151/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated151/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλειστικής του κυριότητος επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντιστοίχων της κυριότητος του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει (ΑΠ 579/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Full text
Απόφαση 151 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 151/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7, κατοίκων ......, 8. Χ8 και 9. Χ9, κατοίκων ...... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Δαρούδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ......, 2. Ψ2, κατοίκου ...... και 3. Ψ3, κατοίκου ...... . (Ο 2ος ως κληρονόμος εκ διαθήκης του Ψ3 κληρονόμου της αρχικής διαδίκου Ψ4, που εκπροσωπείται από τους γονείς του Ψ5 και Ψ6). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Θεμελιώπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-1976 αγωγή των αρχικών διαδίκων α) Α και β) Β, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 701/1977 μη οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και στη συνέχεια ύστερα από άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκδόθηκαν οι 2713/1977, 2821/1980 μη οριστικές, 30044/2002 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2912/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 17-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Ιωαννίδη με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2912/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 478 - 481 του ΚΠολΔ η συγκυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή. Χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι, εκτός αν ο εναγόμενος αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση της αγωγής ισχυρισθεί ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητος επί του διανεμητέου ούτε ο ενάγων ούτε ο εναγόμενος, οπότε υποχρεούται ο ενάγων με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει τόν τρόπο με τον οποίον αυτός και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι του διανεμητέου.
Εάν ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλων κατ' αυτόν τον τρόπον αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπον με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της συγκυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμόν του από τον εναγόμενο ομολογουμένου δικαιώματος του κυριότητος επί ολοκλήρου του διανεμητέου πράγματος.
Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλειστικής του κυριότητος επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντιστοίχων της κυριότητος του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει (ΑΠ 579/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω στο άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των.
ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Δεν νοείται δε καταχρηστική άσκηση μη υπάρχοντος δικαιώματος, αφού μόνο υπαρκτό δικαίωμα είναι λογικώς δυνατό να ασκηθεί (ΟΛ ΑΠ 17/1997). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (2912/2003) απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής ακινήτων και τις παρακάτω ενστάσεις του δεύτερου εναγομένου (δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων):
Στις 14.3.1937 απεβίωσε στη ...... ο πατέρας των διαδίκων [αρχικώς εναγόντων και εναγομένων] Γ και κατέλιπε ως μοναδικούς κληρονόμους τους αρχικούς διαδίκους τέκνα του, στα οποία με την υπ' αριθ. ...... δημόσια διαθήκη του που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θωμά Κωνσταντινίδη ή Γιώβη, άφησε όλη την ακίνητη περιουσία του, στη δε σύζυγό του άφησε ορισμένα κινητά πράγματα.
Την κληρονομία του πατέρα τους οι διάδικοι αποδέχθηκαν δια της υπεισελεύσεως εις αυτήν και κατέστησαν έτσι συγκύριοι της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας κατά ποσοστό 1/4. εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στη συνέχεια οι αρχικοί διάδικοι αγόρασαν από κοινού και άλλα ακίνητα και τελικά ήσαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας πολλών αγροτεμαχίων συνολικής εκτάσεως 270 περίπου στρεμμάτων.
Κατά το έτος 1942 τα τέσσερα αδέλφια [ήτοι οι δύο ενάγοντες και οι δύο εναγόμενοι] διένειμαν άτυπα την άνω ακίνητη περιουσία τους και ο καθένας τους άρχισε να κατέχει και να νέμεται συγκεκριμένα αγροτεμάχια, τα οποία καλλιεργούσε και απεκόμιζε για λογαριασμό του τούς καρπούς. Κατά τα έτη 1958 έως 1961 έγινε αναδασμός των αγρών του αγροκτήματος ...... .
Στον αναδασμό αυτό εισέφεραν οι διάδικοι περίπου 200 στρέμματα και έλαβαν ο καθένας χωριστά συγκεκριμένα αγροτεμάχια των οποίων ο καθένας κατέστη κύριος. Έτσι, συνεχίζει το Εφετείο, στο δεύτερο εναγόμενο Δ περιήλθαν τα υπ' αριθ. ... και ... αγροτεμάχια εκτάσεως 6300 τ.μ. και 32813 τ.μ. και συνολικής εκτάσεως 39.113 τ.μ.
των οποίων έτσι κατέστη αυτός αποκλειστικός κύριος. 'Ετερα αγροτεμάχια ανάλογης συνολικής έκτασης παραχωρήθηκαν από τον αναδασμό και στους λοιπούς διαδίκους [ήτοι στους ενάγοντες και τον πρώτο εναγόμενο] και κατέστησαν έτσι αυτοί αποκλειστικοί κύριοι αυτών. Από τα υπόλοιπα αγροτεμάχια, δηλαδή από εκείνα που δεν εισέφεραν οι διάδικοι στον αναδασμό, με την άνω άτυπη διανομή περιήλθαν στον δεύτερο εναγόμενο τα παρακάτω αγροτεμάχια : 1] το υπ' αριθ. ...
εκτάσεως 6000 τ.μ., 2] το υπ' αριθ. ... εκτάσεως 813 τ.μ., 3] το υπ' αριθ. ... εκτάσεως 1250 τ.μ., 4] το υπ' αριθ. ... εκτάσεως 2819 τ.μ., 5] διαιρετό τμήμα εμβαδού 2000 τ.μ. από το υπ' αριθ. ... αγροτεμάχιο, 6] διαιρετό τμήμα εκτάσεως 1333 τ.μ. από το υπ' αριθ. ... αγροτεμάχιο, 7] το 1/2 [διαιρετό τμήμα] από το υπ' αριθ. ... αγροτεμάχιο, 8] το 1/2 [διαιρετό τμήμα] από το υπ' αριθ. ...
αγροτεμάχιο, 9] το 1/3 [διαιρετό τμήμα] από το υπ' αριθ. ... αγροτεμάχιο. 'Ετερα αγροτεμάχια και ανάλογα τμήματα των άνω υπό στοιχεία 5 έως 9 αγροτεμαχίων περιήλθαν στον καθένα από τους λοιπούς διαδίκους κατά την γενομένη το έτος 1942 άτυπη διανομή. 'Εκτοτε ο καθένας από τα τέσσερα αδέλφια κατείχε και ενέμετο για λογαριασμό του τα αγροτεμάχια και τα διαιρετά τμήματα ορισμένων αγροτεμαχίων που περιήλθαν στον καθένα τους, αφού τα διαιρετά τμήματα προφανώς τα είχαν προσδιορίσει με εμφανή ορόσημα.
Κατά το έτος 1953 ο δεύτερος εναγόμενος αγόρασε ατύπως από τα λοιπά αδέλφια του [ήτοι από τους ενάγοντες και τον πρώτο εναγόμενο] την υπόλοιπη έκταση των τριών τελευταίων ως άνω αγροτεμαχίων ήτοι την υπόλοιπη έκταση των ..., ... και ... αγροτεμαχίων. Έτσι, δέχθηκε το Εφετείο, ο δεύτερος εναγόμενος κατείχε και ενέμετο με διάνοια κυρίου τα άνω αγροτεμάχια από το έτος 1946 και συγκεκριμένα από της ενάρξεως ισχύος του Αστικού Κώδικα [23.2.1946], την δε υπόλοιπη έκταση, των άνω τριών αγροτεμαχίων από το έτος 1953 συνεχώς και αδιάκοπα μέχρι και την άσκηση της αγωγής [7.7.1976], ήτοι επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και κατέστη έτσι αποκλειστικός κύριος των άνω αγροτεμαχίων.
Η καλλιέργεια και η φροντίδα των άνω αγροτεμαχίων και των άνω διαιρετών τμημάτων των υπ' αριθ. ... και ... αγροτεμαχίων και η συγκομιδή καρπών αυτών εγένετο εκ μέρους του δευτέρου των εναγομένων υπό τα όμματα των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, χωρίς ουδέποτε αυτοί να διαμαρτυρηθούν για την υπό του δευτέρου εναγομένου κατοχή και καλλιέργεια, για ίδιον αυτού λογαριασμό των εν λόγω αγροτεμαχίων.
Το γεγονός ότι έκαστος από τους διαδίκους κατείχε και καλλιεργούσε για δικό του λογαριασμό συγκεκριμένα από τα αναφερόμενα στην αγωγή αγροτεμάχια από το έτος 1942 και μέχρι και την άσκηση της αγωγής βεβαιώθηκε από όλους τους μάρτυρες που εξετάστηκαν. Τούτο σημαίνει ότι έγινε μεταξύ των διαδίκων - αδελφών η επικαλούμενη από το δεύτερο εναγόμενο άτυπη διανομή της κοινής ακίνητης περιουσίας τους, γεγονός που ενισχύεται από το ότι από τον αναδασμό παραχωρήθηκαν στον καθένα χωριστά συγκεκριμένα αγροτεμάχια των οποίων κατέστη έκαστος αποκλειστικός κύριος.
Γενομένης επομένως της ρηθείσης άτυπης διανομής της κοινής ακίνητης περιουσίας, τα άνω αγροτεμάχια που περιήλθαν εις εκτέλεση αυτής στο δεύτερο εναγόμενο, περιήλθαν σ' αυτόν με τη θέληση των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν απαιτείται για την υπ' αυτού προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας, κτηθείσης δι' εκάστου χρησικτησίας, γνωστοποίηση αυτού, προς τους λοιπούς συγκυρίους, ότι του λοιπού θα νέμεται τα εν λόγω αγροτεμάχια αποκλειστικά για λογαριασμό του.
Τέλος, δέχεται το Εφετείο, ότι εν όψει των όσων προεκτέθηκαν και της αποδειχθείσης επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας [ήτοι από 1946 μέχρι 7.7.1976] αδρανείας των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, εύλογα δημιουργήθηκε στο δεύτερο εναγόμενο η πεποίθηση ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν τα εκ της κοινωνίας δικαιώματά τους και επομένως η υπό των εναγόντων άσκηση της ενδίκου αγωγής διανομής διωκούσης την ανατροπή της επί σειρά πολλών ετών παγιωθείσης ως άνω καταστάσεως υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτές ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις από το δεύτερο εναγόμενο προβληθείσες ενστάσεις ιδίας κυριότητας, κτηθείσης δι' εκάστου χρησικτησίας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε δεχτεί την αγωγή και είχε διατάξει την αιτούμενη διανομή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο περιέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε ποιά, από τις δύο ενστάσεις του εκ των αρχικών εναγομένων Δ, ήτοι στην ένσταση ιδίας και αποκλειστικής κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων ή εκείνη της καταχρηστικής άσκησής του προς διανομή δικαιώματος των εναγόντων (281 ΑΚ), τις οποίες έκανε αυτοτελώς δεκτές κατ' ουσίαν, στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση, κυρίως, το αποδεικτικό της πόρισμα και απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή διανομής, αφού η παραδοχή της ότι ο δεύτερος εναγόμενος (δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) είχε γίνει κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, και, επομένως, οι ενάγοντες (δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων) κατά την άσκηση της αγωγής είχαν απωλέσει το δικαίωμα της κυριότητάς των επί των επιδίκων, τελεί σε προφανή αντίφαση με την παραδοχή της ότι οι τελευταίοι έχουν δικαίωμα διανομής των επιδίκων, το οποίο και ασκούν καταχρηστικά.
Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί καθόλου για ποιό λόγο δεν περιλαμβάνεται στα προς διανομή ακίνητα το υπ' αρ. ..., εκτάσεως 4700 τ.μ., αγροτεμάχιο, απορρίπτοντας ως προς αυτό την αγωγή, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής και τα 2713/1977 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποτελεί αντικείμενο της ένδικης διανομής, ενώ τέθηκε γι' αυτό το σχετικό θέμα απόδειξης και με την πρωτόδικη 30044/2002 απόφαση διατάχθηκε η διανομή του.
Επομένως, το Εφετείο για το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας των πιο πάνω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1045 και 281 ΑΚ που εφάρμοσε. 'Ετσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά τα β' και θ' τμήματα αυτού, λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2912/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ