Legislator Case Law & Legislation
1519/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment claim due to lack of legal basis in complaint.

Case Number 1519/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Single Member Court of Appeal's decision rejecting an unjust enrichment claim. The appellants argued that a partner's exit from a partnership without a formal agreement caused the remaining partners to profit without legal cause. The court found the complaint insufficient because it failed to specify the legal relationship that ended when the partner left, making it impossible to determine if the continued use of the property was without legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court did not violate substantive law, and a claim for unjust enrichment fails if the complaint does not establish the termination of the legal relationship justifying the benefit.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim partnership dissolution legal relationship termination inadmissible appeal insufficient complaint

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1519/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. του Δ., 2) Α. Δ. του Δ., κατοίκων ... 3) Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ... 4) Μ. - Σ. Δ., χήρας Δ. Δ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λωρίτη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. συζύγου Ι. Δ., το γένος Α. Κ., 3) Δ. Τ. του Κ., κατοίκων ... ως ομορρύθμων μελών της πρώτης αναιρεσίβλητης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Ρέκκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2010 αγωγή του αποβιώσαντος Δ. Δ. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/3/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 1-3-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 104/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15-3-2012 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθ. 5/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, που είχε δεχθεί την από 30-6-2010 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Δ. Δ., ( ο οποίος στη συνέχεια απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνέχισαν τη δίκη), και είχε υποχρεώσει τους εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους να του καταβάλουν το ποσό των 74.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω εξοικονόμησης δαπανών από τη χρήση από την πρώτη εναγομένη του ιδανικού μεριδίου του επί του περιγραφομένου καταστήματος, κατά το χρονικό διάστημα από την αποχώρησή του από αυτή μέχρι 30-6-2010, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως αόριστη, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, της έφεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η απάντηση σ` αυτή και στο δικαστήριο η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των περιστατικών (ΑΠ 289/2016, ΑΠ 449/2014).

Περαιτέρω, από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και ότι η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Oι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Πλουτισμό δε συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται ως αποφυγή ελάττωσης της περιουσίας του, που υπάρχει και όταν αποφεύγεται η μείωση του ενεργητικού της και συγκεκριμένα, όταν αποφεύγονται δαπάνες, στις οποίες θα έπρεπε να είχε προβεί. Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου.

Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, μέχρι τη λήξη της ή την με οποιονδήποτε τρόπο ανατροπή των αποτελεσμάτων της, αποτελεί κατά το άρθρο 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ' αυτή.

Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης, μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη, ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα εκ των υστέρων από οποιοδήποτε λόγο, πρέπει δε τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το άκυρο, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης με οποιονδήποτε τρόπο και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 422/2018, ΑΠ 390/2011).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ` αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

λόγοι αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 30-6-2010 αγωγής του αρχικώς ενάγοντος προκύπτει, ότι αυτός εξέθετε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, τα ακόλουθα: Ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των δύο λεπτομερώς περιγραφόμενων σ' αυτήν (αγωγή) οριζόντιων ιδιοκτησιών οικοδομής που βρίσκεται στην ….

επί της συμβολής των οδών ... (πρώην ... του υπολοίπου ποσοστού ανήκοντας στον αδερφό του Ι. Δ.. Ότι αυτές τις οριζόντιες ιδιοκτησίες απέκτησαν με παράγωγο τρόπο το έτος 1975, ήτοι δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαιογραφικού εγγράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι προγενέστερα, δυνάμει του από 1-8-1968 ιδιωτικού συμφωνητικού σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα, ο ίδιος (ενάγων) και ο προαναφερόμενος αδελφός του, Ι.

Δ., συνέστησαν την πρώτη των εναγόμενων ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με έδρα την …., της οποίας ομόρρυθμά μέλη ήταν και οι ίδιοι έως την αποχώρησή τους, κατά τα ειδικότερα σ' αυτήν (αγωγή) αναφερόμενα. Ότι από το έτος 1984 η ως άνω εταιρεία, της οποίας αντικείμενο είναι η εμπορία ωρολογίων, κοσμημάτων, ασημικών, οπτικών και άλλων συναφών ειδών, χρησιμοποιεί ως κατάστημά της το προαναφερόμενο ακίνητο [ισόγειο κατάστημα μετά του εσωτερικού τούτου εξώστη (παταριού) και υπόγειας αποθήκης], στο οποίο μετέφεραν την έδρα της.

Ότι δυνάμει του από 30-1-1975 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα, μεταξύ άλλων, η συμμετοχή αυτού (ενάγοντος) και του αδερφού του στα κέρδη και τις τυχόν ζημίες ανήλθε στο ποσοστό 50% για καθένα εξ αυτών, ενώ διαχειριστές της εταιρείας ορίσθηκαν και οι δύο. Ότι την 23-4-2004 ο ίδιος (ενάγων), δυνάμει του από 23-4-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα, αποχώρησε από την ως άνω εταιρεία, λόγω συνταξιοδότησής του, μεταβιβάζοντας το εταιρικό του μερίδιο στη δεύτερη των εναγομένων, σύζυγο του ως άνω αδελφού του, ενώ την 24-10-2005 δυνάμει του από 24-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, αποχώρησε και ο αδελφός του, μεταβιβάζοντας το εταιρικό του μερίδιο κατά μεν 45% στη δεύτερη των εναγομένων και κατά 5% στον τρίτο των εναγομένων.

Ότι διαχειρίστρια της πρώτης των εναγομένων ορίσθηκε, κατόπιν τούτων, η δεύτερη των εναγομένων. Ότι μετά τις 23-4-2004 η πρώτη των εναγομένων, χωρίς καμία έννομη σχέση και χωρίς καμία συμφωνία συνέχισε να χρησιμοποιεί το κατάστημα, απλώς με την ανοχή του (ενάγοντος), καθόσον παράλληλα με τα θέματα που υπήρχαν λόγω της αποχώρησής του από την πρώτη των εναγομένων, υπήρχαν και άλλα θέματα μεταξύ αυτού και του αδερφού του (όπως διανομή κοινών ακινήτων).

Ότι δεν κατέστη δυνατό να συμφωνηθεί το ποσό που θα κατέβαλε η πρώτη των εναγομένων και γι' αυτό δεν επιτεύχθηκε καμία συμφωνία για την χρήση του καταστήματος. Ότι με τον τρόπο αυτόν η πρώτη των εναγομένων ωφελήθηκε άνευ νομίμου αιτίας την αξία της χρήσεως αυτής που ισούται προς το μίσθωμα που θα κατέβαλλε για το μίσθιο αυτό και η ωφέλεια αυτή παραμένει πάντοτε σ' αυτήν (πρώτη των εναγομένων).

Ότι η τελευταία (πρώτη των εναγομένων) οφείλει να του αποδώσει την ωφέλεια αυτή, ήτοι οφείλει να αποδώσει σ' αυτόν (ενάγοντα) ποσό ισούμενο προς το ποσό που αντιστοιχεί στα μισθώματα των μηνών κατά τους οποίους χρησιμοποιεί το κατάστημα, αφού αυτά τα ποσά θα τα δαπανούσε αυτή ( πρώτη των εναγομένων) για να κάνει χρήση του καταστήματος αυτού ή ενός παρόμοιου καταστήματος, και μη καταβάλλοντας τα μισθώματα αυτά, ωφελήθηκε τα αντίστοιχα ποσά και πλούτισε ισόποσα.

Ότι η μηνιαία μισθωτική αξία του ακινήτου αυτού, για τους αναφερόμενους λόγους, ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό των 2.000 ευρώ. Ότι συνεπώς η πρώτη των εναγομένων οφείλει να του καταβάλει λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, ποσό που αντιστοιχεί εις το αναλογούν σ' αυτόν 1/2 της μηνιαίας μισθωτικής αξίας από 23-4-2004 έως 30-6-2010, ήτοι το ποσό των 74.000 (=1.000 ευρώ X 74 μήνες) ευρώ.

Και μετά ταύτα, ζήτησε, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (οι δεύτερη και τρίτος ως ομόρρυθμα μέλη της πρώτης από αυτούς, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος για τις οφειλές της πρώτης από αυτούς) να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 74.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, ότι η άνω αγωγή είναι αόριστη και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί, ότι είναι ορισμένη και νόμιμη και την είχε κάνει δεκτή κατ' ουσία, την απέρριψε. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι είναι αόριστη η αγωγή, διότι " ο ενάγων, δεν επικαλείται με ποιο λόγο, ποιόν τύπο σύμβασης ή έννομη σχέση, η πρώτη των εναγομένων χρησιμοποίησε το άνω κατάστημα ως έδρα της, ώστε να κριθεί εάν αυτός (λόγος, σύμβαση, έννομη σχέση) έληξε νόμιμα με την κατά την 23-4-2004 αποχώρηση αυτού) (ενάγοντος) από την πρώτη των εναγομένων-ομόρρυθμη εταιρεία.

Δεν επικαλείται δηλαδή εάν ο ίδιος και ο αδερφός του, ως συγκύριοι, κατάρτισαν, και τι είδους, σύμβαση με την πρώτη των εναγομένων, ή εάν (ως προς το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό εξ αδιαιρέτου) μόνον ο ίδιος (ενάγων) με σύμβαση παραχώρησε προς χρήση σ' αυτή, κατ' αυτό (το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό εξ αδιαιρέτου), το ως άνω ακίνητο.

Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση (σύμβαση χρήσης ιδανικής μερίδας από συγκοινωνό- συγκύριο σε τρίτο-μη συγκύριο, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του επίκοινου ακινήτου) δεν θα ήταν έγκυρη η σύμβαση, καθόσον η παραχώρηση της χρήσης του επίκοινου αντικειμένου είναι αδιαίρετη παροχή και παραχώρηση αυτής κατ' ιδανικό μέρος, δηλαδή κατάτμηση σε μέρη που διαφέρουν του όλου ποσοτικώς, δεν είναι νοητή.

Επίσης δεν επικαλείται εάν υπήρχε κοινή συμφωνία του ίδιου και του αδερφού του (κοινωνών) για τη διοίκηση και εκμετάλλευση του κοινού ως άνω ακινήτου, αφού κανένας από τους δύο δεν είχε την πλειοψηφία για τη λήψη οιασδήποτε απόφασης για τη διαχείριση του επικοίνου, ή εάν υπήρχε ομόφωνη απόφαση για τον καθορισμό της χρήσης του ως άνω ακινήτου.

Συγκεκριμένα δεν επικαλείται εάν υπήρξε απόφασή τους, η οποία δεν είναι αναγκαίο να υπόκειται σε ιδιαίτερο τύπο, με την οποία διατύπωσαν τη βούλησή τους για τη χρήση του ως άνω ακινήτου από την πρώτη των εναγομένων και κυρίως συμφωνία περί λήξης αυτής (χρήσης) με την αποχώρηση ενός από τους κοινωνούς από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία (πρώτη των εναγομένων)...".

Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, την οποία ο ενάγων προσπάθησε να στηρίξει στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν είναι ορισμένη, διότι δεν περιέχει τα απαιτούμενα προς τούτο στοιχεία αυτού, όπως αυτά αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Ειδικότερα, ενώ στην αγωγή αναφέρεται, ότι από το έτος 1984 η πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας αυτός ήταν ομόρρυθμο μέλος με ποσοστό συμμετοχής 50%, χρησιμοποιούσε ως κατάστημά της, το αναφερόμενο σ' αυτή ακίνητο, το οποίο ανήκε σ' αυτόν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ότι συνέχισε να χρησιμοποιεί αυτό και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία αυτή, στις 23-4-2004, χωρίς να επιτευχθεί καμία έννομη σχέση και συμφωνία, αλλ' απλώς με την ανοχή του, ζήτησε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία και τα ομόρρυθμα μέλη της, ως ευθυνόμενα εις ολόκληρον με αυτή, ισχυριζόμενος, ότι με τον τρόπο αυτό η πρώτη εναγομένη εταιρεία πλούτισε, καθόσον ωφελήθηκε, χωρίς νόμιμη αιτία, να του αποδώσουν, κατά το ποσοστό που αναλογεί στο ποσοστό της συγκυριότητάς του, την ωφέλεια αυτή, που ισούται με το ποσό των μισθωμάτων των μηνών που χρησιμοποίησε το κατάστημα, ήτοι από τις 23-4-2004 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 30-6-2010 και το οποίο θα δαπανούσε για να κάνει χρήση ενός παρόμοιου καταστήματος, δεν αναφέρει δυνάμει ποιάς έννομης σχέσης η πρώτη εναγομένη έκανε χρήση του καταστήματος αυτού από το έτος 1984 μέχρι τις 23-4-2004, που αυτός αποχώρησε από αυτή, ώστε να κριθεί εάν αυτή η έννομη σχέση έληξε ή ανετράπη με οποιονδήποτε τρόπο, κατά το χρόνο αποχώρησής του και εντεύθεν ότι η πρώτη εναγομένη χρησιμοποιεί έκτοτε αυτό χωρίς νόμιμη αιτία.

Επομένως, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 904 ΑΚ, ούτε παρά το νόμο κήρυξε αυτή απαράδεκτη (λόγω αοριστίας), ούτε παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του θεμελιωτικά γεγονότα διαλαμβανόμενα στην αγωγή και συνεπώς οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2018 αίτηση των αναιρεσειόντων Γ. Δ., Α. Δ., Ε. Δ. και Μ.-Σ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 104/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ