Legislator Case Law & Legislation
1519/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract terms not proven in oral agreement and non-applicable liability clauses.

Case Number 1519/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that liability clauses were invalid because they were not included in the oral agreement or the deposit contract. The court found these arguments baseless as the specific terms were not proven to be part of the established facts or the relevant legal provisions. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 332-334 of the Civil Code; Article 300 of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals only on legal errors, not factual assessments, and rejects arguments based on contract terms not proven to exist in the established facts or applicable law.

Keywords

AI generated
contract formation oral agreement liability clauses appeal admissibility burden of proof civil code provisions factual assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 111 paragraph 2, 118 number 4 and 216 of the Code of Civil Procedure
Article 332-334 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 number 1 and 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1519/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Β. ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γκιουλέκα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Β. του Γ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαγουλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4447/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 935/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 935/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και διακρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 26.612 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 822 του ΑΚ "με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί. Αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνον όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 823 του ΑΚ "ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις. Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ, συνάγεται ότι όταν για τη φύλαξη του πράγματος οφείλεται αμοιβή, τότε ο θεματοφύλακας ευθύνεται για κάθε πταίσμα, δηλαδή για δόλο ή αμέλεια, η οποία (αμέλεια) υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια του μετρίως συνετού κοινωνικού ανθρώπου στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Διαφορετικά ο θεματοφύλακας ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφρά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, επί αδυναμίας παροχής, ο θεματοφύλακας πρέπει να αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα, κατά τις προαναφερόμενες διαβαθμίσεις (AΠ 1492/2021, ΑΠ 1334/2019, ΑΠ 647/2017, ΑΠ 1657/2017).

Εξάλλου, αν ο θεματοφύλακας δεν αποδίδει αυτούσιο το πράγμα που παρέλαβε προς φύλαξη, έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει τον παρακαταθέτη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 335 ΑΚ, καταβάλλοντας την αξία του πράγματος, επερχόμενης έτσι αλλοίωσης του αντικειμένου της ενοχής. Στην περίπτωση κατά την οποία ο παρακαταθέτης επιδιώκει αποζημίωση, επειδή ο θεματοφύλακας δεν αποδίδει αυτούσιο το πράγμα, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή του παρακαταθέτη για αποζημίωσή του, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση παρακαταθήκης, το κινητό πράγμα που παρέδωσε προς φύλαξη και την αξία του, ο δε θεματοφύλακας, αν επιθυμεί την απαλλαγή του από τη σχετική ευθύνη αποζημίωσης, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι συντρέχει ανυπαίτια αδυναμία του απόδοσης του πράγματος, κατ` άρθρο 336 ΑΚ (ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 505/2016, ΑΠ 1024/2010, ΑΠ 1654/2010).

Ο παρακαταθέτης μπορεί να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος και σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης τούτου αποζημίωση, είτε με ευθεία αγωγή από τη σύμβαση παρακαταθήκης, είτε με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο, διότι επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική του υποχρέωση προς εκπλήρωση της παροχής μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης, η οποία, εκτός άλλων, περιλαμβάνει την αξία του πράγματος, καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη (ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 647/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 AK, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1979/2017).

Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, ή την προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή της στέρησης της ελευθερίας του ενάγοντος, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στον δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 649/2019).

Τέλος, επί αγωγής προς αποζημίωση, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του εναγομένου, εάν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του εναγομένου, έστω και εάν τα περιστατικά αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς.

Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη, κατά το αρθρ. 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 83/2021, ΑΠ 832/2011, ΑΠ 848/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή.

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτήν τα εξής : Ότι την 23-2-2011 συμφώνησε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, που ως σκοπό της έχει, μεταξύ άλλων, τη διενέργεια οδικών μεταφορών καθώς και την αποθήκευση κινητών πραγμάτων έναντι αμοιβής, να αποθηκεύσει και να φυλάξει στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της, που βρίσκονται στη ..., την ανήκουσα στην κυριότητά του οικοσκευή, αποτελούμενη από (97) πακέτα, που περιελάμβαναν τα αναλυτικώς περιγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής αντικείμενα, έναντι αμοιβής ποσού 110 ευρώ ανά μήνα.

Ότι σε εκτέλεση της άνω σύμβασης αμειβόμενης παρακαταθήκης, η εναγομένη τοποθέτησε τα κινητά πράγματα της οικοσκευής του σε αποθήκη της στη ..., ενώ ο ενάγων κατέβαλε ανελλιπώς την προαναφερθείσα μηνιαία αμοιβή της. Ότι στις 2-5-2012 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εναγομένης, η οποία έλαβε μεγάλες διαστάσεις, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς η αποθηκευμένη σε αυτές οικοσκευή του.

Ότι η ολοσχερής καταστροφή της οικοσκευής του, συνολικής αξίας 114.055 ευρώ και η συνεπεία αυτής αδυναμία απόδοσής της, οφείλεται στην, κατά παράβαση της σύμβασης παρακαταθήκης και το νόμο, παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων πυροπροστασίας εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης και τη μη ύπαρξη σε ισχύ σχετικής άδειας πυροπροστασίας των εγκαταστάσεών της.

Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι η ολοσχερής καταστροφή της οικοσκευής του, εκτός από παραβίαση της σύμβασης παρακαταθήκης εκ μέρους της εναγομένης, συνιστά επιπλέον και αδικοπραξία, λόγω της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης λήψης εκ μέρους των οργάνων της των αναφερομένων αναγκαίων μέτρων πυροπροστασίας και της μη ύπαρξης σε ισχύ σχετικής άδειας πυροπροστασίας, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει:

α) το ποσό των 114.055 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της καταστραφείσας οικοσκευής του και β) το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς αμφότερες τη συμβατική και αδικοπρακτική της βάση, καθόσον περιέχει όλα τα από τα άρθρα 822 επ., 914 επ., 297, 298 ΑΚ, απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα α) ως προς την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης, εκτίθενται στο δικόγραφό της η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αμειβόμενης παρακαταθήκης, τα κινητά πράγματα που ο ενάγων παρέδωσε προς αποθήκευση και φύλαξη, η αξία τους, η ολοσχερής καταστροφή τους και αδυναμία απόδοσης αυτών και β) ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, εκτίθενται στο δικόγραφο η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, η επελθούσα ζημία του ενάγοντος και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης και της συγκεκριμένης ζημίας του ενάγοντος.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη ως προς αμφότερες τις βάσεις, απορρίπτοντας την προταθείσα από την εναγομένη - αναιρεσείουσα ένσταση περί αοριστίας της αγωγής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 518/2023, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1238/2019).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 166/2016). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 164/2021, ΑΠ 30/2020, ΑΠ 1238/2019, ΑΠ 253/2013).

Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 518/2023, ΑΠ 328/2023, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 598/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τρίτο λόγο αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822, 823, 827, 829 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 336 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 914 επ., 297, 298 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η ολοσχερής καταστροφή της οικοσκευής του αναιρεσιβλήτου και η συνεπεία αυτής αδυναμία απόδοσής της οφείλεται σε υπαιτιότητά της, καθώς παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας προς αποτροπή του κινδύνου εξάπλωσης της πυρκαγιάς στις αποθηκευτικές της εγκαταστάσεις, συμπεριφορά η οποία συνιστά επιπλέον και αδικοπραξία.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Η εφεσίβλητη εταιρία δραστηριοποιείται εμπορικά στην παροχή ολοκληρωμένων υπηρεσιών μεταφοράς και αποθήκευσης σε εφοδιαστικές αλυσίδων τρίτων ( TPL -Third party Logistics), στις διαμεταφορές εμπορευμάτων, στις μεταφορές έργων τέχνης και οικοσκευών (αεροπορικές, θαλάσσιες, οδικές), στις αποθηκεύσεις και στην παροχή επιπλέον σχετικών συναφών υπηρεσιών.

Ιδρύθηκε το έτος 1923, εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής (27 χλμ. ΠΕΟ Αθηνών - Κορίνθου) και διατηρεί πλείονες εγκαταστάσεις (πχ στα Οινόφυτα, στο 58ο χλμ Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας), μεταξύ των οποίων και στη Θεσσαλονίκη στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου. Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2011, ο εκκαλών κατήρτισε προφορικά σύμβαση μεταφοράς και αποθήκευσης της οικοσκευής του σε αποθηκευτικό χώρο της εφεσίβλητης, αντί αμοιβής ποσού 1.045,50 ευρώ με τον ΦΠΑ, για τη μεταφορά, ενώ κατά το σκέλος, που αφορά στην αποθήκευση, αντί αμοιβής ύψους 110,00 ευρώ μηνιαίως.

Η μεταφορά των αντικειμένων έλαβε χώρα στις 23-02-2011. Το σύνολο των αντικειμένων τοποθετήθηκε σε ενενήντα επτά (97) πακέτα. Σαράντα τέσσερα (44) πακέτα εξ αυτών, στα οποία τοποθετήθηκαν ιδίως ογκώδη αντικείμενα (βιβλιοθήκες, τραπέζια, ράφια, ψυγείο κλπ) συσκευάστηκαν από υπαλλήλους της εφεσίβλητης, με υλικά συσκευασίας της τελευταίας.

Τα λοιπά πενήντα τρία (53), όμως, εξ αυτών, όπου τοποθετήθηκαν αντικείμενα μικρότερου όγκου (σκεύη κουζίνας, CD's, δίσκοι, προσωπικά αντικείμενα, βιβλία, περιεχόμενο συρταριών κλπ.), συσκευάστηκαν από τον εκκαλούντα με δικά του υλικά συσκευασίας. Στη σχετικώς συνταχθείσα λίστα την ημέρα της συσκευασίας και μεταφοράς (inventory list) τα πακέτα που συσκευάστηκαν από τον ίδιο τον εκκαλούντα φέρουν την ένδειξη ΡΒΟ, που αποτελεί συντομογραφία των αγγλικών λέξεων "packed by owner" και σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα έχουν συσκευαστεί από τον ιδιοκτήτη.

Τα από τον εκκαλούντα συσκευασθέντα αντικείμενα σημειωτέον δεν καταγράφηκαν αναλυτικά, αφού δεν υπήρχε ενημέρωση από την πλευρά του εκκαλούντος περί την ιδιότητά τους ως τιμαλφών ή εν γένει ως αντικειμένων ασυνήθους ή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ούτε είχε συναφθεί αυτοτελής σύμβαση ασφάλισης από την πλευρά του εκκαλούντος.

Ακόμα και στα συσκευασθέντα από τον εκκαλούντα αντικείμενα, πάντως, τα πακέτα σφραγίστηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι δεν εξέτασαν μεν αναλυτικά το περιεχόμενο ενός εκάστου πακέτου, προκειμένου να εκτιμήσουν την αξία των εντός αυτού αντικειμένων, διαβεβαιώθηκαν, ωστόσο, μακροσκοπικά ότι δεν περιέχονταν σε αυτά αντικείμενα εύφλεκτα ή εγκυμονούντα άλλους κινδύνους για την ασφάλεια των αποθηκών και των εντός αυτών φυλασσόμενων λοιπών αντικειμένων.

Ακολούθως, άλλωστε, ετέθη έξωθεν έκαστου κιβωτίου μια κατά γένος μόνο περιγραφή, όπως η λέξη "βιβλία" ή "κουζινικά" κοκ. Τα αντικείμενα μεταφέρθηκαν πράγματι στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης στη Σίνδο και τοποθετήθηκαν στην αποθήκη Α, όπου κυρίως φυλάσσονταν οι οικοσκευές, όπως και ο ίδιος ο εκκαλών εκθέτει στην αγωγή του.

Έκτοτε ο εκκαλών κατέβαλε ανελλιπώς και ως τον Μάιο του 2012 τη συμφωνηθείσα αμοιβή στο πλαίσιο της σύμβασης αμειβόμενης παρακαταθήκης. Στις 02-05-2012, ωστόσο, εκδηλώθηκε πυρκαγιά στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή, μεταξύ άλλων, και της οικοσκευής του εκκαλούντος.

Ειδικότερα, η πυρκαγιά εκδηλώθηκε περί ώρα 00:15 της 02-05-2012, στις κατά τα ως άνω αποθήκες της εφεσίβλητης εταιρίας στη Σίνδο, συνολικού εμβαδού 5 περίπου στρεμμάτων, ανεγερθείσες σε ακίνητο επιφάνειας 12 περίπου στρεμμάτων. Στις δύο πλευρές του ως άνω ακινήτου, που συνορεύουν με τους δρόμους ... και ..., υφίστατο τσιμεντένιο τοιχίο και σιδερένιο κιγκλίδωμα ύψους 2,00 μ., ενώ στις λοιπές δύο πλευρές, που συνορεύουν με παρακείμενες ιδιοκτησίες, υφίστατο περίφραξη από βιομηχανικό σύρμα, ύψους 1,50 μ., στηριγμένο σε μεταλλικές δοκούς.

Η εστία της πυρκαγιάς διαπιστώθηκε ότι ευρίσκετο στο με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο τύπου Mercedes, το οποίο ανήκε στην εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "Elbisco", από την οποία και χρησιμοποιείτο, και το οποίο ήταν κατά τον ως άνω χρόνο σταθμευμένο στον πίσω αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων της εφεσίβλητης.

Στον εν λόγω χώρο υφίσταντο κατά τον ως άνω χρόνο τρεις αποθήκες και συγκεκριμένα α) η υπό στ. Α αποθήκη, εμβαδού 2.000 τ.μ., που είχε κατασκευαστεί το έτος 1996 και η οποία συνορεύει βόρεια με την οδό ..., δυτικά με την πίσω αυλή των εγκαταστάσεων και πέραν αυτής με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, νότια με την υπό στ.

Γ αποθήκη, και πέραν αυτής με γειτονική ιδιοκτησία, και ανατολικά με την εμπρόσθια αυλή και πέραν αυτής την οδό ..., β) η υπό στ. Γ αποθήκη, εμβαδού 1.643,25 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 2002 και συνορεύει βόρεια με την υπό στ. Α αποθήκη, δυτικά με την πίσω αυλή και πέραν αυτής με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, νότια με παρακείμενη ξένη ιδιοκτησία και ανατολικά με την υπό στ.

Β αποθήκη και την εμπρόσθια αυλή και πέραν αυτής με την οδό ..., και γ) η υπό στ. Β αποθήκη, εμβαδού 540,50 τ.μ., που κατασκευάστηκε το έτος 1999 και συνορεύει δυτικά με την αποθήκη Γ, νότια με ξένη παρακείμενη ιδιοκτησία, ανατολικά με την οδό ... και βόρεια με την εμπρόσθια αυλή και πέραν αυτής με την οδό ... Επιπλέον, στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης υφίσταται και χώρος γραφείων, αποτελούμενος από ισόγειο και δύο ορόφους, που συνορεύει νοτιοδυτικά με την αποθήκη Α, με την οποία επικοινωνεί και εσωτερικά, βόρεια με την οδό ...

και ανατολικά με την οδό ... Η είσοδος των εγκαταστάσεων ευρίσκεται στη βόρεια πλευρά του ακινήτου, επί της οδού ... Στην ανατολική πλευρά του ακινήτου και δη αριστερά της εισόδου σε σχέση με τον εισερχόμενο, σε αυτό ευρίσκεται το φυλάκιο, στο οποίο και διέμενε μονίμως ο φύλακας, L. P., και η σύζυγός του, αφού αποτελούσε και την κατοικία τους.

Από το φυλάκιο υπήρχε οπτική επαφή προς τις δύο πλευρές της περίφραξης με το τσιμεντένιο τοιχίο και το σιδερένιο κιγκλίδωμα, που συνορεύουν με τις προαναφερθείσες οδούς (... και ...). Η εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "Elbisco", εξάλλου, μίσθωνε διάφορους χώρους από την εναγομένη εταιρία στις ως άνω εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων αποθηκευτικούς χώρους και χώρους γραφείου στο σχετικό κτίριο, φορτηγά δε αυτοκίνητα αυτής στάθμευαν στον αύλειο χώρο των εγκαταστάσεων, δυνάμει του από 05-04-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.

Ειδικότερα, με το εν λόγω συμφωνητικό η εφεσίβλητη εκμίσθωσε στην εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "Elbisco" ένα χώρο γραφείων στο δεύτερο όροφο του οικείου κτιρίου, επιφάνειας 90 τ,μ. και έναν αποθηκευτικό χώρο επιφάνειας 250,00 τ.μ. στην υπό στ. Β' αποθήκη, συνολικού εμβαδού 540,50 τ.μ., προκειμένου να αποθηκεύει εκεί τα εμπορεύματά της (άρτο και σχετικά υλικά διακίνησης) ενώ, επιπλέον, της παραχώρησε και δικαίωμα χρήσης 14 θέσεων στάθμευσης για τα φορτηγά της στον αύλειο χώρο της αποθήκης.

Οι αποθήκες σημειωτέον είχαν οικοδομηθεί επί βάσης κατασκευασμένης από οπλισμένο σκυρόδεμα με μεταλλικό φέροντα οργανισμό, ενώ περαιτέρω υφίστατο τοιχοποιία από πάνελ και σκεπή από αλουμίνιο, στηριζόμενη επί μεταλλικών δοκών. Κατά την ως άνω ημερομηνία, η οποία σημειωτέον συνέπιπτε κατ' ουσίαν με το βράδυ της Πρωτομαγιάς του 2012, στις εγκαταστάσεις της εναγόμενης ήταν, μεταξύ άλλων σταθμευμένο το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο. Συγκεκριμένα, το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο στη δυτική πλευρά του ακινήτου, στο πίσω μέρος της υπό στ. Α αποθήκης. Στο εν λόγω σημείο, μεταξύ του τοιχίου της αποθήκης και της περίφραξης καταλείπεται ένα κενό περί τα 10,00 μ. και σε αυτό το σημείο, ήτοι μεταξύ του τοιχίου της πίσω πλευράς της αποθήκης και της συρμάτινης περίφραξης, πλάτους 10,00 μ, παράλληλα με το τοιχίο της αποθήκης στάθμευαν το ένα πίσω από το άλλο τα οχήματα της εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "Elbisco", μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω ΙΧΦ με αριθμό κυκλοφορίας ...

Το εν λόγω ΙΧΦ, το οποίο καταστράφηκε, ήταν σταθμευμένο στο εν λόγω σημείο, όπως και τα με αριθμό κυκλοφορίας ... και ..., που ήταν σταθμευμένα όπισθεν και έμπροσθεν αντιστοίχως του πρώτου ΙΧΦ αυτοκινήτου. Τα εν λόγω φορτηγά οχήματα είχαν σταθμεύσει στο ως άνω σημείο από το μεσημέρι της 30ής Απριλίου 2012, χωρίς έκτοτε να μετακινηθούν, αφού μεσολαβούσε η αργία της Πρωτομαγιάς.

Η πυρκαγιά, η εστία της οποίας εντοπίστηκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ..., το οποίο ήταν σταθμευμένο παράλληλα με το πίσω τοιχίο της υπό στ. A αποθήκης κατά τα προεκτεθέντα, επεκτάθηκε αρχικά στην ευρισκόμενη σε άμεση επαφή στα ανατολικά της, υπό στ. Α αποθήκη και σύμφωνα με τη ροή του ανέμου, που ήταν σημειωτέον αυξημένης έντασης, επεκτάθηκε ακολούθως και δη περί ώρα 01:30, νοτίως στην εφαπτομένη, υπό στ.

Γ αποθήκη και εν τέλει και στην υπό στ. Β' αποθήκη, που εφάπτετο στο νότιο τμήμα της υπό στ. Γ' αποθήκης, και δη στην ανατολική πλευρά του τμήματος αυτού. Από την πυρκαγιά καταστράφηκαν οι υπό στ. Α' και Γ' αποθήκες και τα εμπορεύματα που υπήρχαν σε αυτές, που είτε καταστράφηκαν ολοσχερώς, είτε αλλοιώθηκαν, ενώ ζημίες προκλήθηκαν και στον χώρο των γραφείων.

Ειδικότερα, η φωτιά εκδηλώθηκε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του κινητήρα του με αριθμό κυκλοφορίας ... οχήματος και δη στο σημείο, όπου ευρίσκεται ο συσσωρευτής (- μπαταρία). Η φωτιά επεκτάθηκε εν συνεχεία προς τα δεξιά του οχήματος, καίγοντας αυτό ολοσχερώς, όπως και το όπισθεν και νοτίως αυτού ευρισκόμενο όχημα.

Το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα, που ήταν σταθμευμένο έμπροσθεν του ΙΧΦ οχήματος, στο οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, κάηκε μόνο στο οπίσθιο τμήμα του, καθώς ο άνεμος είχε αντίθετη φορά, που ωθούσε τη φωτιά κυρίως προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η φωτιά, άλλωστε, επεκτάθηκε και πλευρικά από το ως άνω όχημα προς την αποθήκη Α και εν συνεχεία κατέκαψε μέρος του χώρου των γραφείων στην απόληξη της ίδιας αποθήκης προς τα βορειοανατολικά σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.

Ακολούθως, επεκτάθηκε με κατεύθυνση προς τα νότια και περί ώρα 01:30 διαπέρασε και εισήλθε στην υπό στ. Γ αποθήκη. Παρά τα σχετικώς υποστηριζόμενα από την εφεσίβλητη περί κακόβουλης ενέργειας, οι σχετικές απόψεις παραμένουν στη σφαίρα της εικασίας, αφού ουδείς εμπρηστικός ή άλλος μηχανισμός ανευρέθη, που να αποδεικνύει τέτοια ενέργεια.

Η πυρκαγιά, αντιθέτως, οφείλεται σε βραχυκύκλωμα στο σημείο του συσσωρευτή (-μπαταρίας) του ανωτέρω οχήματος. Από το εν λόγω σημείο διέρχονται οι καλωδιώσεις του εκκινητή, ήτοι της μίζας, καθώς και της γεννήτριας, από δε τις ως άνω καλωδιώσεις διέρχεται ρεύμα υψηλής τάσης. Η εκκίνηση της φωτιάς από το ως άνω εμπρόσθιο τμήμα του προαναφερθέντος οχήματος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το ψυγείο στον κινητήρα έχει υποστεί μεγαλύτερες φθορές και είναι καμένο στην αριστερή πλευρά, όπου και ευρίσκεται ο συσσωρευτής.

Ο εμπρόσθιος ανεμοθώρακας, άλλωστε, έλιωσε στο κάτω τμήμα του και με κατεύθυνση από την εμπρόσθια αριστερή κολώνα του αυτοκινήτου προς τα δεξιά, ενώ κατά τα λοιπά το τσιμεντένιο τοιχίο της εγκατάστασης της εφεσίβλητης, όπου ήταν σταθμευμένο το ζημιογόνο όχημα, είχε αποχρωματιστεί περισσότερο στο σημείο αυτό.

Ως αρχικές πιθανές αιτίες του βραχυκυκλώματος αναφέρθηκαν δύο περιπτώσεις, ήτοι η περίπτωση κάποιο τρωκτικό να έκοψε κάποια από τις άνω καλωδιώσεις εντός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, δεδομένου και ότι οι καλωδιώσεις, οι οποίες διέρχονταν από το εν λόγω σημείο ήταν εσωτερικά ιδιαίτερα πυρακτωμένες, καθώς και η περίπτωση η φωτιά να προκλήθηκε από κάποια άλλη ηλεκτρολογική εργασία, η οποία έγινε στον ως άνω χώρο, δεδομένου ότι στο εσωτερικό του οχήματος υπήρχε συσκευή έκδοσης τιμολογίων (εκτυπωτής).

Η δεύτερη αυτή εκδοχή, ωστόσο, πρέπει να αποκλειστεί. Όπως επισημαίνεται και, στη σχετική από 02-05-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Φ. Κ., που συντάχθηκε στο πλαίσιο της ποινικής διερεύνησης της υπόθεσης και λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως έγγραφο, σε περίπτωση βραχυκυκλώματος στον εκτυπωτή, θα είχε κοπεί απλώς η καλωδίωση λόγω της πολύ μικρής διατομής που έχει το καλώδιο αυτό.

Το όχημα, άλλωστε, είχε πολύ πρόσφατα και δη μόλις στις 18-04-2012 υποβληθεί σε επιτυχή έλεγχο ΚΤΕΟ, ενώ επιπλέον ο εκτυπωτής είχε δική του ανεξάρτητη μπαταρία, που συνδεόταν με τη μπαταρία του οχήματος και η σύνδεσή τους ήταν η ενδεικνυόμενη, αφού είχε τοποθετηθεί προσηκόντως ασφάλεια τύπου 3Α και επιπλέον υπήρχε διακόπτης, που απενεργοποιούσε τη μπαταρία του εκτυπωτή, όταν το όχημα ήταν εκτός λειτουργίας, ως εν προκειμένω, που το ως άνω ΙΧΦ ήταν για περισσότερες από 33 ώρες ακινητοποιημένο στην ίδια θέση πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς (βλ.

για όλα τα ανώτερα την από 02-05-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Φ. Κ., μηχανολόγου - μηχανικού οχημάτων, που συντάχθηκε στο πλαίσιο της σχετικής προανάκρισης, καθώς και το υπ' αριθμ. 1387/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης). Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται, βέβαια, επιπλέον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι η πυρκαγιά προκλήθηκε από εμπρηστική ενέργεια άγνωστων δραστών.

Ωστόσο, ούτε ίχνη παραβίασης διαπιστώθηκαν ούτε εμπρηστικός μηχανισμός ανευρέθη στον χώρο, ενώ και οι οκτώ εξωτερικές κάμερες ασφαλείας που ήταν τοποθετημένες στον εξωτερικό χώρο της επιχείρησης και καλύπτουν πάντως την πρόσοψη και τους χώρους έξωθεν του κτιρίου γραφείων και όχι και το πίσω μέρος των αποθηκών, δεν κατέγραψαν σχετική ενέργεια.

Ο φύλακας, που ευρίσκετο στην εγκατάσταση της εναγόμενης κατά τον χρόνο εκδήλωσης της πυρκαγιάς, άλλωστε, αναφέρθηκε στη σχετική κατάθεσή του σε δύο σχεδόν ταυτόχρονους κρότους, που προέρχονταν από το πίσω μέρος της αποθήκης, όπου, μόλις μετέβη, είδε φλόγα στο εμπρόσθιο τμήμα του κινητήρα του σταθμευμένου φορτηγού της εταιρίας με τον διακριτικό τίτλο "Elbisco", που ήταν περισσότερο έντονη στην πλευρά του οδηγού του φορτηγού.

Εντός του φορτηγού, άλλωστε, υπήρχε φορτίο από ψωμί για τοστ, στοιχείο που, παρά την τήρηση προγράμματος μυοκτονιών της εναγομένης και την τοποθέτηση παγίδων σε διάφορα σημεία της εγκατάστασης, προσέλκυσε το ενδιαφέρον τρωκτικού, που μύρισε την τροφή και εισήλθε στο σημείο, όπου ευρίσκετο ο κινητήρας του οχήματος, με αποτέλεσμα το εν λόγω τρωκτικό να αρχίσει να τρώει κάποιο καλώδιο, που πυρακτώθηκε.

Η Πυροσβεστική Υπηρεσία ειδοποιήθηκε άμεσα από τον φύλακα, περί ώρα 00:20, μόλις εκείνος αντιλήφθηκε τη φωτιά. Οι ατομικές του προσπάθειες προς κατάσβεση της φωτιάς εν τη γενέσει της απέβησαν άκαρπες, διότι πολύ γρήγορα η φωτιά έλαβε μεγάλη έκταση και ανέπτυξε μεγάλη ένταση. Από τη δεξιά πλευρά του ως άνω ΙΧΦ αυτοκινήτου εξαπλώθηκε στην αποθήκη Α, μέσω ρηγμάτων που προκλήθηκαν στα πάνελς κατά τη στιγμή των δύο εκρήξεων.

Λόγω της έντασης της φωτιάς, μάλιστα, αλλά και της πυράκτωσης των μεταλλικών στοιχείων της πλαγιοκάλυψης της υπό στ. Α' αποθήκης, μεγάλο τμήμα της οροφής, αλλά και πλαϊνά κομμάτια πάνελς είχαν ήδη υποχωρήσει κατά την άφιξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας μόλις στις 00:28. Η εξάπλωση της φωτιάς, ωστόσο, δεν μπόρεσε λόγω της έντασής της να εμποδιστεί, πολλώ δε μάλλον, που την ταχύτατη μετάδοσή της ευνοούσε η φύση των υλικών που ήταν αποθηκευμένα εντός των αποθηκών (πχ οικοσκευές, έργα τέχνης, ηλεκτρικά είδη, χρώματα, βερνίκια, φαρμακευτικά προϊόντα, ανταλλακτικά αυτοκινήτων κ.α.), αλλά και η ισχυρή ένταση του ανέμου.

Περί ώρα 01:30, μάλιστα, η φωτιά εξαπλώθηκε και στην υπό στ. Γ αποθήκη, ενώ τέθηκε υπό έλεγχο περί ώρα 04:00. Η κατάσβεση συνεχίστηκε και τις επόμενες ώρες και η μεν υπό στ. Β αποθήκη και το περιεχόμενο αυτής εν μέρει διασώθηκαν, οι υπό στ. Α και Γ αποθήκες, όμως, καταστράφηκαν ολοσχερώς, όπως και άπαντα σχεδόν τα αντικείμενα, που είχαν τοποθετηθεί προς φύλαξη εντός αυτών.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 01-07-2011 είχε ανακληθεί το υπ' αριθ. ...-2011 πιστοποιητικό πυροπροστασίας της εγκατάστασης της εφεσίβλητης στη Σίνδο. Η ως άνω ανάκληση οφειλόταν στο γεγονός ότι στον από 27-06-2011 έκτακτο έλεγχο της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας διαπιστώθηκε α) ότι στην αποθήκη εμβαδού 1.643 τ.μ., ήτοι την υπό στ.

Γ αποθήκη, αποθηκεύονταν λιπάσματα σε μεγάλες ποσότητες, που δεν αναφέρονταν στη μελέτη πυροπροστασίας, γεγονός, που καθιστούσε αναγκαίο τον επανυπολογισμό του πυροθερμικού φορτίου και την εκ νέου κατηγοριοποίηση της επιχείρησης από πλευράς παθητικής πυροπροστασίας, διότι τα λιπάσματα δεν είναι κατηγορίας χαμηλού βαθμού κινδύνου (Ζ1) και ο υπολογισμός του πυροθερμικού φορτίου στη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας είχε γίνει για υλικά μεταφορικής εταιρίας (υαλικά, χαρτικά, ηλεκτρικές συσκευές, αναψυκτικά, μπύρες κλπ.).

Σημειωτέον ότι οι ένδικες αποθήκες είχαν κατηγοριοποιηθεί ως χαμηλού βαθμού κινδύνου (Ζ1) με πυροθερμικό φορτίο < 1000 MJ/m2, ενώ τα λιπάσματα κατατάσσονται κατ' αρχάς στα μεσαίου βαθμού κινδύνου υλικά με πυροθερμικό φορτίο 1.000 MJ/rrr - 2.000 MJ/m2, η δε σχετική κατηγοριοποίηση ως προς τον κίνδυνο της πυρκαγιάς λαμβάνει χώρα αναλόγως του είδους των αποθηκευομένων υλικών, β) η μη ύπαρξη της εξόδου κινδύνου στην υπάρχουσα αποθήκη, εμβαδού 2000 τ.μ., επιβάλλει την τοποθέτηση sprinklers, διότι πλέον με μία έξοδο υπάρχει υπέρβαση της μεγίστης επιτρεπόμενης όδευσης διαφυγής (35μ πραγματική και 25μ.

άμεση) για κατηγορία Ζ1, ενώ, αν τελικά αλλάξει η κατηγορία κινδύνου (λόγω λιπασμάτων) οι ανωτέρω αποστάσεις μειώνονται περαιτέρω, γ) ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ των δύο αποθηκών Α (εμβαδού 1.643 τ.μ.) και Γ (εμβαδού 2.000 τ.μ.) κλείστηκε περιμετρικά με αποτέλεσμα η μετατροπή του σε στεγασμένο να επηρεάζει τις οδεύσεις διαφυγής και δ) το λεβητοστάσιο δεν είναι στον προβλεπόμενο χώρο, αλλά σε υπόγειο χώρο, ο οποίος δεν προβλέπεται από την εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας.

Παρά την κοινοποίηση στην εφεσίβλητη της ανάκλησης του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, αυτή δεν προέβη μέχρι την εκδήλωση της πυρκαγιάς σε κατάθεση νέας μελέτης πυροπροστασίας προς έγκριση, που να συμπεριλαμβάνει τη νέα κατάσταση στην επιχείρηση και δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα και μέσα πυροπροστασίας, όπως όφειλε να πράξει αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω ανάκλησης, σύμφωνα και με την από 7-1-2016 ένορκη κατάθεση του Πυροσβεστικού Υπαλλήλου, Σ.

Ι., που εδόθη στο πλαίσιο της προανάκρισης ενώπιον των αρμοδίων οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Σε δεύτερο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε την 2-4-2012 από την Πυροσβεστική Υπηρεσία διαπιστώθηκαν παραβάσεις εκ μέρους της εφεσίβλητης για τις οποίες ενημερώθηκε η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή Κορδελιού Ευόσμου.

Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι ο χώρος μεταξύ των αποθηκών Α και Γ είχε στεγαστεί με μεταλλικό σκέπαστρο και αποτελούσε πλέον κλειστό στεγασμένο χώρο. Μέρος του κλειστού στεγασμένου χώρου, εμβαδού 20 τ.μ., στην πρόσοψη του ακινήτου, χρησιμοποιούνταν από την εταιρία "ΟΡΜΠΙΤ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ Α.Ε.", θυγατρική εταιρία του ομίλου Β., καθώς και χώρος εμβαδού 16 τ.μ.

στο ισόγειο των γραφείων που χρησιμοποιούνταν από την ίδια ως άνω εταιρία, χωρίς να υπάρχει πυράντοχος διαχωρισμός των χώρων αυτών από τους παρακείμενους χώρους του κτιρίου, ο δε χώρος της αποθήκης (εμβαδού 20 τ.μ.) ήταν ανοιχτός με πλέγμα στην πίσω πλευρά που βλέπει προς το αντλιοστάσιο της επιχείρησης.

Το κλείσιμο περιμετρικά του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ και η κατασκευή νέας αποθήκης εμβαδού 20 τ.μ. μπροστά από το αντλιοστάσιο, χωρίς να προβλέπονται από τη μελέτη πυροπροστασίας κατέστησε ουσιαστικά τις δύο αποθήκες που επλήγησαν από την πυρκαγιά σε άμεση επικοινωνία μεταξύ τους, κι έτσι δεν υπήρχε η απόσταση των 5,5 μέτρων περίπου της μίας αποθήκης από την άλλη, που αποτελεί το όριο της πραγματικής απόστασης απροστάτευτης όδευσης για την κατηγορία του κτιρίου, όπως περί αυτού κατέθεσε ο μάρτυρας Ι.

Σ. στην από 7-1-2016 ένορκη κατάθεσή του. Περί του γεγονότος αυτού βεβαίωσε και η αρμόδια πυροσβεστική υπηρεσία (Περιφερειακή Διοίκηση ΠΥ. Κεντρικής Μακεδονίας, 2° Γραφείο Πυρασφάλειας), στο υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2012, προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εκκαλούντα, έγγραφό της, απευθυνόμενο προς την Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων (ΕΛ.Υ.Τ.) Θεσσαλονίκης, όπου ανέφερε ότι η εκμετάλλευση και χρήση των συγκεκριμένων χώρων (αποθήκη 20 τ.μ.

και γραφείο 16 τ.μ.) από την εταιρία "ΟΡΜΠΙΤ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΑΕ", δεν προβλέπεται στις εγκεκριμένες μελέτες ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας του κτιρίου που υπάρχουν στο αρχείο της υπηρεσίας τους και επιπρόσθετα ότι η αποθήκη των 20 τ.μ., στεγάζεται σε χώρο που δεν προβλέπεται να είναι στεγασμένος στις προαναφερόμενες μελέτες, όπως και δεν προβλέπεται να είναι στεγασμένος και ο διάδρομος μεταξύ των αποθηκών 1 και 3.

Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στο φορτηγό αυτοκίνητο της Elbisco, που ήταν σταθμευμένο στον αύλειο χώρο πίσω από την αποθήκη Α, εμβαδού 2.000 τ.μ., από την πλευρά της εταιρίας Μ., όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο διευθυντής του υποκαταστήματος της εφεσίβλητης στη ..., Χ. Ν., στην από 6-6-2012 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον των αρμοδίων υπαλλήλων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, εξαπλώθηκε στην αποθήκη Α από τις οπές που άνοιξαν στα πάνελς του δυτικού τμήματος αυτής, λόγω των ρωγμών που προκλήθηκαν από το ωστικό κύμα της έκρηξης, που εκδηλώθηκε στον κινητήρα του φορτηγού, και μεταδόθηκε πολύ γρήγορα στο εσωτερικό της, καίγοντας ολοσχερώς τα πράγματα που υπήρχαν μέσα σε αυτήν.

Στη δε αποθήκη Γ, εμβαδού 1.643 τ.μ. μεταδόθηκε από την αποθήκη Α, λόγω του οι δύο όμορες αποθήκες είχαν καταστεί σε άμεση επικοινωνία με το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου. Όπως προκύπτει από το επικαλούμενο από την εφεσίβλητη διάγραμμα των αποθηκευμένων εμπορευμάτων της, στην αποθήκη Α ήταν αποθηκευμένα λιπάσματα και γεωργικά εφόδια της εταιρίας HAIFA, όπως και στην αποθήκη Γ, λόγος, άλλωστε, που μεταξύ των άλλων, οδήγησε στην ανάκληση του ως άνω πιστοποιητικού πυροπροστασίας.

Η εφεσίβλητη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι τα εν λόγω προϊόντα (λιπάσματα και γεωργικά εφόδια) που βρέθηκαν στις αποθήκες της δεν ήταν εύφλεκτα, προσκομίζει μετ' επικλήσεως, τα από 30-12-2010 δύο (2) έγγραφα του Γενικού Διευθυντή της εταιρίας με την επωνυμία "HAIFA ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΕ", στα οποία βεβαιώνεται ότι τα προϊόντα της εν λόγω εταιρίας δεν είναι εύφλεκτα και δεν μεταφέρουν την φωτιά και ότι αυτά "δεν περιέχουν βεζινέλαιο, ανθρακασβέστιο, βενζίνη, γκαζολίνη, νάφθα, βαμβακοπυρίτιδα, νιτρογλυκερίνη".

Τη βεβαίωση αυτή την είχε στην κατοχή της, αφού είχε ήδη εκδοθεί (30-12-2010), όταν την 27-6-2011, πραγματοποιήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, έκτακτος έλεγχος στις εγκαταστάσεις της και διαπιστώθηκε η μη τήρηση όλων των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων, μεταξύ αυτών και η αποθήκευση στην αποθήκη Γ λιπασμάτων-γεωργικών εφοδίων, που ήταν μεγαλύτερου βαθμού επικινδυνότητας, χωρίς να καλύπτεται από το πυροθερμικό φορτίο στη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας, που είχε γίνει για υλικά μεταφορικής εταιρίας, λόγο, μεταξύ των άλλων, για τον οποίο προέβησαν στην ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας και παρ' όλα αυτά δεν την επέδειξε στους αρμόδιους υπαλλήλους της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προκειμένου ν' αποδείξει ότι αυτά δεν ήταν εύφλεκτα και δεν απαιτείτο η αλλαγή κατηγορίας κινδύνου και η λήψη επιπλέον μέτρων πυροπροστασίας, ώστε ν' αποφευχθεί η ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, τούτο δε δεν έπραξε ούτε και κατά τον δεύτερο έλεγχο της 2-4-2012.

Τα ως άνω έγγραφα, που, ως προελέχθη, εκδόθηκαν δύο χρόνια πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς και δεν απευθύνονται στην εφεσίβλητη εταιρία αλλά "προς κάθε ενδιαφερόμενο" και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αφορούν τα εμπορεύματα (λιπάσματα-γεωργικά εφόδια) που βρέθηκαν αποθηκευμένα κατά τη διάρκεια αυτής (πυρκαγιάς) και τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, παρέμειναν άκαυστα, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, που διενήργησαν τους ελέγχους και έχοντες επαγγελματική εμπειρία να διακρίνουν εάν ένα προϊόν είναι υδατοδιαλυτό ή μη, διεπίστωσαν, ήτοι, ότι τα λιπάσματα που ήταν αποθηκευμένα ήταν υψηλότερου κινδύνου και απαίτησαν τον νέο υπολογισμό πυροθερμικού φορτίου για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται η αλλαγή κατηγορίας κινδύνου.

Τέτοιου είδους εμπορεύματα (λιπάσματα-γεωργικά εφόδια), υπήρχαν αποθηκευμένα τόσο στην αποθήκη Α όσο και στην αποθήκη Γ.

Περαιτέρω, στην αποθήκη Α (όπως και στην αποθήκη Γ), πλέον των εμπορευμάτων, υλικά μεταφορικής εταιρίας (υαλικά, χαρτικά, ηλεκτρικές συσκευές, αναψυκτικά, μπύρες κ.λ.π.), για τα οποία υπήρχε εγκεκριμένη μελέτη ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας και με βάση το πυροθερμικό φορτίο αυτών, η εναγομένη είχε λάβει μέτρα πυροπροστασίας, υπήρχαν αποθηκευμένα και εύφλεκτα αντικείμενα, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του θερμικού φορτίου της εν λόγω αποθήκης (Α) και τα οποία, όπως αποδείχθηκε εξερράγησαν, εκτοξεύθηκαν και μέρος αυτών βρέθηκε εκτός της αποθήκης και πλησίον του οχήματος που κάηκε διαπερνώντας τα πυράντοχα πάνελ της αποθήκης.

Συγκεκριμένα, φυλάσσονταν μεταξύ των άλλων και μεταλλικά φιαλίδια, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", που περιείχαν διαλυτικό υγρό αυτοκινήτων. Αυτά, (μεταλλικά φιαλίδια) ήταν αποθηκευμένα και στις δύο αποθήκες, όπως τούτο προκύπτει από το επικαλούμενο από την εφεσίβλητη ως άνω διάγραμμα των αποθηκευμένων εμπορευμάτων της, όπου σε σχετική θέση της αποθήκης Α αναγράφεται η ένδειξη "ΔΙΑΦΟΡΑ (Α.)" και σε αντίστοιχη θέση της αποθήκης Γ αναγράφεται η ένδειξη "Α." και βρέθηκαν, επίσης, πλησίον του φορτηγού αυτοκινήτου όπου εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, διαρρηγμένα από έκρηξη (βλ.

έκθεση αυτοψίας) αλλά και από την από 11-8-2012 ένορκη κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρος Χ. Ν., όπου σε σχετική ερώτηση του προανακριτικού υπαλλήλου: "Σε εκείνο το σημείο (επαφής του φορτηγού που κάηκε με την αποθήκη) βρέθηκαν πολλά φιαλίδια γυαλιστικών αυτοκινήτων τα οποία σκάγανε και έπεφταν πλησίον του φορτηγού...Πού ακριβώς ήταν αυτά τα εμπορεύματα;", ανέφερε: "Αυτά βρισκόταν προς το μέσο και δεξιά της αποθήκης όπως βρίσκονται τα φορτηγά".

Συνεπώς, η αποθήκευση των συγκεκριμένων φιαλιδίων με διαλυτικά υγρά αυτοκινήτων, συνέβαλε στην αύξηση του πυροθερμικού φορτίου και στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, γεγονός το οποίο θα απαιτούσε να ληφθούν με βεβαιότητα και άλλα πρόσθετα μέσα πυρόσβεσης και πυρασφάλειας. Πρέπει να επισημανθεί ότι στον έλεγχο που διενεργήθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, την 27-6-2011, όταν και ανακλήθηκε το πιστοποιητικό πυρασφάλειας, διαπιστώθηκε μόνο η ύπαρξη λιπασμάτων, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην εγκεκριμένη μελέτη και όχι και τα ανωτέρω εμπορεύματα (φιαλίδια με διαλυτικό υγρό) καθώς η σύμβαση αποθήκευσης της εναγομένης με την εταιρία "Α.

Α. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", δυνάμει της οποίας η τελευταία αποθήκευε στους χώρους της τα εν λόγω εμπορεύματα, έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο, ήτοι την 9-11-2011 (βλ. το από 9-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αποθήκευσης και διακίνησης εμπορευμάτων, ενσωματωμένο στην με επίκληση προσκομισθείσα από την εναγομένη συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του εκτιμητή- πραγματογνώμονα, Θ.

Μ.). Ως εκ τούτου, η εναγομένη, σε κάθε περίπτωση, ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε νέα μελέτη πυροπροστασίας περιλαμβάνοντας και τα εν λόγω αντικείμενα, ώστε τα προτεινόμενα μέτρα πυροπροστασίας να είναι ανάλογα με τα αντικείμενα που αποθηκεύονται. Στην εκτίμηση περί του ότι τα υφιστάμενα μέτρα πυροπροστασίας δεν υπήρξαν τελικά επαρκή και αποτελεσματικά λόγω της φύσης των αποθηκευμένων εμπορευμάτων και των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, προέβη, άλλωστε, και ο Πυροσβεστικός Υπάλληλος, Ε.

Κ., στην από 12-12-2012 ένορκη κατάθεση, που έδωσε ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων. Η μη κατάθεση νέας μελέτης με επανυπολογισμό του πυροθερμικού φορτίου, ώστε να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ή όχι να αλλάξουν κατηγορία κινδύνου οι αποθήκες και να ληφθούν επιπλέον μέτρα πυροπροστασίας, ενόψει της αποθήκευσης λιπασμάτων, γεωργικών εφοδίων και διαλυτικών υγρών αυτοκινήτου, αποτελεί παράνομη και υπαίτια παράλειψη της εναγομένης, αφού η υποχρέωσή της να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας προς έκδοση πιστοποιητικού ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας προβλέπεται στο άρθρο 15 του ΠΔ 71/1988.

Το δε πιστοποιητικό πυροπροστασίας που ανακλήθηκε κάλυπτε όλες τις εγκαταστάσεις της εταιρίας και κατά συνέπεια τους χώρους που κάηκαν (αποθήκες Α και Γ), όπως περί αυτού κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας Ι. Σ., στην από 18-12-2012 προανακριτική του ένορκη κατάθεση. Η κρίση δε ότι επανυπολογισμός του πυροθερμικού φορτίου των αντικειμένων των αποθηκών, ήταν αναγκαίος, ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε μικρό χρονικό διάστημα, ήτοι σε περίπου είκοσι λεπτά από την έναρξη της πυρκαγιάς, πυρακτώθηκαν τόσο τα πλαϊνά πάνελς της αποθήκης Α που η πυράκτωση αυτή οδήγησε στην υποχώρηση της οροφής της αποθήκης Α, γεγονός που καταδεικνύει ότι και πληθώρα αντικειμένων ετερόκλιτων υπήρχε στην εν λόγω αποθήκη και αυτά ανέπτυσσαν υψηλή θερμοκρασία.

Περαιτέρω, αναφορικά με το σημείο στάθμευσης του ζημιογόνου οχήματος, ιδιοκτησίας της εταιρίας "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και την ευθύνη της εφεσίβλητης σχετικά με αυτό, πρέπει να λεχθούν τα εξής: από το συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης προκύπτει ότι δεν είχαν προσδιορισθεί συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης των 14 οχημάτων της μισθώτριας εταιρίας ενώ κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο (σχεδιάγραμμα των συγκεκριμένων θέσεων) δεν προσκομίσθηκε από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι καθορίσθηκαν αριθμημένες θέσεις μακράν των αποθηκών.

Συνεπώς, ήταν προσιτός στην μισθώτρια εταιρία, οποιοσδήποτε χώρος (αύλιος) των εγκαταστάσεων της εφεσίβλητης προς στάθμευση των φορτηγών αυτοκινήτων της, εν γνώσει τελούσας περί αυτού της τελευταίας. Η στάθμευση όμως των οχημάτωv πλησίον των αποθηκών και μάλιστα σε επαφή με αυτές, δημιουργεί κινδύνους για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της εφεσίβλητης, αφού οι αποθήκες της έρχονται σε επαφή με τα οχήματα αυτά, απ' τα οποία μπορεί να προκύψει κάποιος ανάλογος κίνδυνος, όπως αυτός που προέκυψε, χωρίς να παρεμβάλλεται ικανή απόσταση, ως αντιπυρική ζώνη, δηλαδή τουλάχιστον 5,5 μέτρων, όπως απαιτούν οι κανόνες πυροπροστασίας για αποστάσεις μεταξύ άλλων εγκαταστάσεων και ενδεχομένως, αν είχε θέσει η εφεσίβλητη υπ' όψιν των αρμοδίων υπαλλήλων της πυροσβεστικής την παράμετρο αυτή , (της στάθμευσης των φορτηγών στον χώρο των εγκαταστάσεών της), θα είχε επιβληθεί ως μέτρο ασφάλειας να μην σταθμεύουν τα οχήματα αυτά πλησίον των αποθηκών.

Παρά το γεγονός ότι η εφεσίβλητη, μέσω των προστιθέντων της, γνώριζε τα παραπάνω, δεν φρόντισε, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, που συνήθως καταβάλει και στις δικές της υποθέσεις, να δώσει, δια των νομίμων οργάνων της, σχετικές οδηγίες προς τους αρμόδιους υπαλλήλους της για διαρκή έλεγχο προκειμένου να μην σταθμεύουν οχήματα πλησίον των αποθηκών της και ειδικότερα, κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, να δώσει σχετικές οδηγίες προς τον φύλακα των εγκαταστάσεών της, ο οποίος, μετά βεβαιότητας, διεπίστωσε την επί διήμερον παράνομη στάθμευση των συγκεκριμένων φορτηγών αυτοκινήτων, ώστε να φροντίσει για την άμεση απομάκρυνσή τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη, μετά την πυρκαγιά, βρέθηκε σε αδυναμία να αποδώσει τα κινητά πράγματα του εκκαλούντος, που της παρέδωσε, δυνάμει άτυπης σύμβασης μη αμειβόμενης παρακαταθήκης, προς αποθήκευση και τούτο οφείλεται σε υπαιτιότητά της (ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια) καθώς δεν κατέβαλε την επιμέλεια που συνήθως καταβάλει στις δικές της υποθέσεις, ήτοι να διατηρεί ασφαλή τα προς φύλαξη εναποτεθέντα στις αποθήκες της αντικείμενα, αφού παρέλειψε να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας προς αποτροπή του κινδύνου εξάπλωσης της πυρκαγιάς στις αποθηκευτικές της εγκαταστάσεις.

Επίσης εκτός από την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εφεσίβλητης αποδείχθηκε, για τις ίδιες πράξεις τελούμενες δια παραλείψεως του νομίμου εκπροσώπου της και παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει και ευθύνη της από αδικοπραξία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Ο.

Μ. - Β., που παραπέμφθηκε με το υπ' αριθμ. 1387/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για να δικασθεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για την πράξη του εμπρησμού από αμέλεια δια παραλείψεως (άρθρ. 15, 28, 264 περ. α, 266 παρ. 1 ΠΚ), με την υπ' αριθ. 12027/19-6-2017 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ήδη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος.

Η κρίση του ποινικού Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της ως άνω απόφασης, στηρίχθηκε σε εν μέρει διάφορα πραγματικά περιστατικά. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι το κλείσιμο περιμετρικά του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των δύο αποθηκών (Α και Γ) δεν συντέλεσε στην εξάπλωση της πυρκαγιάς, αφού ακόμη κι αν υπήρχε η απόσταση των 5,5 μέτρων μεταξύ των αποθηκών, η ένταση της φωτιάς που προκλήθηκε από το φορτηγό, ιδιοκτησίας της Elbisco, ήταν τέτοιου μεγέθους, που θα ήταν αδύνατο να εμποδιστεί η εξάπλωσή της, ότι ένα μήνα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς η εναγομένη επέδειξε επιμέλεια, συμμορφούμενη στις υποδείξεις πυρασφάλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για λήψη των προβλεπόμενων μέτρων και μέσων ενεργητικής πυροπροστασίας, το δε κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου αφορούσε την παθητική πυροπροστασία, με την οποία ασχολείται και εγκρίνει η Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία είχε ενημερωθεί, και ότι η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυροπροστασίας δεν οδήγησε άμεσα ή έμμεσα στην εκδήλωση της πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας να μη βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκδήλωση ούτε με την επέκταση αυτής, αφού το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου ήταν ζήτημα πλέον της Πολεοδομικής και όχι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.

Από το προαναφερόμενο σκεπτικό της ποινικής απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας του ως άνω Δικαστηρίου, το εάν συνετέλεσε στην επέκταση της πυρκαγιάς, η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυρασφάλειας, περιλαμβάνοντας όλα τα είδη των αποθηκευμένων πραγμάτων, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα πυρασφάλειας, ανάλογα με το πυροθερμικό φορτίο των αποθηκευμένων πραγμάτων καθώς και η παράλειψή της, ν' αποτρέψει τη στάθμευση του ζημιογόνου οχήματος στο σημείο της εκδήλωσης της πυρκαγιάς, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το εξετασθέν κατηγορητήριο, η φερόμενη παράλειψη του κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης, αφορούσε την έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας που να καλύπτει το περιμετρικό κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ.

Από την παρατιθέμενη κρίση του ποινικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι δεν υφίσταται ταύτιση με τα εδώ ερευνώμενα πραγματικά περιστατικά. ....

Εξάλλου από τα παραπάνω αποδειχθέντα συνάγεται ότι το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης, όπως ενήργησε δια των εκπροσώπων και προστηθέντων της και όχι σε τυχαίο γεγονός, δεδομένου ότι η πρόκληση της πυρκαγιάς επήλθε από αλληλουχία παραλείψεων της εναγομένης και όχι από αιτία που συνιστά τη νομική έννοια του τυχηρού.

Επομένως απορριπτέα τυγχάνει η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση της εναγόμενης, ότι η ζημία επήλθε όχι από υπαιτιότητά της αλλά από τυχαίο γεγονός. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ολοσχερής καταστροφή της οικοσκευής του αναιρεσιβλήτου και η συνεπεία αυτής αδυναμία απόδοσής της, οφείλεται στις ως άνω παραλείψεις και πλημμέλειες των οργάνων της αναιρεσείουσας, καθώς και στη μη ύπαρξη σε ισχύ σχετικής άδειας πυροπροστασίας, συμπεριφορά η οποία συνιστά επιπλέον και αδικοπραξία και, συνακόλουθα, υφίσταται υποχρέωσή της προς αποζημίωση της επελθούσας στον αναιρεσίβλητο ζημίας και προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης και, κατόπιν τούτων, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη στο σύνολό της την αγωγή, και διακρατώντας και δικάζοντας αυτή, τη δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, το συνολικό ποσό των 26.612 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 822, 823, 827, 829 ΑΚ, καθώς και εκείνες των άρθρων 914 επ, 297 και 298 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 336 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, στην αποθήκη Α, όπου αποθηκεύτηκε η οικοσκευή του αναιρεσιβλήτου, η αναιρεσείουσα είχε αποθηκεύσει λιπάσματα, γεωργικά εφόδια και εύφλεκτα αντικείμενα, ήτοι μεταλλικά φιαλίδια περιέχοντα διαλυτικά υγρά αυτοκινήτων, για τα οποία δεν είχε λάβει μέτρα πυροπροστασίας, με βάση το πυροθερμικό τους φορτίο, κατόπιν εγκεκριμένης μελέτης ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενόψει του ότι η αποθήκευση λιπασμάτων και γεωργικών εφοδίων στην έτερη αποθήκη Γ είχε ήδη οδηγήσει στην ανάκληση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία του πιστοποιητικού πυροπροστασίας, καθόσον αυτά δεν ανήκουν στην κατηγορία χαμηλού βαθμού κινδύνου, τα δε μεταλλικά φιαλίδια με τα εύφλεκτα υγρά, με την εξάπλωση της πυρκαγιάς στην αποθήκη Α, εξερράγησαν, εκτοξεύθηκαν και μέρος αυτών βρέθηκε εκτός της αποθήκης πλησίον του οχήματος που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά, διαπερνώντας τα πάνελ της αποθήκης.

Η αποθήκευση των ως άνω αντικειμένων συνέβαλε στην αύξηση του πυροθερμικού φορτίου και στην εξάπλωση της πυρκαγιάς εντός όλης τη αποθήκης Α, στην πυράκτωση των πλαϊνών πάνελ αυτής, στην υποχώρηση της οροφής της και στην ολοσχερή καταστροφή των εντός αυτής αποθηκευμένων αντικειμένων, συμπεριλαμβανομένης και της οικοσκευής του αναιρεσιβλήτου.

Η παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα ως άνω μέτρα πυροπροστασίας είναι παράνομη και υπαίτια, καθόσον αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 15 του ΠΔ 71/1988. Επιπλέον η αναιρεσείουσα επέτρεπε τη στάθμιση των φορτηγών αυτοκινήτων της εταιρίας ELBISCO έξω από την αποθήκη Α και σε επαφή με αυτήν, χωρίς να τηρείται καμία απόσταση ασφαλείας σε περίπτωση που προκύψει κίνδυνος από τα οχήματα αυτά, παραλείποντας από αμέλειά της να δώσει οδηγίες στους αρμοδίους υπαλλήλους της να μην επιτρέπουν την στάθμευση των οχημάτων πλησίον των αποθηκών της.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 822, 823, 827, 829 ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 914 επ, 297 και 298 ΑΚ, και περί της μη συνδρομής των διατάξεων του άρθρου 336 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω αναιρετικούς λόγους αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.

Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 8 του ιδίου άρθρου), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών της, ότι συμμορφώθηκε πλήρως με τα υποδεικνυόμενα μέτρα πυροπροστασίας της πυροσβεστικής και ότι η επέκταση της πυρκαγιάς δεν τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την ανάκληση του πιστοποιητικού πυροπροστασίας της επιχείρησής της και ειδικότερα το υπ' αριθ. 1387/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, την υπ' αριθ. 12027/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και το από 2.4.2012 έγγραφο της Πυροσβεστικής.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την πρωτόδικη δίκη μαρτύρων, τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τις προσκομισθείσες εκθέσεις για τις συνθήκες πρόκλησης της πυρκαγιάς, καθώς και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ και οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ` αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ` αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 460/2023, ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ` αριθ. 12027/19.6.2017 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αθωώθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ο.

Β. της αποδιδόμενης πράξης του εμπρησμού από αμέλεια, καθόσον από εσφαλμένη ανάγνωσή της δέχθηκε ότι περιέχει περιστατικά διάφορα από εκείνα που πραγματικά περιλαμβάνει. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έκανε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου της ως άνω απόφασης αποδίδοντας σ' αυτήν περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και με βάση αυτά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα, αλλά ανέγνωσε ορθά ότι "το κλείσιμο περιμετρικά του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ των αποθηκών Α και Γ δεν συντέλεσε στην εξάπλωση της πυρκαγιάς ...

ότι η παράλειψη του κατηγορουμένου να καταθέσει νέα μελέτη πυροπροστασίας δεν οδήγησε στην εκδήλωση της πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας να μην βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκδήλωση ούτε με την επέκτασή της, αφού το κλείσιμο του ενδιάμεσου χώρου ήταν ζήτημα της Πολεοδομικής και όχι της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας", πλην όμως συνεκτιμώντας την απόφαση αυτή με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από το επιθυμητό στην αναιρεσείουσα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 του ΚΠολΔ., βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο, από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν σχηματίζει τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κτλ.

και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος. Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη ανταπόδειξης του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 34/2023, ΑΠ 935/2021, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 319/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, καθόσον ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης της ευθύνης της από την αδικοπραξία, δεν το απέδειξε.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν έγιναν δεκτοί εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο αποδείξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).

Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 19/2022).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι επέδειξε αμέλεια αναφορικά με το σημείο στάθμευσης του ζημιογόνου οχήματος πλησίον της αποθήκης της και σε επαφή με αυτή, δημιουργώντας έτσι κίνδυνο για την ασφάλεια των εγκαταστάσεών της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα , αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την πρωτόδικη δίκη μαρτύρων, τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, τις προσκομισθείσες εκθέσεις για τις συνθήκες πρόκλησης της πυρκαγιάς, καθώς και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας κατά του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας ποινικής δικογραφίας.

Κατά το άρθρο 332 ΑΚ, άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Άκυρη είναι επίσης η εκ των προτέρων συμφωνία ότι δεν θα ευθύνεται ο οφειλέτης και για ελαφριά ακόμη αμέλεια, αν ο δανειστής βρίσκεται στην υπηρεσία του οφειλέτη ή η ευθύνη προέρχεται από την άσκηση επιχείρησης για την οποία προηγήθηκε παραχώρηση της αρχής.

Το ίδιο ισχύει και αν η απαλλακτική ρήτρα περιέχεται σε όρο της σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης ή αν με τη ρήτρα απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών που απορρέουν από την προσωπικότητα και ιδίως της ζωής, της υγείας, της ελευθερίας ή της τιμής, κατά το άρθρο 333 του ιδίου κώδικα, όποιος ευθύνεται με μέτρο μόνο την επιμέλεια που δείχνει συνήθως στις δικές του υποθέσεις δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για βαριά αμέλεια, ενώ κατά το άρθρο 334 του ιδίου κώδικα, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για να εκπληρώσει την παροχή, όπως για δικό του πταίσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 332 - 334 ΑΚ, απορρίπτοντας εσφαλμένα και χωρίς επαρκή αιτιολογία, την προβληθείσα ένστασή της περί απαλλαγής της από την ευθύνη για την ολοσχερή καταστροφή της οικοσκευής του αναιρεσιβλήτου, καθώς είχε ρητώς μεταξύ τους συμφωνηθεί ότι η αναιρεσείουσα εταιρία ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν ζημίες στα αντικείμενα που εισέρχονται προς αποθήκευση, αν ο αποθέτης αρνηθεί την ασφαλιστική τους κάλυψη.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς την άνω προταθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα :"Η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση περιορισμού της ευθύνης της εναγομένης, κατ' άρθρ. 332 - 334 ΑΚ, τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συμφώνησε και αποδέχθηκε τον παραπάνω όρο, ο οποίος αναφέρεται σε ανυπόγραφο ενημερωτικό έγγραφο προσφοράς που του απέστειλε η εναγομένη, πλην όμως η σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι στην προφορική σύμβαση περιελήφθη και ο όρος αυτός, ο οποίος, λόγω της βαρύτητας που έχει, συνήθως καταρτίζεται εγγράφως".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 332 - 334 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση. Και τούτο διότι κατά τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στην προφορική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν περιελήφθη όρος ότι η αναιρεσείουσα ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν ζημίες στα αντικείμενα που εισέρχονται προς αποθήκευση, αν ο αποθέτης αρνηθεί την ασφαλιστική κάλυψη αυτών. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, καθώς με την καταρτισθείσα με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση παρακαταθήκης, είχε ρητώς συμφωνηθεί ότι αυτός αναλάμβανε την ευθύνη για τυχόν ζημίες στην οικοσκευή του, εφόσον δεν επιθυμούσε την ασφάλισή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι δεν ήταν εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη και ορθά δεν εφαρμόσθηκε.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους ως άνω αναιρετικούς λόγους, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, είναι απαράδεκτοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6.6.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 935/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ