151/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 151 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated151/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 151 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 151 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 151/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χαχωλού-Θανοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ράλλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 274/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 14/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 29-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.7/2006).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δέκατο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-11-1966 απεβίωσε στην πόλη ...... ο Χ, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Γ1, τα αδέλφια του 1) Γ2 2) Γ3 3) Γ4 4) Γ5 , 5) Γ6 και τα τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Γ7: α) Γ8, β) Γ9, γ)Γ10, δ) Γ11 και ε) Γ12 Στην κληρονομιά του παραπάνω αποβιώσαντος Χ περιλαμβάνεται μία διώροφη οικία (40 τ.μ το ισόγειο και 50 μ ο πρώτος όροφος) επί οικοπέδου εκτάσεως 124, 25 τ.μ., που βρίσκεται στον ...., στη θέση "......" επί της οδού ....
αριθ. ...., το οποίο (ακίνητο) είχε περιέλθει στον αποβιώσαντα με αγορά από τον Ζ1 δυνάμει του υπ'αριθ. ........ πωλητήριο συμβολαίου του σ/φου Πειραιά Ευαγγέλου Πολυμενέα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Στις 25-9-1969 οι εκ των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ 1)η αδελφή του Γ2 2) οι κληρονόμοι του αδελφού του Γ7 α) Γ8, β) Γ9, γ) Γ10, δ) Γ11 και ε) Γ12, 3) οι κληρονόμοι του αδελφού του Γ3 α) Γ13 και β) Γ14 με την υπ'αριθ. .......
πράξη αποδοχής κληρονομιάς του σ/φου Αθηνών Παναγιώτη Ρούβαλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, δήλωσαν ότι τον αποβιώσαντα Χ κληρονόμησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του επί της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας του, που συνίσταται στο προαναφερόμενο ακίνητο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η σύζυγός του Γ1, κατά δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου οι αδελφοί αυτού και τα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών του κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τα αδέλφια και ότι αποδέχονται την επαχθείσα στον καθένα απ' αυτού κληρονομιά κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου νόμιμα μερίδια.
Στις 26-1-1984 απεβίωσε στην πόλη..... η προαναφερόμενη Γ1, η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη μοναδική κληρονόμο της πρώτη των εναγουσών, θυγατέρα της προαποβιωσάσης αδελφής της Γ15. Με την υπ'αριθ. ........ πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της σ/φου Αθηνών Αικατερίνης Αδριοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως η πιο πάνω πράξη διορθώθηκε με την υπ'αριθ. .........
πράξη της σ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη των εναγουσών δήλωσε ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιωσάσης θείας της Γ1 αποδέχεται α) για λογαριασμό της τελευταίας την κληρονομιά του Χ που συνίσταται στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερόμενου ακινήτου και β) για λογαριασμό της την κληρονομιά της Γ1 που συνίσταται στο πιο πάνω μερίδιο.
Με το υπ'αριθ............ συμβόλαιο της σ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι 1) Γ16, 2) Γ8, 3) Γ11, 4) Γ12, 5) Γ10, 6) Γ17, 7) Γ18, 8)Γ19 και 9) Γ3 πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στη δεύτερη των εναγουσών τα μερίδια τους επί του παραπάνω ακινήτου και συγκεκριμένα ποσοστό 16/960 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους πέντε πρώτους, ποσοστό 40/960 εξ αδιαιρέτου η έκτη, ποσοστό 10/960 εξ αδιαιρέτου η έβδομη και ποσοστό 15/960 ο καθένας από τους λοιπούς (όγδοη και ένατο) και συνολικά ποσοστό 160/960 ή 1/6 εξ αδιαιρέτου.
Από τους παραπάνω κληρονόμους οι έξι πρώτοι αποδέχθηκαν τα προαναφερόμενα μερίδια τους με την προαναφερθείσα ....... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και οι λοιποί με την υπ'αριθ. ......... πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της σ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης με το υπ'αριθ. ........ συμβόλαιο της σ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπόροβα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, οι 1) Β1, 2) Β2, 3) Β3, 4) Β4, 5) Β5, 6) Β6, 7) Β7, 8) Β8 και 9) Β9 πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα στη δεύτερη από τις ενάγουσες τα μερίδια τους επί του παραπάνω ακινήτου και συγκεκριμένα ποσοστό 1/84 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους έξι πρώτους, και ποσοστό 1/84 εξ αδιαιρέτου οι λοιποί και συνολικά ποσοστό 7/84 ή 1/12 εξ αδιαιρέτου.
Οι παραπάνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν τα προαναφερόμενα μερίδια τους με την προαναφερθείσα ..... πράξη αποδοχής κληρονομιάς και την υπ'αριθ. ........ πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της σ/φου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι η δεύτερη από τις ενάγουσες απέκτησε κατά κυριότητα συνολικά ποσοστό (1/6+1/12) 3/12 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου.
Εξάλλου με την υπ'αριθ. ....... πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της σ/φου Πειραιώς Θεοδώρας Μυστακίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγομένη δήλωσε ότι αποδέχεται την κληρονομιά της μητέρας τους Γ20, που πέθανε στις 6-5-1983, στην οποία περιλαμβάνονται τα 25/48 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου που περιήλθαν σ'αυτήν α) κατά ποσοστό 24/48 εξ αδιαιρέτου από χρησικτησία, διότι αυτή κατείχε τούτο και νεμόταν για τον εαυτό της με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και εν γνώσει του αρχικού δικαιοπαρόχου (Χ) καθόσον της είχε παραχωρηθεί άτυπα απ'αυτόν το 1/2 εξ αδιαιρέτου, υπέρ την 50ετία, ήτοι από το έτος 1933 μέχρι το θάνατο της, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς να διαταραχθεί στην ενάσκηση των δικαιωμάτων της πλήρους νομής και κατοχής από κανένα και β) κατά ποσοστό 1/48 εξ αδιαιρέτου από την κληρονομιά του συζύγου της Γ4, στον οποίο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αδελφού του Χ.
Επίσης η εναγομένη δήλωσε ότι αποδέχεται κατά το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου την παραπάνω κληρονομιά της μητέρας της και κατά το ποσοστό του 1/48 εξ αδιαιρέτου την κληρονομιά του πατέρα της. Στη συνέχεια με την ......... πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω σ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι αδελφοί της εναγομένης Γ8 και Γ9 δήλωσαν ότι αποδέχονται την ανωτέρω κληρονομιά της μητέρας τους Γ20 κατά το ποσοστό του 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και την κληρονομιά του πατέρα τους κατά το ποσοστό του 1/48 εξ αδιαιρέτου.
Με τα ..... και .... συμβόλαια της ίδιας ως άνω σ/φου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι παραπάνω αδελφοί της εναγομένης μεταβίβασαν σ'αυτήν λόγω πωλήσεως και δωρεάς τα προαναφερόμενα κληρονομικά τους δικαιώματα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Χ από το έτος 1934 είχε επιτρέψει στον αδελφό του Γ4, πατέρα της εναγομένης, να διαμένει μαζί με την οικογένεια του στον πρώτο όροφο της επίδικης διώροφης οικοδομής (παρακλητική σχέση) και να εκμισθώνει το ισόγειο σε τρίτους.
Ο Γ4 διέμενε στο επίδικο μαζί με την οικογένεια του μέχρι το χρόνο θανάτου του (27-4-1972) και είχε εκμισθώσει το ισόγειο στον ........ από το έτους 1941 μέχρι το 1966. Μετά το θάνατο του στο επίδικο διέμεναν η σύζυγος του Γ20 μέχρι το χρόνο του θανάτου της (6-5-1983) και τα τέκνα του Χ1 (εναγομένη)Γ8 και Γ9 και εκμίσθωναν το ισόγειο μετά το έτος 1973 ως αποθηκευτικό χώρο.
Μετά το θάνατο της Γ20 διαμένει στο επίδικο η εναγομένη, η οποία και κατέχει ολόκληρο το κοινό ακίνητο. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο Χ το έτος 1933 παραχώρησε ατύπως το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου στη μητέρα της Γ20, η οποία μέχρι το χρόνο θανάτου της (1983) ασκούσε επ'αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του και ότι κατέστη κυρία κατά το ως άνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, δεν αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ'αριθ. 2996/1980 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που έκανε εν μέρει δεκτή αγωγή αδελφών του Χ για αξίωση αυτών επί των καρπών του επίδικου ακινήτου και στην οποία αγωγή εναγόμενοι ήσαν οι 1) Γ20 (μητέρα της εναγομένης), 2) Χ1 (εναγομένη) και 3) Γ8 και Γ9 (αδέλφια της εναγομένης), οι οποίοι στη σχετική δίκη ουδέν ανέφεραν για άτυπη μεταβίβαση του 1/2 εκ αδιαιρέτου της επίδικης διώροφης οικοδομής από τον κληρονομούμενο Χ προς την Γ20 (μητέρα της εναγομένης) και με την οποία απόφαση εγένετο δεκτό ότι ο αποβιώσας την 11-11-1966 στις ...
Χ κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Γ1 κατά 60/120 (κατά τα υπόλοιπα από τα αδέλφια του) και ότι οι εκεί εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στους ενάγοντες και κατά την αναλογία της επί του κοινού μερίδος των τελευταίων τα αναφερόμενα σ'αυτή ποσά. Μετά το θάνατο των Χ ο αδελφός του Γ4, η σύζυγος αυτού Γ20 και στη συνέχεια η εναγομένη κατείχαν ολόκληρο το κοινό ακίνητο και στο όνομα της συζύγου του αποβιώσαντα Γ1, κοινωνού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, καθόσον ουδέποτε είχαν γνωστοποιήσει στην τελευταία ότι νέμονται ολόκληρο το κοινό, δηλαδή και κατά το ανήκον σ' εκείνη ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Επίσης η Γ1 ουδέποτε εκδήλωσε με οποιοδήποτε τρόπο τη βούληση της να μην είναι συννομέας του κοινού ακινήτου. Αντίθετα κατ' επανάληψη είχε δηλώσει σε σχετικές συζητήσεις ότι το μερίδιο της θα το δώσει στην πρώτη των εναγουσών, λέγοντας σ' αυτήν ότι "αυτό είναι δικό σου". Μάλιστα με το με αριθ. πρωτ. ..........
έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Κληρονομιών Αθηνών η Γ1 κλήθηκε να υποβάλει δήλωση για την κληρονομιαία περιουσία του συζύγου της, στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός των άλλων, και τα 6/12 εξ αδιαιρέτου της επίδικης διώροφης οικίας και της γνωστοποιήθηκε ότι ο αναλογούν φόρος ανέρχεται σε 251.000 δρχ. Μετά από αυτά ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι αυτή απέκτησε με χρησικτησία τη συγκυριότητα του κοινού και κατά το ανήκον στην κοινωνό Γ1 ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης (με έκτακτη χρησικτησία), δεν έσφαλε". Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού με βάση τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στήριξε αυτή την κρίση της:
α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι το έτος 1934 ο Χ είχε παραχωρήσει με άτυπη δωρεά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης διώροφης οικίας στη μητέρα της αναιρεσείουσας-εναγομένης Γ20, και β) δεν αποδείχθηκε η ένσταση της ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας επί της επιδίκου οικίας, αφού τόσο οι δικαιοπάροχοι πατέρας της Γ4 και μετέπειτα η μητέρα της Γ20, όσο και η ίδια, δεν είχαν γνωστοποιήσει στην Γ1, σύζυγο του αποβιώσαντος το 1966 στις...
Χ και συγκληρονόμο στην καταλιπόμενη περιουσία αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ότι νέμονται για τον εαυτό τους ολόκληρο το ως άνω κοινό. Επομένως οι ανωτέρω από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτο ισχυρισμό των εναγόντων-εφεσιβλήτων, που προβλήθηκε το πρώτον ενώπιόν του, κατά παράβαση του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι ο Χ το έτος 1934 είχε επιτρέψει στον αδελφό του Γ4 πατέρα της αναιρεσείουσας-εναγομένης, να διαμένει μαζί με την οικογένειά του στον πρώτο όροφο της επίδικης διώροφης οικίας (παρακλητική σχέση) και να εκμισθώνει το ισόγειο σε τρίτους. 'Όμως τα ίδια ακριβώς δέχθηκε και η πρωτόδικη 274/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως προκύπτει από αυτή.
Επομένως θα έπρεπε η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα με την έφεσή της και με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου να προτείνει το απαράδεκτο του ως άνω ισχυρισμού, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, αφού μετέβαλε την ιστορική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και οι από το άρθρο 559 αριθμ.8 και 10 ΚΠολΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν το ίδιο ως άνω ζήτημα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, ύστερα από ορθή ανάγνωση του εγγράφου, προβαίνει σε εκτίμηση του περιεχομένου του διαφορετική από εκείνη του αναιρεσείοντος, ούτε ακόμη, όταν παρά τη γεγνομένη παραμόρφωση, συνεκτιμά το έγγραφο με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σ' αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του. Στην προκείμενη απόφαση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Χ το έτος 1933 παραχώρησε ατύπως το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου στη μητέρα της αναιρεσείουσας Γ20. Προς ενίσχυση της παραδοχής αυτής η αναιρεσιβαλλόμενη, επικαλέστηκε και την 2996/1980 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μεταξύ των αδελφών του Χ και των κληρονόμων του Γ4 για αξίωση των πρώτων επί των καρπών του επίδικου ακινήτου, από όπου προέκυπτε ότι οι τελευταίοι ουδέν ανέφεραν για άτυπη μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου της επίδικης διώροφης οικίας. Επομένως ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 2296/1980 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωοτδικείου Πειραιά, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 και 20. Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, βάλλει επί των όσων δέχθηκε επί της ουσίας το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω ο από την ίδια διάταξη προβαλλόμενος έβδομος λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που είχε προβληθεί με λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον στο πρόσωπο της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, διότι δεν της είχε αμφισβητηθεί το δικαίωμα συγκυριότητας επί της επίδικης οικίας, είναι αβάσιμος, διότι τον ως άνω ισχυρισμό το Εφετείο τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ότι η εναγομένη κατέλαβε αυθαιρέτως και κατείχε και το δικό της ποσοστό εξ αδιαιρέτου.
Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και κατ' ακουλουθίαν δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όσον αφορά παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (ΑΠ 652/1988 ΕλΔνη 31, 314 ΑΠ 132/1988 Ελ.Δνη 29.1600). Επομένως ο όγδοος από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 179 και 189 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ ένατος λόγος αναιρέσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τις επιστολές και κείμενα του Χ, που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν συγκεκριμενοποιούνται τα έγγραφα αυτά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 144/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ