο), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ανεπίδεκτη αναβολής.

Κουφότητα είναι η απερισκεψία ή ελαφρότητα, εξ αιτίας της οποίας ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του και η οποία μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους. Απειρία, τέλος, είναι η έλλειψη πείρας για τη ζωή και τις συναλλαγές, ακόμη και αν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τομέα.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά και 3) ο αντισυμβαλλόμενος να εκμεταλλεύθηκε αυτή την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία.

Τούτο συμβαίνει όταν γνώριζε τη συγκεκριμένη αδυναμία του θύματος της αισχροκέρδειας και επωφελήθηκε απ` αυτή για να επιτύχει τη δυσανάλογη παροχή. Όμως κατά την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ στο συμβιβασμό δεν πρέπει να παραβλέπεται η ιδιάζουσα φύση του συμβιβασμού, η οποία ακριβώς συνίσταται στην παραίτηση, μικρή ή μεγάλη, των προβαλλομένων αξιώσεων, έτσι ώστε και αν ακόμη διαπιστώνεται ικανή απόκλιση των περιουσιακών ανταλλαγμάτων, τότε θα πρόκειται για προφανή δυσαναλογία κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διατάξεως.

Έτσι, επί συμβιβασμού υπάρχει προφανής δυσαναλογία, όταν ο οφειλέτης καταβάλλοντας, άμεσα, ορισμένο χρηματικό ποσό, πετυχαίνει εκμεταλλευόμενος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του δανειστή να πείσει τον τελευταίο να παραιτηθεί από μέλλουσες προβλέψιμες και σε μεγάλο βαθμό βάσιμες αξιώσεις του κατά πολύ υπέρτερου ποσού έναντι εκείνου που άμεσα λαμβάνει.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 714/1973).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ` αυτές συμπεράσματος γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την ουσία κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι κατά το τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε ο ενάγων, ηλικίας 39 ετών, ο οποίος επέβαινε στον γεωργικό ελκυστήρα. Περιστατικά που να στοιχειοθετούν συντρέχουσα αμέλεια αυτού στην έκταση του τραυματισμού του δεν αποδείχθηκαν.

Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα ανοικτό δεξιού αντιβραχίου με διατομή εκτεινόντων τενόντων των δακτύλων και του αντίχειρα σε τρία επίπεδα. Νοσηλεύθηκε στην ορθοπαιδική κλινική από 22/5/ -9/6/2008 και η κατάσταση της υγείας του αντιμετωπίσθηκε με εξωτερική οστεοσύνθεση του κατάγματος ωλένης, συρραφή των τενόντων και τοποθετήθηκε νάρθηκας ΠΚ.

Κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο συστήθηκε να απέχει από την εργασία του για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών τουλάχιστον, χωρίς να αναμένεται να αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργικότητα του δεξιού χεριού (βλ. την από 17-6-2008 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας). Με την 82/18-9-2008 απόφαση της Α'θμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Γρεβενών κρίθηκε ανίκανος να ασκήσει το βιοποριστικό του επάγγελμα, (εργάτης γης), σε ποσοστό 5% που θα διαρκέσει για μία τριετία (26/6/-31/6/2011), χωρίς να είναι ανίκανος να ασκήσει κάθε βιοποριστικό επάγγελμα.

Στις 19-1-2009 επισκέφθηκε την ορθοπεδική κλινική του προαναφερόμενου νοσηλευτικού ιδρύματος όπου διαπιστώθηκε ότι το κάταγμα της ωλένης εμφάνισε καθυστερημένη πώρωση μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2008, οπότε χρησιμοποιούσε νάρθηκα ΒΠΚ, καθώς και το ωλένιο νεύρο του ΔΕ άνω άκρου εμφανίζει πάρεση με αδυναμία προσαγωγής του αντίχειρα και απαγωγής μικρού δακτύλου και δεν μπόρεσε να εργασθεί μέχρι 1-1-2009.

Στις 22-9-2011 μετέβη και πάλι στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας όπου διαπιστώθηκε ότι εμφανίζει ψευδάρθρωση (ΔΕ) ωλένης υπερτροφικού τύπου και έλλειψη μικρού εκτείνοντος του αντίχειρα και μακρού απαγωγού του αντίχειρα, δυσκαμψία (ΔΕ) πηχεοκαρπικής και συμφύσεις τενόντων και δακτύλων.

Για την αποκατάσταση του αντίχειρα είναι αναγκαίο να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση με τεντονομεταθέσεις και θα χρειαστεί να ακολουθήσει περίοδος αποκατάστασης τριών (3) περίπου μηνών. Στις 21-8-2009 επισκέφθηκε τον ιδιώτη ιατρό Γεώργιο Σταφυλίδη ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη τα φύλλα νοσηλείας και τις ιατρικές γνωματεύσεις, συνέταξε την από 21-8-2009 ιατρική γνωμάτευση στην οποία αναφέρεται ότι υπάρχει δύσμορφο χηλοειδές στη ράχη του δεξιού αντιβραχίου ως υπόλειμμα μετεγχειρητικής ουλής και του τραυματισμού μήκους 12 εκ.

επώδυνη δυσκινησία μετρίου βαθμού, ότι παραμένει η πάρεση του δεξιού ωλένιου και κερκιδικού νεύρου καθώς και πώρωση του κατάγματος της κερκίδας και εμφανής ψευδάρθρωση του κατάγματος της ωλένης. Ο ίδιος ιατρός γνωματεύει ότι ο ενάγων αρχικά εμφάνισε ολική ανικανότητα για εργασία για χρονικό διάστημα έξι μηνών και στη συνέχεια μερική ανικανότητα την οποία εκτιμά σε συνολικό ποσοστό 52,75%, το οποίο δεν είναι μόνιμο και μπορεί να μειωθεί κατά 20 - 25% εάν υποβληθεί α) σε ανοιχτή οστεοσύνθεση με πλάκα και κοχλίες και χρήση μοσχευμάτων το κόστος της οποίας εκτιμά σε 9500 ευρώ, β) σε εξειδικευμένη επέμβαση τενοντομετάθεσης προς αποκατάσταση της κινητικότητας των παράλυτων μυών η οποία θα πρέπει να ακολουθήσει μετά την επιτυχημένη πώρωση της ωλένης, πιθανού κόστους 7500 ευρώ και γ) αφαίρεση υλικών οστεοσύνθεσης από τη δεξιά ωλένη 2 έτη μετά την πρώτη επέμβαση, οπότε θα απαιτηθεί επανεκτίμηση του βαθμού αναπηρίας μετά την παρέλευση μιας τριετίας.

Από το 28-6-2012 έγγραφο του ΙΚΑ (Δ/νση αναπηρίας και ιατρικής της εργασίας) προκύπτει ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα ανέρχεται σε 55%, χωρίς να παρουσιάζει ανικανότητα για κάθε βιοποριστικό επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία στις 28-8-2008, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό και του δεύτερου εναγομένου, ασφαλισμένου της Β.

Ο., ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, προέβη με τον ενάγοντα σε εξώδικη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς για τον καθορισμό της συνολικής αξίωσης από κάθε θετική και αποθετική του ζημία και από χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το σκοπό αυτό συντάχθηκε η από 28-8-2008 εξοφλητική απόδειξη πληρωμής αποζημιώσεως και εκδόθηκε η με αριθμ. 20068824-3 δίγραμμη επιταγή δυνάμει της οποίας ο ενάγων εισέπραξε το ποσό των 4000 ευρώ, σε πλήρη και οριστική εξόφληση όλων ανεξαιρέτως των από το ατύχημα αξιώσεών του.

Ειδικότερα, στην εξοφλητική απόδειξη την οποία υπέγραψε δήλωσε τα εξής: "ο κάτωθι υπογεγραμμένος A. N. έλαβα σήμερα από την "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία ενεργεί για λογαριασμό και το συμφέρον της, καθώς και για λογαριασμό και προς το συμφέρον του Β. Ο., ο οποίος είναι ασφαλισμένος σ' αυτήν κατά της ευθύνης από ατυχήματα του υπ' αριθμό ...

αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, το παραπάνω ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (4000), σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης αποζημιώσεώς μου, για τις θετικές και αποθετικές παρούσες και μέλλουσες ζημίες, ακόμη και γι' αυτές που δεν μπορούν να προβλεφθούν σήμερα, τις έπαθα ή πρόκειται να πάθω συνεπεία του κατά την 22-5-2008 επισυμβάντος τραυματισμού μου....

Με την είσπραξη του παραπάνω ποσού, το οποίο θεωρώ εύλογο και δίκαιο, δηλώνω ότι είμαι πλήρως ικανοποιημένος και δεν έχω καμμία άλλη απαίτηση κατά της παραπάνω εταιρείας, καθώς και κατά του ιδιοκτήτη και οδηγού υπ' αριθμό ... αυτοκινήτου, από οποιαδήποτε αιτία και αφορμή που έχει σχέση με το εν λόγω ατύχημα και εξοφλώ κάθε απαίτησή μου από δαπάνες νοσηλείας και θεραπείας μου, ημεραργίες, ανικανότητα για εργασία, μείωση των σωματικών και πνευματικών μου δυνάμεων, τόσο από το παρελθόν μέχρι σήμερα, όσο και από το μέλλον, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για δαπάνες διατροφής τόσο για το παρελθόν όσο και για το μέλλον και για φθορά άλλων κινητών πραγμάτων ή απώλεια αυτών, παραιτούμαι δε ρητά από κάθε δικαίωμά μου για το παραπάνω ατύχημα...".

Ο ενάγων, όταν εξήλθε από το νοσοκομείο γνώριζε την κατάσταση της υγείας του, ότι δηλαδή δεν πρόκειται να αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργία του δεξιού του χεριού, γεγονός που προκύπτει από την προαναφερόμενη με ημερομηνία 17-6-2008 βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας. Η σύζυγος Β. Ν., εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι οι γιατροί ενημέρωσαν το σύζυγό της όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ότι δεν θα ξαναδουλέψει ποτέ.

Για το λόγο αυτό είχε υποβάλλει στο ΙΚΑ την από 26-6-2008 αίτηση για σύνταξη αναπηρίας.

Συνεπώς, κατά το χρόνο κατάρτισης του εξώδικου συμβιβασμού γνώριζε ο ενάγων για τη μόνιμη αναπηρία του δεξιού του χεριού και δεν εμφανίστηκε μετά την κατάρτισή του, κάποια άλλη μεταγενέστερη απρόβλεπτη δυσμενής συνέπεια στην κατάσταση της υγείας του, πλην της προαναφερόμενης αναπηρίας, που να βρίσκεται έξω από την κανονική ανθρώπινη πρόβλεψη.

Επιπλέον το ποσό των 4000 ευρώ, το οποίο έλαβε στα πλαίσια του συμβιβασμού δεν τελεί σε τεράστια δυσαναλογία με τη ζημία που υπέστη, όπως παραπάνω περιγράφεται, δεδομένου ότι έλαβε και το ποσό των 3.500 ευρώ ως αποζημίωση από τον δεύτερο εναγόμενο, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι η σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού είναι άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη.

Για το κρίσιμο αυτό ζήτημα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ηλικίας 39 ετών, είναι Αλβανός υπήκοος και διέμενε με την οικογένειά του (σύζυγο και τρία τέκνα) στο χωριό Πηλωροί Γρεβενών, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με αγροτικές εργασίες επί 16 χρόνια. Ο ίδιος αυτοβούλως μετέβη στο γραφείο του ασφαλιστικού πράκτορα της τρίτης εναγομένης στα Γρεβενά που την εκπροσωπούσε και προέβη στον εξώδικο συμβιβασμό.

Ο ενάγων γνώριζε την κατάσταση της υγείας του και την εξέλιξή της (αναπηρία χεριού) και συμφώνησε να λάβει το προαναφερόμενο ποσό των 4000 ευρώ, ρυθμίζοντας όλες τις αξιώσεις του για το παρελθόν και το μέλλον. Ο ισχυρισμός του ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενο του συμβιβασμού δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον ήταν έμπειρο άτομο, δεν είχε άγνοια από συναλλαγές, αφού εργαζόταν 16 χρόνια στην Ελλάδα και μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της σύμβασης που υπέγραψε.

Σε διαφορετική περίπτωση θα είχε φροντίσει να επισκεφθεί τον ασφαλιστή συνοδευόμενος από κάποιο άτομο της εμπιστοσύνης του για να μελετήσει το περιεχόμενο της σύμβασης συμβιβασμού την οποία είχε τη δυνατότητα να υπογράψει μετά από την παρέλευση ευλόγου χρονικού διαστήματος και όχι άμεσα, καθόσον δεν αποδείχθηκε επιτακτική ανάγκη ανεπίδεκτη αναβολής.

Επίσης, γνώριζε την ελληνική γλώσσα, αφού διέμενε και εργαζόταν δέκα έξι χρόνια στην Ελλάδα. Ο ισχυρισμός του ότι πεπλανημένα πίστευε ότι το ποσό των 4000 ευρώ που έλαβε σε πλήρη εξόφληση των αξιώσεών του, αναφερόταν σε μέρος των εξόδων (νοσήλεια) που κατέβαλε για την αποκατάσταση της υγείας του, τα οποία δεν προσδιορίζει, είναι αναληθής, καθόσον, το μεγαλύτερο μέρος αυτών καλύφθηκαν από τον ασφαλιστικό του φορέα (ΟΓΑ), ενώ έλαβε και το ποσό των 3500 ευρώ σταδιακά από τον δεύτερο εναγόμενο, ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και ήταν κουμπάροι.

Συνεπώς, κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού γνώριζε ότι λαμβάνοντας το ποσό των 4000 ευρώ εξοφλούνται οι αξιώσεις του από το αυτοκινητικό ατύχημα. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι ο εξώδικος συμβιβασμός ήταν άκυρος ως αντικείμενος στα χρηστά ήθη, καθώς και ότι η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατά την κατάρτισή του εκμεταλλεύτηκε την οικονομική του ανάγκη και συνομολόγησε ωφελήματα που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκανε δεκτή την ένσταση εξοφλήσεως που προτάθηκε από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και απέρριψε τον ισχυρισμό (αντένσταση) του ενάγοντος περί ακυρότητας του εξώδικου συμβιβασμού, ως αντικειμένου στα χρηστά ήθη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και αξιολόγησε τις αποδείξεις".

Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε απορριπτέα, ως κατ' ουσία αβάσιμη την έφεση και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. διότι περιέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την συγκρότηση της έννοιας της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας στην οποία αναφέρονται οι διατάξεις των άρθ. 178 και 179 ΑΚ, αφού, 1) δεν περιέλαβε στοιχεία για την αξία της συνολικής παροχής του αναιρεσείοντος με την έννοια των πράγματι υφισταμένων, (βασίμων και βέβαιων), απαιτήσεών του από την προεκτεθείσα αιτία, ώστε να κριθεί αν τελούσε σε προφανή (και όχι τεράστια όπως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση) δυσαναλογία με την εκ 4000 ευρώ παροχή της ασφαλιστικής εταιρείας, Η μόνη αναφορά ότι δεν "υπάρχει τεράστια δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής" χωρίς την εξειδίκευση των εκατέρωθεν παροχών, (κατά φύση και αξία), δεν είναι αρκετή για τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 178 και 179 ΑΚ, 2) δεν περιέλαβε στοιχεία αναφορικά α) με την έκταση της εμπειρίας του αναιρεσείοντα, ως εργάτη γης, και σε σχετικές με την ένδικη, συναλλαγές, και β) με την ύπαρξη ή μη επιτακτικής ανάγκης του και εάν εγνώριζε ή ηδύνατο να γνωρίζει αυτήν και εάν την εκμεταλλεύτηκε η ασφαλιστική εταιρεία για να επωφεληθεί.

Η απλή παράθεση της φράσης "δεν αποδείχθηκε επιτακτική ανάγκη ανεπίδεκτη αναβολής" αναφερόμενη προφανώς στην ανάγκη του αναιρεσείοντα για λήψη του ποσού των 4000 ευρώ κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού δεν αποτελεί σαφή και πλήρη αιτιολογία ως προς την ανυπαρξία της ανάγκης του να λάβει το συγκεκριμένο ποσό.

Θα πρέπει, συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ως έγκυρο των μεταξύ των διαδίκων συμβιβασμό και την δια αυτού εξόφληση της απαίτησης του αναιρεσείοντος από το ατύχημα για πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, αφού η αναιρετική του εμβέλεια καλύπτει και τους λοιπούς και αναφερόμενους στο ίδιο ζήτημα, λόγους αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατά το μέρος που πλήττεται, και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκείνου που δίκασε. Διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στον αναιρεσείοντα και καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1724/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλον δικαστή για περαιτέρω έρευνα.

Διατάσσει την απόδοση του διά του διπλοτύπου της ΔΟΥ 4939265/2014 κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ