Legislator Case Law & Legislation
151/2014 AI generated

151/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 151/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 151 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 151/2014

Legislator headnote

AI generated

151/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 151 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 151/2014

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 151 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 151/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειο Καπερνάρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Λ. του Ξ., και 2. Θ. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Μουστακάτου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα και την από 15-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1301/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3149/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 16-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 739/12 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 3149/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων εναντίον του. Ειδικότερα: Με την από 8-2-2005 αγωγή του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ιδιότητά του, ως κυρίου οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της σ' αυτήν περιγραφομένης πολυόροφης οικοδομής, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, συγκύριοι επίσης οριζόντιας ιδιοκτησίας στην ίδια οικοδομή ,να κατεδαφίσουν, άλλως, επιτραπεί σ' αυτόν να το πράξει με δαπάνες των, τις αυθαίρετες κατασκευές στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους στις οποιες προέβησαν κατά παράβαση των οριζομένων στην σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και του κανονισμού που διέπει τις μεταξύ των σχέσεις. Με την από 15-1-07 αγωγή των οι αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι και αυτοί αυθαίρετες κατασκευές σε κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ζήτησαν να υποχρεωθεί, να αποκαταστήσει στην προηγούμενη κατάσταση, την πρόσοψη και τον μανδρότοιχο της πολυκατοικίας, να μη χρησιμοποιεί τον ακάλυπτο χώρο για την στάθμευση του αυτοκινήτου του και απομακρύνει τα κλιματιστικά μηχανήματα που είχε τοποθετήσει στον άνω χώρο. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν κατά την δικάσιμο της 25-10-2007, εκδόθηκε η 1301/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτές εν μέρει και υποχρεώθηκαν α) οι μεν εναγόμενοι της πρώτης, (ήδη αναιρεσιβαλόμενοι), να κατεδαφίσουν το αυθαίρετο κτίσμα των 40,32 τμ που έχουν παράνομα ανεγείρει και ο εναγόμενος της δεύτερης, (ήδη αναιρεσείων), να 1) αποξηλώσει τα κλιματιστικά σώματα από το ύψος των τριών μέτρων που είχαν τοποθετηθεί στο δάπεδο 2) κλείσει την πόρτα που διάνοιξε στην πρόσοψη της πολυκατοικίας και επαναφέρει την τοιχοποιία και τα επιχρίσματα στην προτέρα των μορφή 3) κατεδαφίσει την σκάλα που κατασκεύασε προς το υπόγειο και επαναφέρει την "πρασιά" στην προτέρα κατάσταση και τέλος 4) αφαιρέσει την γκαραζόπορτα και επαναφέρει την τοιχοποιία του μανδρότοιχου στην προτέρα κατάσταση. Μετά από εφέσεις που ασκήθηκαν και από τα δύο διάδικα μέρη, αλλά συζητήθηκε μόνο εκείνη του αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε μερικά δεκτή αυτή,(έφεση), εξαφανίστηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου μόνο κατά το μέρος που υποχρέωνε τον αναιρεσείοντα να αφαιρέσει την γκαραζόπορτα και επαναφέρει τον μανδρότοιχο της πολυκατοικίας στην προτέρα κατάσταση, κατά το οποίο και απορρίφθηκε η αγωγή των εναγόντων ,ήδη αναιρεσίβλητων, κατά τα λοιπά απορριφθείσης της έφεσης του αναιρεσείοντα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 12, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/ 1929 προκύπτει ότι, με τον κανονισμό πολυορόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε. Έτσι, κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση της δικής του οικοδομής ή των κοινών πραγμάτων, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 463/2003). Το δικαίωμα δε αυτό ασκείται σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του νόμου, και δεν ασκείται καταχρηστικά (αρθρ. 281 ΑΚ), ακόμη και αν πέρασαν πολλά έτη από τις βλαπτικές ενέργειες (ΑΠ 463/2003 ). Τέλος, προκειμένου περί διαφοράς μεταξύ ιδιοκτητών χωριστών, (οριζόντιων ή κάθετων), ιδιοκτησιών ή αυτών και του διαχειριστή της πολυκατοικίας ή οικοδομής που έχει υπαχθεί στο σύστημα της χωριστής ιδιοκτησίας (οριζόντιας ή κάθετης), απαραίτητα στοιχεία της αντίστοιχης αγωγής είναι: α) η ιδιότητα του διαδίκου ενάγοντος ή εναγομένου ως κυρίου οριζόντιας ιδιοκτησίας, β) η προέλευση από το νόμο ή από τη σύμβαση του δικαιώματος ή της αξιώσεως, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση και εάν αυτά απορρέουν από τη σύμβαση, κυρίως από την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό της οικοδομής, με αναφορά της νόμιμης μεταγραφής της, διότι, μόνο τότε, δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ο τόμος και ο αριθμός μεταγραφής στο οικείο υποθηκοφυλακείο, και γ) η πρόβλεψη από την πράξη αυτή του συγκεκριμένου δικαιώματος ή της συγκεκριμένης υποχρεώσεως των συμβαλλομένων, των οποίων ζητείται η ικανοποίηση ή η αποκατάσταση και ο τρόπος που παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της πράξεως αυτής.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη ,στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ` αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο οποίος κατ'ορθή εκτίμηση ερείδεται στην διάταξη του αρθ.559 παρ.8 Κ.ΠΟλ.Δ και όχι 19 όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι αν και δεν αναφερόταν στην αγωγή ο χρόνος που αυτός προέβη στις αυθαίρετες κατασκευές επί των κοινοχρήστων τμημάτων της οικοδομής εν τούτοις έκρινε ότι αυτή ήταν ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης ο οποίος είχε προβληθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση της από 15-1-07 αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι περιέχονται όλα τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτής αγωγή ήτοι, ότι και οι δύο είναι ιδιοκτήτες αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που βρίσκονται στην ίδια πολυόροφη οικοδομή, η προέλευση της παράβασης από την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιέχεται στην .../2001 συστατική της οροφοκτησίας πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Ιωαννίδη, νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Χαλανδρίου στον τόμο 342 και αρθ.341, ως οροφοκτησία, διανομή οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμό πολυκατοικίας και ο τρόπος που παραβιάστηκε η αντίστοιχη διάταξη της χωρίς να είναι αναγκαίος για το ορισμένο αυτής ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου που τελέστηκε η συγκεκριμένη παραβίαση όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων απορριπτομένου του σχετικού λόγου αναιρέσεως .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν, από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε, είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε, αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά σχετικά με την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως που είχε προβάλει ο αναιρεσείων τα εξής : <<,,,,,,Ισχυρίστηκε ακόμη ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι "και αν ακόμη υποτεθεί ότι .....η επίκληση δήθεν αυθαιρέτων κατασκευών στο επίδικο ασκείται παντελώς καταχρηστικώς λαμβανομένης υπόψη της επί τρία έτη και πλέον αδράνειας των αντιδίκων ως προς την άσκηση των υποτιθέμενων δικαιωμάτων τους σε συνδυασμό ότι δεν επικαλούνται ότι υπέστησαν οποιαδήποτε βλάβη". Όμως η ένσταση επιδικώκεται να θεμελιωθεί στη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ δεν είναι νόμιμη καθόσον μόνη η αδράνεια άσκησης για μακρό χρονικό διάστημα δεν καθιστά καταχρηστική την εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος εκτός του ότι δεν γίνεται επίκληση περιστατικών που να ανάγονται στην όλη συμπεριφορά τόσο των δικαιούχων του δικαιώματος εναγόντων όσο και του υποχρέου εναγομένου που αποκρούει το δικαίωμα τα οποία (περιστατικά) να δημιουργούν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση πως δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα ή και να έχουν συντελέσει στην παγίωση της κατάστασης της οποίας η ανατροπή θα επιφέρει δυσμενείς για τον υπόχρεο συνέπειες .. ...>> ενώ για τα περαιτέρω θέματα ήτοι την παράβαση των όρων του κανονισμού ότι <<....αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος στην οριζόντια ιδιοκτησία του προέβη στις παρακάτω κατασκευές α) στο ημιυπόγειο της οριζόντιας ιδιοκτησίας του που έχει πρόσοψη επί της οδού Μακεδονίας κατεδάφισε την τοιχοποιία και τα επιχρίσματα της οικοδομής και μετέτρεψε το άνοιγμα σε πόρτα διαστάσεων 2,20 μ επί 0,90 , και σε επαφή με τον τοίχο κατασκεύασε την σκάλα με επένδυση από μάρμαρο και τοποθέτησε στην εξωτερική όψη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρείς μονάδες κλιματισμού σε ύψος τριών περίπου μέτρων από το δάπεδο του εξώστη. Οι ως άνω επεμβάσεις στην πρόσοψη της οριζόντιας ιδιοκτησίας του εναγομένου αποτελούν ευθεία παράβαση των απαγορευτικών διατάξεων του κανονισμού της πολυκατοικίας που προαναφέρθηκαν, εφόσον, με αυτές που έγιναν πέραν της αρχιτεκτονικής γραμμής της μεταβλήθηκε η εξωτερική εμφάνιση της. Ακόμη οι παραπάνω απαγορεύσεις του Κανονισμού της πολυκατοικίας ,κατά παράβαση των οποίων έγιναν οι επίδικες κατασκευές από τον εναγόμενο ,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω νομική σκέψη είναι δεσμευτικές για τον εναγόμενο ακόμη και αν αυτές θεωρηθεί ότι δεν έχουν την οποιαδήποτε επιβλαβή συνέπεια για το οικοδόμημα της πολυκατοικίας ή για τους λοιπούς συνιδιοκτήτες. Οι κατασκευές αυτές έγιναν οπωσδήποτε μέσα στο χρονικό διάστημα από τότε που ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του (30-11-2001) μέχρι τον χρόνο κτήσης (27-6-2003) από τους ενάγοντες της δικής τους ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ο ισχυρισμός του ότι όταν αγόρασε την οριζόντια ιδιοκτησία δεν είχε αποπερατωθεί η πολυκατοικία και ότι η διάνοιξη της πόρτας και η κατασκευή της σκάλας έγινε από τον κατασκευαστή, μετά από ενημέρωσή του ,επειδή στο πίσω μέρος της οικοδομής διέρχεται ρέμα και υπήρχε κίνδυνος εισόδου όμβριων υδάτων είναι απορριπτέος ,γιατί προβάλλεται χωρίς έννομη επιρροή, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, οι κατασκευές έγιναν με την σύμφωνη γνώμη του, κατά παράβαση των όρων του κανονισμού ,στις διατάξεις του οποίου προσχώρησε καθώς και της οικοδομικής άδεις και των κατόψεων της οικοδομής, που τη συνόδευαν ....ισχυρίζεται τέλος εναγόμενος ότι ο όρος του κανονισμού που επιβάλει την τοποθέτηση των κλιματιστικών μονάδων στο δάπεδο του εξώστη είναι άκυρος γιατί είναι αντίθετος με την ΥΑ ΠΕΧΩΔΕ 519/3/17-2-04 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν.3212/2003 και δεν επιτρέπει την τοποθέτησή τους σε ύψος λιγότερο από τρία μέτρα από την στάθμη του πεζοδρομίου .Όμως και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος γιατί η ως άνω Υ.Α αφορά σε κτίρια που βρίσκονται στην οικοδομική γραμμή όπως αυτή προσδιορίζεται με το αρθ. 1 παρ,ιδ του ΓΟΚ/1985 ενώ στη συγκεκριμένη υπόθεση η πολυκατοικία δεν έχει ανεγερθεί στην οικοδομική γραμμή αφού μπροστά από αυτήν έχει αφεθεί πρασιά και ως εκ τούτου η εν λόγω ΥΑ δεν έχει εδώ εφαρμογή πέραν του ότι στη περίπτωση που πρόκειται, ανεξαρτήτως των ανωτέρω ,ισχύει ο ως άνω όρος του κανονισμού στον οποίο ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να συμμορφωθεί. Επομένως ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να απομακρύνει τις κλιματιστικές μονάδες από το ύψος των τριών μέτρων που τις έχει τοποθετήσει και να τις επαναφέρει στο δάπεδο του εξώστη ,να κλείσει την πόρτα που άνοιξε στην πρόσοψη της πολυκατοικίας και να κατεδαφίσει την σκάλα όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη οι δε λόγοι έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν.>> Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρθ.559 αρθ.19 διότι για μεν την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής των αναιρεσιβλήτων που είχε προβάλει κατά τρόπο παραδεκτό <<δεν περιέλαβε την από το νόμο και το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω σκέψεις τυγχάνουν ανεπαρκείς και αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ώστε να θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος του αρθ. 559 αρθ.19 Κ.Πολ.Δ>>. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει επί της απορρίψεως της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ ως μη νόμιμης, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος. Όμοια ελέγχεται ο αυτός λόγος αναιρέσεως αναφορικά με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τα θεμελιωτικά της αγωγής των αναιρεσίβλητων πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα προεχόντως ως αόριστος αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, και σε τι συνίστανται οι ελλείψεις στην αιτιολογία, ποια δηλαδή επί πλέον περιστατικά έπρεπε να διαλάβει η απόφαση ή, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα είναι και ουσιαστικά αβάσιμος αφού από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τους γενόμενους δεκτούς αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθ 10,12 και 8 του αρθ,559 Κ.Πο.Δ διότι το δικαστήριο εξέδοκε την προσβαλλομένη απόφαση αφού 1) << δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και χωρίς να διατάξει απόδειξη γι αυτά καίτοι όφειλε να το πράξει, και, είναι πρόδηλα αντιφατική, ασαφής και απολύτως ανεπαρκής η αιτιολογία με την οποία έκρινε ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν από εμένα (σσ. τον αναιρεσείοντα) και σε κάθε περίπτωση με την σύμφωνη γνώμη μου...>>2) με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες ζήτημα του υπαιτίου των εν λόγω κατασκευών χωρίς να διευκρινίζει περαιτέρω γιατί δεν λαμβάνει υπόψει της την κατάθεση του μάρτυρα μου Κ. Μ. η οποία προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ούτε έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης >> Σύμφωνα με την διάταξη του αρθ.559 αριθ, 10 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη (ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά) ενώ η παράβαση εκ του αριθ 12 αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και εκ του αρθ.8 όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ασχολήθηκε καθόλου με τα <<πράγματα>> . Ως πράγματα κατά την έννοια και των παραπάνω διατάξεων (8 και 10) νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά η πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς και στην προκειμένη περίπτωση ο μεν λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ.10 σύμφωνα με τον οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι έκρινε ότι οι άνω εργασίες εκτελέστηκαν από αυτόν και σε κάθε περίπτωση με την σύμφωνη γνώμη του ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, εκτός του ότι τα παραπάνω κρίθηκαν μετά την αξιολόγηση των αποδείξεων που διατάχθηκαν (εξέταση μαρτύρων και εγγράφων), δεν αφορούν πράγματα με την ανωτέρω έννοια, αλλά, άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα πραγματικά με αποτέλεσμα και ο λόγος αυτός να πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το ίδιο ισχύει και για τον στον αριθ. 12 αποδιδόμενη πλημμέλεια ,αφού ο ισχυρισμός του ότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση γιατί δεν λαμβάνει υπόψει της την κατάθεση του μάρτυρα Κ. Μ., εκτός του ότι αυτή έχει ληφθεί υπόψει κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων δεν ιδρύει ,ακόμη και αληθής υποτιθέμενος την πλημμέλεια που θεσπίζεται με την άνω διάταξη αλλά εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αιτίαση η οποία ελέγχεται ως αβάσιμη. Αλλά και ο έτερος λογος με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια εκ του αριθμ 8 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού δεν προκύπτει ότι με όσα αναφέρονται στην απόφαση ότι αυτή παρέλειψε να ερευνήσει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, αφού ,μόνος ισχυρισμός που προβλήθηκε, εκ του 281 ΑΚ, ερευνήθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμης. Αντίθετα, με τους συγκεκριμένους λόγους επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην προκειμένη περίπτωση. Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι από το περιεχόμενο της προσβαλομένης απόφασης και κυρίως από το ότι αναφέρει ότι << ,στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι διάδικοι έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου και δεν κατονομάζονται ειδικώς αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά..>> προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψει του και εκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο τις προτάσεις των αντιδίκων του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι << δεν υπήρξε ουδεμία νομότυπη επίκληση των ,>> ενώπιον του Εφετείου , και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρθ,559 αριθ 11. Και ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ,αφού ανεξαρτήτως της βασιμότητας όσων αναφέρει για τον τρόπο προσαγωγής των προτάσεων της πρώτης δίκης ενώπιον του Εφετείου, οι προτάσεις των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, οι δε αναιρεσίβλητοι, ως ενάγοντες, δεν υποχρεούνται σε επαναφορά των αγωγικών τους ισχυρισμών. Με βάση όλα τα ανωτέρω θα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη, διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2012 και αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 739/2012 αιτήσεως αναιρέσεως της 3149/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε με διπλότυπο αριθμό 4428941 σειρά Χ της ΚΑ Δ.Ο.Υ Αθηνών ποσού 300 ευρώ .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1800.-)

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ