Legislator Case Law & Legislation
1519/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil liability, ruling that civil court need not accept prior acquittal as binding.

Case Number 1519/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a civil judgment that found him liable for damages. The appellant argued that the civil court violated his right to a fair trial by ignoring a prior criminal acquittal, which established his innocence. The court rejected this claim, holding that while the principle of innocence requires respect for criminal acquittals, it does not bind civil courts to automatically accept them as the sole basis for liability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6(2) ECHR; Article 14(3) ICCPR; The principle of presumption of innocence does not oblige civil courts to automatically accept a prior criminal acquittal as binding when assessing civil liability.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal fair trial rights binding precedent civil court discretion evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 6(2) of the European Convention on Human Rights
Article 14(3) of the International Covenant on Civil and Political Rights

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1519/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνο Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Ι., χήρας Σ. Ν., 2 )Δ. Ν. του Σ., 3)Α. Ν. του Σ., κατοίκων ..., 4)Ε. χήρας Ι. Π., κατοίκου ... και 5)Ε. Ν. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 5-3-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 2-6-2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 312/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-03-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 έως 292 του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατ' αυτού είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτού την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 174/2016).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδαφ. α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Τέλος, στην παρ. 2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πέμπτος αναιρεσίβλητος, Ε. Ν. του Δ. και Α., αποβίωσε στις 30.9.2019. Ο εκλιπών με τη με ημερομηνία 3.8.2019 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό .../19.6.2020 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εγκατέστησε κληρονόμους του τη θυγατέρα του Α.

Ν. του Ε. και Φ. και τη σύζυγό του Φ. Λ. του Δ. και Λ.. Την ως άνω επαχθείσα κληρονομία δεν έχουν αποποιηθεί οι κληρονόμοι του θανόντος και ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει περί του κληρονομικού τους δικαιώματος (βλ. το αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ε. Ν., που συνέταξε η Ληξίαρχος ..., το με αριθμό πρωτ. .../14-10-2019/23-10-2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου ..., το με αριθμό .../19.6.2020 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αθηνών με συνημμένη σε αυτό την ιδιόγραφη διαθήκη, το με αριθμό .../7.12.2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσίευσης από το εν λόγω δικαστήριο διαθήκης με διαθέτη τον Ε.

Ν., το με αριθμό .../19.11.2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη καταχώρησης δήλωσης των κληρονόμων του Ε. Ν. για αποποίηση της κληρονομίας του και τα με αριθμούς .../2020 και .../2020 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος των Α.

Ν. και Φ. Λ.). Κατά της παραπάνω, με αριθμό 215/31.7.2018, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη, από 12.3.2020, αίτηση αναίρεσης, την οποία απηύθυνε κατά των αντιδίκων του στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επίδοση του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2021 γνωστοποιήθηκε στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος έχει αποβιώσει, οπότε ματαιώθηκε η επίδοση του ως άνω δικογράφου (βλ.

τη με αριθμό 3932Γ/6.11.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. Μ.). Κατόπιν αυτού, ο αναιρεσείων επέδωσε στους νόμιμους κληρονόμους του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσίβλητου, ήτοι στη σύζυγό του Φ. Λ. και στη θυγατέρα του Α. Ν., αντίγραφο της από 12.3.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23.2.2021 (βλ.

τις με αριθμούς 3957Γ/11.12.2020 και 3958Γ/11.12.2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. Μ.). Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 215/31.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης γνώριζε το θάνατο του πέμπτου αναιρεσίβλητου, Ε.

Ν. του Δ. και Α., που επήλθε στις 30.9.2019, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (31.7.2018) και πριν την άσκηση της υπό κρίση, από 12.3.2020, αναίρεσης (πράξη κατάθεσης 24/9.7.2020). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση είναι έγκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση με τις ως άνω κληρονόμους του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσίβλητου.

Περαιτέρω, από τις με αριθμούς 7512Β/19.11.2020, 7511Β/19.11.2020 και 7510Β/19.11.2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ν. Ι. Κ. και από τη με αριθμό 2868/14.12.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου Μ. Ρ., τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με ημερομηνία 12.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 24/9.7.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και με πράξη ορισμού δικασίμου την 23.2.2021 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια αυτού, στους πρώτη, δεύτερο, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητους (άρθρα 127 παρ.1 και 128 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Επιπλέον, από τις με αριθμούς 3957Γ/11.12.2020 και 3958Γ/11.12.2020 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. Μ., οι οποίες ήδη αναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με ημερομηνία 12.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 24/9.7.2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και με πράξη ορισμού δικασίμου την 23.2.2021 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος και στις Φ.

Λ. και Α. Ν., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσείοντος Ε. Ν. (άρθρα 127 παρ. 1 και 128 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη δικάσιμο της 23.2.2021 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμό Δ1α/Γ.Π.οικ. 10969/2021 (ΦΕΚ 648/Β/20.2.2021).

Στη συνέχεια με την από 12.5.2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31-3-2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ 4/Α/9-4-2021) και με την με αριθμό 39/12.4.2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου, ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει στην αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 14.9.2021) και η υπόθεση εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο από τη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά την ως άνω δικάσιμο (δηλαδή της 14.9.2021), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσίβλητου δεν εμφανίσθηκαν, ούτε παραστάθηκαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και δεν κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ότι δεν θα παρασταθούν κατά την εκφώνηση.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 εδαφ. α και γ του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των πρώτης, δεύτερου, τρίτης και τέταρτης αναιρεσιβλήτων, καθώς και των κληρονόμων του αποβιώσαντος πέμπτου αναιρεσίβλητου, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η με επιμέλεια της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο της δικασίμου 14.9.2021 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι προαναφερθέντες διάδικοι είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23.2.2021.

Με τη με ημερομηνία 12.3.2020 και με αριθμό κατάθεσης 24/9.7.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 215/31.7.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί των ακόλουθων εφέσεων: α) της από 18.7.2014 (με αριθμό εκθ. κατ. 236/2014) έφεσης του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, β) της από 25.7.2014 (με αριθμό εκθ.κατ.252/2014) έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων -εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητων, από το δικόγραφο της οποίας αυτοί παραιτήθηκαν ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο (και μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) Β.

Α. και γ) της από 24.7.2014 έφεσης (με αριθμό εκθ. κατ. 250/2016) του τέταρτου εναγομένου-εκκαλούντος Π. Χ. (μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) κατά της με αριθμό 312/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία, επίσης, εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 5.3.2007 αγωγή των εναγόντων -εκκαλούντων -εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις, στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18.7.2014 έφεση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος -εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, την από 24.7.2014 έφεση του τέταρτου εναγομένου-εκκαλούντος- εφεσιβλήτου (και μη διαδίκου στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) Π.

Χ. και την από 25.7.2014 έφεση ως προς τους τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητους και ήδη τέταρτη και (αποβιώσαντα) πέμπτο αναιρεσίβλητους, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε επιδικασθεί σε καθένα εξ αυτών το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και δέχθηκε κατ'ουσίαν την ως άνω έφεση ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτη ενάγοντες-εκκαλούντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 312/2014, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ως προς τους εν λόγω διαδίκους, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της 5.3.2007 αγωγής δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο-εκκαλούντα -πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα και τον Π.

Χ. (μη διάδικο στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη) να καταβάλουν, ευθυνόμενοι ο καθένας εις ολόκληρο, σε καθένα από τους τρεις πρώτους ενάγοντες-εκκαλούντες -εφεσιβλήτους και ήδη τρεις πρώτους αναιρεσίβλητους το ποσό των 50.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του Σ.

Ν., συζύγου της πρώτης ενάγουσας -εκκαλούσας -πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των δεύτερου και τρίτης εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσιβλήτων, ο οποίος (θάνατος) επήλθε κατά το εργατικό ατύχημα που περιγράφει, αντί του ποσού των 39.970 ευρώ για τον καθένα, που είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί.

Επίσης, καταδίκασε τους ηττηθέντες εναγομένους -εφεσιβλήτους (μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα) στο ποσό 9.000 ευρώ για μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Η με ημερομηνία 12.3.2020 και αριθμό κατάθεσης 24/9.7.2020 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην οριζόμενη στο άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ διετή προθεσμία από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης, με αριθμό 215/31.7.2018, απόφασης, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας δεν έχει επιδοθεί (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ). 1. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 551/1915, εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βίαιο συμβάν που πλήττει το μισθωτό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και επιφέρει είτε το θάνατό του είτε ανικανότητα αυτού προς εργασία για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ημερών, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία ο παθών προκάλεσε με δόλο το ατύχημα.

Εφ' όσον επέλθουν οι δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος, δημιουργείται προεχόντως αξίωση του παθόντος για αποκατάσταση της υλικής, θετικής ή αποθετικής ζημίας αυτού (ΑΚ 297, 298, 330 ή 914 και 919). Η ευθύνη του εργοδότη για την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι αντικειμενική, δηλαδή δεν προϋποθέτει δικό του πταίσμα.

Η λειτουργία της ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο στην εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία (άρθρα 16 του ν. 551/1915, 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951). Για την αξίωση αυτή δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση. Παράλληλα, όμως, προς την αξίωση για αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας δημιουργείται και αξίωση για αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας του παθόντος εργαζομένου ή των μελών της οικογένειάς του σε περίπτωση θανάτου, με την εκ μέρους του εργοδότη, που ευθύνεται και για τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις των προσώπων στα οποία αναθέτει την εκπλήρωση των εργοδοτικών του υποχρεώσεων (ήτοι των "προστηθέντων", ΑΚ 922), καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ανακούφιση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΚ 299, 932).

Η αξίωση αυτή είναι αδικοπρακτική (ΑΚ 914). Ως παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη νοείται και η παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας υπέρ της ζωής και της υγείας (ΑΚ 662), την οποία αυτός υπέχει έναντι του εργαζομένου και την οποία οφείλει να εκπληρώνει με την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, σύμφωνα με την κοινή αντίληψη για καλόπιστη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και η παραβίαση των γενικών υποχρεώσεών του, που ορίζονται:

α) στις διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 1568/1985 "Υγιεινή- Ασφάλεια Εργαζομένων", σύμφωνα με το οποίο: "Α. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση: 1. Να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα. 2.

Να εφαρμόζει κάθε υπόδειξη των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση. 3. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 4. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων. 5. Να γνωστοποιεί στους εργαζόμενους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους. 6.

Να ενθαρρύνει την εκπαίδευση των εργαζομένων σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας. 7. Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τη νομοθεσία που ισχύει σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και για τον τρόπο εφαρμογής της από την επιχείρηση. 8. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση 9....", β) στις ομοίου περιεχομένου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1, 5 και 6 του π.δ. 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας-υγείας εργαζομένων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 89/391 και 91/383 Ε.Ο.Κ και γ) εφόσον ο εργοδότης δραστηριοποιείται σε πάσης φύσεως εργοταξιακά έργα αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού, στις διατάξεις του άρθρου 111 του π.δ. 1073/1981 "Εργασίες Πολ.

Μηχανικού -Μέτρα Ασφαλείας", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του β. δ/τος 25 Αυγ/5 Σεπτ.1920 "περί κωδικοποιήσεως των περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών διατάξεων (ΦΕΚ Β 200) σύμφωνα με τις οποίες: "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος ως και του π.δ/τος "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας παρίσταται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων.

Το προσωπικόν εκάστου συνεργείου πρέπει να επιθεωρείται τουλάχιστον άπαξ της ημέρας υπό του επικεφαλής του υπεργολάβου, άπαξ δε της εβδομάδος υπό του εργολάβου, εφόσον έχει ειδικάς γνώσεις ή υπό καταλλήλου εκπροσώπου του. Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των, κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας".

Περαιτέρω με τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 28.1./4.2.1938 (ΦΕΚ Α 35/1938), "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 προστέθηκε με το άρθρο 1 του π.δ 882/1980 (ΦΕΚ Α 218) και οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 τροποποιήθηκαν με το π.δ. 882/1961, ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1. Τα φορτηγά αυτοκίνητα, υπό την έποψιν της εφαρμογής του παρόντος, διακρίνονται εις τρείς κατηγορίας (Α` Β` Γ`).

Εις την Α κατηγορίαν υπάγονται τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία). Εις την Β κατηγορίαν υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των εταιρειών ηλεκτρισμού, υδρεύσεως, φωταερίου, και τηλεφώνων, τα εξυπηρετούντα εκτάκτους ανάγκας του δικτύου αυτών. Εις την Γ κατηγορίαν υπάγονται τα φορτηγά αυτοκίνητα των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως, ωσαύτως δε και τα μη εξυπηρετούντα εκτάκτους ανάγκας του δικτύου φορτηγά αυτοκίνητα των εν παρ.

β εταιρειών, ως και τα φορτηγά αυτοκίνητα των λατομείων, ορυχείων, και μεταλλείων. 2. Τα υπό του παρόντος Κανονισμού, προβλεπόμενα δια τους μισθωτούς, χρονικά όρια εργασίας, βιβλία δρομολογίων κλπ. ισχύουν και δια τους ιδιοκτήτας και συνιδιοκτήτας των φορτηγών αυτοκινήτων, εφ` όσον ούτοι απασχολούνται ως οδηγοί επ` αυτών".

Άρθρο 2 " Η απασχόλησις των εις τα φορτηγά αυτοκίνητα ασχολουμένων οδηγών, ως και των βοηθών αυτών, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνη τας 48 ώρας καθ`εβδομάδα, ημερησίως δε: α) Επί αυτοκινήτων των Α` κατηγορίας τας 15 ώρας, εις ας υπολογίζονται αι εκ του σταθμού διανυκτερεύσεως διαδρομαί, στάσεις, αναμοναί και πάσα εργασία σχετική με την εκμετάλλευσιν του αυτοκινήτου, εξαιρέσει του χρόνου αναμονής εις τους σταθμούς (πιατσαν).

β) Επί αυτοκίνήτων β` κατηγορίας τας 16 ώρας. Η απασχόλησις του οδηγού ή βοηθού δεν επιτρέπεται προ της παρελεύσεως 16ώρου, αν ούτοι συνεπλήρωσαν 10ωρον εργασίαν ουδέ προ της παρελεύσεως 24ώρου, αν συνεπλήρωσαν 16ωρον εργασίαν. γ) Επί αυτοκινήτων Γ κατηγορίας τας 8 ώρας." και Άρθρο 3 παρ. 1 έως 3 " Υπέρβασις του κατά το άρθρ. 2 προβλεπομένου ανωτάτου ορίου εργασίας και μόνον καθ` ο μέτρον κρίνεται αναγκαία προς πρόληψιν διαταραχής εις την κανονικήν διεξαγωγήν της εργασίας επιτρέπεται:

α) Εις περίπτωσιν επικειμένου ή επελθόντος ατυχήματος, προς πρόληψιν αυτού ή προς οργάνωσιν μέτρων σωτηρίας. β) Εις περίπτωσιν επειγούσης εργασίας, εκτελεσθησομένης εις μηχανάς, εργαλεία ή εγκαταστάσεις. γ) Εις περίπτωσιν ανωτέρας βίας. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο διατάσσων την υπέρβασιν κύριος ή ο διαχειριστής ή άλλως ο οδηγός οφείλει ν` αναγγείλη παραχρήμα την υπέρβασιν εις την πλησιεστέραν επιθεώρησιν εργασίας ή αστυνομικήν αρχήν, υποχρεουμένην να βεβαιούται δι` επιτόπου μεταβάσεως, αν αύτη είναι πρακτικώς εφικτή, περί του προκαλέσαντος την υπέρβασιν περιστατικού.

Επίσης δύναται να επιτραπή υπέρβασις του ως άνω ορίου επί μίαν το πολύ ώραν καθ` ημέραν και επί 120 το πολύ ώρας κατ` έτος, προς αντιμετώπισιν αποδεδειγμένης επειγούσης εργασίας ή ένεκεν ετέρων δεδικαιολογημένων λόγων, κατά την κρίσιν του επιθεωρητού ή επόπτου εργασίας, και μόνον κατόπιν εγγράφου αδείας τούτου, εκδιδομένης συμφώνως τοις άρθρ. 9 και 10 του Δ/τος π.κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί 8ώρου εργασίας διατάξεων".

Εξάλλου, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση προϋποθέτει ότι στο εργατικό ατύχημα συνετέλεσε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων αυτού, ήτοι οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι απαραίτητα η ειδική αμέλεια που περιγράφεται στο άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ614/2017, ΑΠ 370/2018). Και, επιπλέον, η αξίωση αυτή προϋποθέτει ότι υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στο πταίσμα και στην επέλευση της ζημίας, με την έννοια ότι, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το δυσμενές αποτέλεσμα δεν θα ήταν δυνατό να επέλθει χωρίς την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη (ΑΠ 370/2018, ΑΠ 472/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 145/ 2014).

Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1765/2011).

2. Σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, εφαρμογή έχει το άρθρο 71 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί [σ' αυτά] και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως.

Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον". Η διάταξη δεν ιδρύει την ευθύνη, η οποία απορρέει από άλλες, ειδικότερες διατάξεις (όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη), αλλά διαγράφει το πλαίσιο λειτουργίας της ευθύνης αυτής. Η ευθύνη δημιουργείται προεχόντως για το νομικό πρόσωπο, αλλά προκύπτει από τη συμπεριφορά των οργάνων του, δια των οποίων αυτό ενεργεί.

Ως υπαίτιο πρόσωπο, ευθυνόμενο εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, κατά το εδάφιο β της ως άνω διάταξης, νοείται το όργανο εκείνο, το οποίο με τη συμπεριφορά του, δηλαδή με πράξη ή παράλειψη που μπορεί να καταλογισθεί στο ίδιο, δημιούργησε για το νομικό πρόσωπο την υποχρέωση αποζημίωσης. Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρεία, ως προς τα όρια της ευθύνης των οργάνων αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος κώδικα νόμων (στο εξής:

κ.ν.) 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών". Στο άρθρο 18 παρ.1 του κ.ν. 2190/1920, καθιερώνεται η εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου (στο εξής: ΔΣ) εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της εταιρίας με συλλογικό τρόπο. Στο άρθρο 22 παρ.1 εδ. α' του ίδιου νόμου, το ΔΣ είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.3 εδ. α' και γ' του ίδιου νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3604/2007), "Επιτρέπεται το καταστατικό [της εταιρίας] να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις [δικές του] εξουσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη.

Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από αποφάσεις του ΔΣ, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους δόθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους". Από τις προηγηθείσες σκέψεις συνάγονται τα ακόλουθα: Α) Η ευθύνη του εργοδότη για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, που επήλθε στον εργαζόμενο συνεπεία εργατικού ατυχήματος, ή στα μέλη της οικογένειας αυτού, σε περίπτωση θανάτου, δεν είναι αντικειμενική, αλλά αδικοπρακτική.

Ως εκ τούτου, προϋποθέτει πταίσμα και, κατά λογική συνέπεια, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πταίσματος και του επελθόντος αποτελέσματος. Β) Σε περίπτωση που ο εργοδότης είναι ανώνυμη εταιρία, η εν λόγω ευθύνη προϋποθέτει πράξη ή παράλειψη του ΔΣ που ενεργεί συλλογικώς ή του οργάνου, το οποίο έχει ορισθεί νομίμως ως υποκατάστατο του ΔΣ και ενεργεί ατομικώς ή κάποιου περαιτέρω υποκατάστατου ή προστηθέντος υπαλλήλου ή τρίτου και Γ) Όπως για την αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας δεν νοείται ευθύνη της εταιρίας αντικειμενική, μη συνδεόμενη δηλαδή με πράξη ή παράλειψη, έτσι δεν νοείται και αντικειμενική ευθύνη των μελών του ΔΣ (ακόμη και των εξ αυτών εκτελεστικών μελών) ή των υποκατάστατων οργάνων ή των προστηθέντων.

Η ευθύνη όλων αυτών προϋποθέτει την επίκληση και απόδειξη πταίσματος. (ΑΠ 370/2018, ΑΠ 472/2018). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 368/2020). Τέλος, όταν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά μία από αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις υπόλοιπες, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 599/2006, ΑΠ 10/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες του βιοτικού συμβάντος, που συγκροτεί τα ένδικο εργατικό ατύχημα: "Ο Σ.

Ν. του Δ. είχε προσληφθεί τον Οκτώβριο του 2001 από την εταιρεία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" με το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΚΑΤ ΑΕ", καθολικός διάδοχος της οποίας ήδη τυγχάνει λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως η εταιρεία "ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ- ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ- ΕΜΠΟΡΙΚΗ- ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε.", όπως τροποποιήθηκε κατόπιν απόφασης της Γενικής της Συνέλευσης η αρχική της επωνυμία "ΑΤΕ ΓΝΩΜΩΝ Α.Ε.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρείχε την εργασία του σε αυτήν ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου.

Η ως άνω εταιρεία (ΕΡΓΟΚΑΤ Α.Ε.) είχε αναλάβει με το από 21-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης έργου από την ανώνυμη εταιρεία "ΚΡΗΤΙΚΑ ΓΚΟΛΦ Α.Ε." την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών στην περιοχή "..." του Δήμου ... και τη διαμόρφωση του χώρου για την κατασκευή γηπέδου γκολφ, για το οποίο είχε εκδοθεί η 430/200 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ηρακλείου και με συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης του έργου την 15-5-2002.

Αμέσως μετά την υπογραφή της σύμβασης η εργολήπτρια εταιρεία προσέλαβε προσωπικό και οργάνωσε την εκτέλεση του έργου. Ως αρμόδιο εργοδηγό προσέλαβε τον τέταρτο εναγόμενο Π. Χ., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η συγκέντρωση των εργαζομένων στο έργο και η κατεύθυνσή τους στις εργασίες εκάστης ημέρας, σύμφωνα με τις εντολές του επιβλέποντος μηχανικού του έργου Β.

Α.. Ο χώρος στον οποίο γινόταν τα έργα κατασκευής του ως άνω γηπέδου ήταν ένα εκτεταμένο εργοτάξιο, στο οποίο είχαν διανοιχθεί και διαμορφωθεί δρόμοι (μικρού ή μεγάλου πλάτους) για την κίνηση των οχημάτων - μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων. Το έδαφος της περιοχής ήταν βραχώδες και δύσκολα προσβάσιμο και οι διαμορφωμένοι δρόμοι ακολουθούσαν τη μορφολογία του εδάφους.

Την 19-7-2002 ο ανωτέρω εργαζόμενος Σ. Ν., ο οποίος εργαζόταν ως οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... τετραξονικού φορτηγού αυτοκινήτου με ανοικτό ανατρεπόμενο αμάξωμα, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES τύπου ... ιδιοκτησίας της εργοδότριας εταιρείας και περί ώρα 19.00 μ.μ. εκφόρτωνε αδρανή υλικά- θραυστή άμμο- στη ζώνη 14 του εργοταξίου.

Στη συγκεκριμένη ζώνη υπήρχε υποτυπώδης διαμόρφωση δρόμου (διέλευσης) ανωμάλου, από τα υλικά εξόρυξης χωρίς συμπύκνωση, με μικρό σχετικό πλάτος με κλίση. Δυτικά του δρόμου αυτού υπήρχε βραχώδες πρανές, σχεδόν κατακόρυφο, βάθους περίπου 11 μέτρων και στη βάση του (πρανούς) υπήρχε ημιδιαμορφωμένο επίπεδο (ζώνη 13) στο οποίο είχε στρωθεί θραυστή άμμος (βλ.

υπ' αριθμ. 1064/8-11-2002 έκθεση ερεύνης των Τεχνικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας Ι. Π. και Α. Δ.). Το ως άνω φορτηγό εκφόρτωνε αδρανή υλικά- άμμο στη ζώνη 14 του εργοταξίου και πίσω από το φορτηγό υπήρχε μηχάνημα (μπουλντόζα) με χειριστή τον εργαζόμενο Φ. Π., το οποίο έστρωνε την άμμο που έριχνε τμηματικά (σε σωρούς) το φορτηγό.

Το φορτηγό είχε ημιανυψωμένο το αμάξωμά του (σηκωμένη την ανατροπή- καρότσα) κινούμενο με μικρή ταχύτητα κατηφορικά προς τη ζώνη 13, αδειάζοντας τμηματικά την άμμο σε σωρούς. Κινούμενο αυτό με ημιανυψωμένο το αμάξωμά του, μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους του προς τα κάτω, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί στη συνέχεια προς τη δεξιά πλευρά του και να καταπέσει από τον υποτυπώδη δρόμο στο ημιδιαμορφωμένο επίπεδο της ζώνης 13 (δυτικά του δρόμου) από ύψος 11 μέτρων.

Κατά την πτώση του το φορτηγό έκανε μια πλήρη περιστροφή και κατέπεσε σε όρθια θέση, αποτέλεσμα δε της πτώσεως αυτής ήταν ο οδηγός, που δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, να βρεθεί λόγω της πρόσκρουσης δύο περίπου μέτρα εκτός του οχήματος (φορτηγού), έχοντας υποστεί πολλαπλές κακώσεις κεφαλής και αυχένα, συνεπεία των οποίων και επήλθε ο θάνατός του (βλ.

υπ' αριθμ. 5119/20-8-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Μ. Μ.). Παρών κατά το ατύχημα ήταν μόνο ο επίσης εργαζόμενος Φ. Π., ηλικίας τότε 22 ετών και χειριστής του μηχανήματος που έστρωνε την άμμο που έριχνε το φορτηγό που οδηγούσε ο θανών, ο οποίος και κατηύθυνε τις ενέργειες του τελευταίου ως προς την εκφόρτωση των υλικών.

Στο συμπέρασμα εξάλλου ότι το φορτηγό άδειαζε τμηματικά το φορτίο του όχι εν στάσει, αλλά εν κινήσει, με μικρή έστω ταχύτητα με ημιανυψωμένο το αμάξωμα, καταλήγουν τόσο ο Μ. Τ., μηχανολόγος, προϊστάμενος της Δ/νσης ΚΤΕΟ Ηρακλείου, στην από 24-9-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε κατόπιν παραγγελίας του Α.Τ.

Χερσονήσου, όσο και οι άνω επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας στην άνω έκθεσή τους, όπου γίνεται αναφορά και στις συνθήκες του ατυχήματος, όπως παραπάνω περιγράφονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο θανών- εργαζόμενος όπως και οι άλλοι εργαζόμενοι στην εργολήπτρια εταιρεία, εργαζόταν καθημερινά από τις 7.30 π.μ.

έως και τις 19.30 μ.μ., με μικρή διακοπή κατά τις μεσημβρινές ώρες λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου και της επαπειλούμενης καταβολής από την εργολήπτρια εταιρεία ποινικών ρητρών, κατά τα προβλεπόμενα στην εργολαβική σύμβαση. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά υπαίτιοι καταρχήν για το προαναφερόμενο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του θανόντα εργαζομένου είναι καταρχήν ο τότε νόμιμος εκπρόσωπου της τότε εργοδότριας εταιρείας "ΕΡΓΟΚΑΤ Α.Ε" Π.

Σ. (πρώτος εναγόμενος) [ήδη αναιρεσείων], αλλά και οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής, μεταξύ των οποίων και ο τέταρτος εναγόμενος εργοδηγός Π. Χ., οι οποίοι από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αποτέλεσμα της πράξης τους. Ειδικότερα η αμέλειά τους συνίσταται στο ότι δεν έλαβαν ο μεν πρώτος Π.

Σ. ως έχων κατά τον ένδικο χρόνο την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντα συμβούλου της εργοδότριας εταιρείας βάσει του νομίμως δημοσιευμένου στο υπ' αριθμ. 8147/4-9-2000 ΦΕΚ (Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών) από 30-6-2000 Πρακτικού Γ.Σ. και Δ.Σ αυτής, ο δε τέταρτος Π. Χ. με την ιδιότητα του προστηθέντος εργοδηγού του έργου, επιφορτισμένου με την εκτέλεση των οδηγιών των μηχανικών και τη συνεχή παρουσία του στο έργο, δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία, ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών, αν και οι εργασίες ήταν πράγματι επικίνδυνες και δεν του είχαν δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για τον ασφαλή τρόπο εκφόρτωσης, ώστε να αποφευχθεί ο πραγματωθείς τελικά κίνδυνος.

Πιο συγκεκριμένα αυτοί παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 32 Ν. 1568/1985, 7 παρ. 1,5 και 6 Π.Δ. 17/1996, 64 και 111 ΠΔ 1073/1981 και 3 Β.Δ. της 28.1/4-2-1938 και τη γενική υποχρέωση προνοίας του άρθρου 662 Α.Κ, ο μεν τέταρτος εξ αυτών εργοδηγός δεν ήταν παρών, ως όφειλε, στο χώρο εκτέλεσης των εργασιών καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εκτέλεσής τους, ο δε πρώτος δεν μερίμνησε ώστε να είναι παρών ο ανωτέρω ορισθείς έμπειρος εργοδηγός, ως όφειλε κατά την εκτέλεση των εργασιών από τον θανόντα, αν και η εργασία εκφόρτωσης ελάμβανε χώρα στο προεκτιθέμενο επικίνδυνο σημείο δίπλα σε πρανές βάθους 11 μέτρων, για να κατευθύνει με τα προσήκοντα σήματα τους χειρισμούς του, και να του υποδείξει να εκφορτώνει όταν ήταν σταματημένος και όχι όταν κινείται με ημιανυψωμένο το αμάξωμα του φορτηγού, αλλά αρκέστηκαν στην παρουσία ενός άπειρου βοηθού χειριστή του Φ.

Π. για να κατευθύνει τον θανόντα στην επικίνδυνη εργασία, ενώ επιπλέον ο πρώτος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας του θανόντος, δεν επόπτευε ο ίδιος ή δια των εντεταλμένων απ' αυτόν προσώπων, την ορθή εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών, ενόψει μάλιστα του μικρού πλάτους και του ανωμάλου του υποτυπώδους δρόμου, όπου εκτελούντο οι εργασίες και του πρανούς βάθους 11 μέτρων που βρισκόταν δίπλα στον ως άνω δρόμο και που καθιστούσαν έτσι το χώρο εργασίας του θανόντος ιδιαίτερα επικίνδυνο.

Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, υπήρχε καθυστέρηση στην πρόοδο των εργασιών στο εργοτάξιο και κατόπιν εντολής της εργολήπτριας εταιρείας, δια του νομίμου εκπροσώπου της, εντατικοποιήθηκε ο ρυθμός των εργασιών σε αυτό, με αποτέλεσμα ο θανών να εργάζεται παράνομα πέραν του νομίμου ωραρίου του από τις 7.30 το πρωί της 19-7-2002 συνεχώς έως τις 19.00 που έλαβε χώρα το ατύχημα, υπό υψηλή θερμοκρασία (36 βαθμούς Κελσίου), γεγονός που συντέλεσε στην αυξημένη κόπωσή του και τη μείωση των αντανακλαστικών του.

Ως προελέχθη η ιδιότητα του πρώτου των εναγομένων, ως νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντος συμβούλου της εργολήπτριας εταιρείας, εργοδότριας του θανόντος, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα προκύπτει από τα από 30-6-2000 πρακτικά της Γ.Σ. και του Δ.Σ. της ανώνυμης αυτής εταιρείας, που έχουν δημοσιευθεί νόμιμα στο τεύχος 8147/4-9-2000 Φ.Ε.Κ. (Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών), σύμφωνα με τα οποία την εργολήπτρια εταιρεία "ΕΡΓΟΚΑΤ Α.Ε.", εκπροσωπούσε ο Π.

Σ. με μόνη την υπογραφή του κάτωθι της εταιρικής επωνυμίας, τον οποίο απόντα ή κωλυόμενο θα αναπλήρωνε ο Πρόεδρος Γ. Δ. ή ο Αντιπρόεδρος Α. Μ., δια μόνης της υπογραφής του ο καθένας. Και ναι μεν με το από 17-5-2001 πρακτικό συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της άνω εταιρείας, το Δ.Σ. αυτής εξουσιοδότησε τον πρόεδρό του Γ.

Δ. να υπογράψει τη σύμβαση για την κατασκευή του έργου "Κατασκευή γηπέδου Γκόλφ- Εργασίες χωματουργικών και υποδομών" με την εταιρεία Κρητικά ΓΚΟΛΦ Α.Ε., την οποία και υπέγραψε εκπροσωπώντας αυτήν, για λογαριασμό της, την 21-5-2001, πλην όμως από τα έγγραφα αυτά ουδόλως προκύπτει ότι ο ίδιος ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος κατά την εκτέλεση του έργου και υπεύθυνος αυτού, καταλύοντας την δημοσιευμένη απόφαση της Γ.Σ και του Δ.Σ.

αυτής και μάλιστα με απόφαση Δ.Σ., για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις δημοσιότητας, με συνέπεια να μην δύναται να προταθεί έναντι τρίτων, της ρηθείσας απόφασης (από 17-5-2001), υπέχουσας θέση εξουσιοδότησης προς υπογραφή της ρηθείσας σύμβασης και μόνο, της ένορκης βεβαίωσης του Γ. Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φ.

Π., μη κρινόμενης πειστικής ως προς το σημείο τούτο.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρείας, αφού στο συγκεκριμένο έργο υπεύθυνος είχε οριστεί κατά τα άνω ο Γ. Δ., τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Άλλωστε και με την 306/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που εκδόθηκε μεταξύ των εδώ εναγόντων και της καθολικής διαδόχου της άνω εταιρείας (ΕΡΓΟΚΑΤ Α.Ε.) ΕΜΠΕΔΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε. (μεταξύ άλλων) ως εναγόμενης και αφορούσε το αυτό ένδικο ατύχημα, κρίθηκε ότι νόμιμος εκπρόσωπος ως καταστατικό όργανο της εργοδότριας εταιρείας ΕΡΓΟΚΑΤ Α.Ε.

το ένδικο χρονικό διάστημα ήταν ο Π. Σ. , σε υπαιτιότητα του οποίου οφειλόταν το ένδικο ατύχημα και παράγει σύμφωνα με το άρθρο 71 Α.Κ. ευθύνη και αυτής της εταιρείας. Και ναι μεν με την υπ' αριθμ. 1492/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο άνω εναγόμενος (πρώτος) κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που αποδόθηκε μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και σε αυτόν, ωστόσο , με την απόφαση αυτή του ποινικού Δικαστηρίου, δεν παράγεται ούτε κατά το άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ., ούτε κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης (ΑΠ 1398/2015, Α.Π. 1364/2011, Εφ.Πειρ.205/2015 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), πλην όμως πλήρως αποδεικνύεται από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία η υπαιτιότητα (υπό τη μορφή της αμέλειας) του πρώτου εναγομένου στο ένδικο ατύχημα, για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους.

Ωστόσο, από τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι και ο ίδιος ο θανών τυγχάνει συνυπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος, κατά μερική παραδοχή του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων που επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για το λόγο ότι εκτελούσε την εκφόρτωση της άμμου κινούμενος με ημιανυψωμένο το ανατρεπόμενο αμάξωμα του φορτηγού που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να έχει μετατοπισμένο προς τα άνω το κέντρο βάρους του φορτηγού, συντελώντας στην ανατροπή του, ενώ όφειλε και μπορούσε ο ίδιος ως έμπειρος οδηγός να προβλέψει ότι η εκφόρτωση κατά τον τρόπο αυτό ήταν δυνατό να επιφέρει την ανατροπή του φορτηγού.

Επιπλέον στο θανατηφόρο αποτέλεσμα συνετέλεσε και το γεγονός ότι δεν φορούσε την υπάρχουσα ζώνη ασφαλείας, η οποία θα τον συγκρατούσε σταθερό εντός του θαλάμου οδήγησης, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και θα περιόριζε την έκταση των τραυμάτων του, αφού παρά τις σοβαρές παραμορφώσεις του θαλάμου....

θα μετριαζόταν η σφοδρότητα των κτυπημάτων που υπέστη από την πτώση του φορτηγού και θα αυξάνονταν οι πιθανότητες να αποφευχθεί το θανατηφόρο αποτέλεσμα, του βαθμού συνυπαιτιότητά του ανερχόμενου σε ποσοστό 50%.".

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, έκρινε ότι ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της εργοδότριας του θανόντος και εργολήπτριας ανώνυμης εταιρείας "ΕΡΓΟΚΑΤ ΑΕ", έχει ατομική ευθύνη σχετικά με την πρόκληση του περιγραφέντος εργατικού ατυχήματος και του κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του εργαζόμενου Σ.

Ν., διότι: α) δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία, ασφάλεια των εργαζομένων στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών, αν και οι εργασίες ήταν επικίνδυνες και δεν του είχε δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για τον ασφαλή τρόπο εκφόρτωσης, ώστε να αποφευχθεί ο πραγματωθείς τελικά κίνδυνος, β) δεν μερίμνησε, ώστε να είναι παρών ο ανωτέρω ορισθείς έμπειρος εργοδηγός, ως όφειλε, για να κατευθύνει με τα προσήκοντα σήματα τους χειρισμούς του θανόντος οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, γ) δεν επόπτευε ο ίδιος ή δια των εντεταλμένων από αυτόν προσώπων την ορθή εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών και δ) κατόπιν εντολής του ιδίου, ως εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας, εντατικοποιήθηκε ο ρυθμός εκτέλεσης των εργασιών, με συνέπεια ο θανών να εργάζεται παράνομα, πέραν του οριζομένου από το άρθρο 3 του β.δ.

της 28.1/4.2.1938, όπως ισχύει κατά τον επίδικο χρόνο, ωραρίου (δηλαδή με ημερήσιο ωράριο από την 07:30 έως την 19:30 ώρα) και μάλιστα υπό συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας (36 βαθμούς Κελσίου) , γεγονός το οποίο, την 19:00 ώρα της 19.7.2002 οπότε συνέβη το ατύχημα, συνετέλεσε στην αυξημένη του κόπωση και στη μείωση των αντανακλαστικών του.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι αυτός, υπό την ιδιότητά του ως διευθύνοντος συμβούλου της εργολήπτριας εταιρείας "ΕΡΓΟΚΑΤ ΑΕ", υπείχε προσωπική ευθύνη για το επισυμβάν εργατικό ατύχημα καθότι:

α) δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία, ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών, αν και οι εργασίες ήταν επικίνδυνες και δεν του είχε δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για τον ασφαλή τρόπο εκφόρτωσης, ώστε να αποφευχθεί ο πραγματωθείς τελικά κίνδυνος, β) δεν μερίμνησε ώστε να είναι παρών ο ανωτέρω ορισθείς έμπειρος εργοδηγός (τέταρτος εναγόμενος) [μη διάδικος στην ανοιγείσα αναιρετική δίκη], ως όφειλε, για να κατευθύνει με τα προσήκοντα σήματα τους χειρισμούς του θανόντος οδηγού του φορτηγού και γ) ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας που εργαζόταν ο θανών, δεν επόπτευε ο ίδιος ή δια των εντεταλμένων από αυτόν προσώπων την ορθή εφαρμογή των κανόνων ασφαλείας στο χώρο που εκτελούσε τις εργασίες εκφόρτωσης ο θανών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 662 του ΑΚ, 32 στοιχ.

Α αριθμ. 1 του ν. 1568/1985 και 7 παρ. 1, 5, 6 του π.δ. 17/1996, για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι με αυτόν ουδόλως πλήττεται και η υπό στοιχείο (δ) επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατόπιν εντολής του ιδίου, ως εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας (υπέχοντος, επομένως, προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη) εντατικοποιήθηκε ο ρυθμός εκτέλεσης των εργασιών στο έργο, όπου απασχολείτο ο θανών ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, λόγω καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου και επαπειλούμενης καταβολής από την εργοδότρια εταιρεία ποινικών ρητρών, με συνέπεια ο θανών να εργάζεται παράνομα, πέραν του οριζομένου από το άρθρο 3 του β.δ/τος της 28.1/14.2.1938 ωραρίου, δηλαδή με ημερήσιο ωράριο από την 7:30 ώρα έως την 19:30 ώρα, και μάλιστα υπό υψηλές θερμοκρασιακές συνθήκες (36 βαθμούς Κελσίου), γεγονός που συνετέλεσε στην αυξημένη κόπωσή του και τη μείωση των αντανακλαστικών του καθ' ο χρόνο συνέβη το ατύχημα (περί ώρα 19:00), η δε ως άνω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης επιστηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναφορικά με την ευθύνη του αναιρεσείοντος κατ' άρθρα 71 εδ.

β και 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης καθενός αποδεικτικού μέσου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1354/2017).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 215/2018, ΑΠ 1354/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: 1) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς του ότι ως καταστατικό όργανο της εργοδότριας του θανόντος είχε φροντίσει να οριστεί στο συγκεκριμένο έργο επιβλέπων μηχανικός και διευθυντής του έργου ο Β.

Α., εργοταξιάρχης ο μηχανικός Ι. Κ. και εργοδηγός ο Π. Χ., για να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας και να φροντίζουν για τη διαρκή τήρησή τους. 2) απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της εργοδότριας εταιρείας, Γ. Δ., που υπέγραψε τη σύμβαση για την ανάληψη του συγκεκριμένου έργου με την εταιρεία "ΚΡΗΤΙΚΑ ΓΚΟΛΦ ΑΕ", είχε ορισθεί και υπεύθυνος για την εποπτεία του έργου αυτού, κρίνοντας τη με επίκληση προσκομισθείσα με αριθμό 8603/13.10.2010 ένορκη βεβαίωση του Γ.

Δ. μη πειστική και 3) αν και βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τη με αριθμό 1492/2010 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης, η οποία εκδόθηκε κατά την εκ νέου εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης μετά τη με αριθμό 1348/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 1477/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης, περιορίστηκε να αναφέρει ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την κρίση του ποινικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης να μην καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερθέντα.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (τελευταία παράγραφος της εμπρόσθιας σελίδας και οπίσθια σελίδα του 11ο φύλλου) ότι " ... από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα απ' αυτά χωριστά, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων ιδίως τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας από την αρμόδια αστυνομική αρχή προανακρίσεως, από την υπ' αριθμ. 8603/13-10-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του εκ των εναγομένων Π.

Σ., Γ. Δ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Π., που λήφθηκε νομότυπα, μετά από προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. υπ' αριθμ.4226/7-10-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Μ. Ρ.) και προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο άνω εναγόμενος, την επισκόπηση των φωτογραφιών που προσκομίζονται και απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και το ζημιωθέν όχημα, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) και από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, που περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις του και λαμβάνονται υπόψη κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν....", σε συνδυασμό αφενός με την αναφορά ότι: "...Ως αρμόδιο εργοδηγό προσέλαβε τον τέταρτο εναγόμενο Π.

Χ., στα καθήκοντα του οποίου ήταν η συγκέντρωση των εργαζομένων στο έργο και η κατεύθυνσή τους στις εργασίες εκάστης ημέρας, σύμφωνα με τις εντολές το επιβλέποντος μηχανικού του έργου Β. Α...." (βλ. εμπρόσθια σελίδα 12ου φύλλου). "...

Συνεπώς ο ισχυρισμός του πρώτου των εναγομένων (δηλαδή του αναιρεσείοντος) ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρείας, αφού στο συγκεκριμένο έργο υπεύθυνος είχε οριστεί κατά τα άνω ο Γ. Δ., τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος..." (βλ. εμπρόσθια σελίδα 15ου φύλλου) και "Και ναι μεν με την υπ' αριθμ. 1492/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ο άνω εναγόμενος (δηλαδή ο αναιρεσείων) κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που αποδόθηκε μεταξύ άλλων κατηγορουμένων και σε αυτόν, ωστόσο με την απόφαση αυτή του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται ούτε κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, ούτε κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεδικασμένο στην πολιτική δίκη..."(βλ. οπίσθια σελίδα 15ου φύλλου), αφετέρου δε από το πλήρες και σαφές (δηλαδή χωρίς κενά και αντιφάσεις) προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του: α)τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο Β. Α. ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο Π. Χ. ήταν ο εργοδηγός, β) τη με αριθμό 8603/13.10.2010 ένορκη βεβαίωση του Γ. Δ. και γ) τη με αριθμό 1492/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974, ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως......... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. σε Ενωσιακό Επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και η διάταξη του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και των λοιπών Διεθνών Συνθηκών συνάγεται ότι το τεκμήριο αθωότητας, διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία με την έννοια ότι σε περίπτωση προσβολής του αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης και ότι δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας -ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επιπρόσθετης "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, σε αντίθεση με την ποινική δίκη της οποίας ο σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, διότι ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας την οποία ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα -ενάγοντα.

Η διαδικασία, δηλαδή, της αστικής δίκης δεν είναι προέκταση της ποινικής διαδικασίας. Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης. Συγκεκριμένα το μέτρο της επιμέλειας δεν είναι το ίδιο στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο.

Σε αντίθεση, δηλαδή, με την ερμηνεία της αμέλειας στο ποινικό δίκαιο, για τη διάγνωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το στοιχείο του "όφειλε" αλλά και το στοιχείο του "ηδύνατο" (το ατομικό δύνασθαι του δράστη), η ερμηνεία της αμέλειας στο αστικό δίκαιο [άρθρο 330 ΑΚ (...) η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές] διαφέρει.

Η αντικειμενικοποίηση αυτή της αμέλειας είναι δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα το ίδιο πρόσωπο να απαλλαγεί από την ποινική ευθύνη, γιατί απουσιάζει το στοιχείο του ατομικού "δύνασθαι" και να καταγνωστεί η ευθύνη του από το πολιτικό δικαστήριο, διότι λ.χ. τα μέτρα ασφαλείας που έλαβε ήταν ανύπαρκτα ή ελλιπή, κρινόμενα με βάση την αντικειμενική αμέλεια και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης.

Ειδικότερα στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διάθεσης και συζήτησης της πολιτικής δίκης και του βάρους επίκλησης και προσκόμισης των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Υπάρχει, επίσης, διαφορά ως προς τα αποδεικτικά μέσα και τη διαφορετική αποδεικτική τους δύναμη στην πολιτική και ποινική δίκη, με το σύστημα της νόμιμης και της ηθικής απόδειξης αντίστοιχα με τις εντεύθεν απορρέουσες συνέπειες, καθώς και τον απαιτούμενο διαφορετικό βαθμό δικανικής πεποίθησης του καθενός δικαστηρίου.

Απαιτείται διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποίθησης για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή του πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση.

Ως εκ τούτου η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική [ΟλΑΠ 4/2020, Ε.Δ.Δ.Α.

απόφαση της 10.12.2020 (αριθμ. προσφ. 44101/13) Ηλίας Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας].

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στους αναιρεσίβλητους, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος δυνάμει της με αριθμό 1492/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης, η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσής του.

Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, αποκλείοντας έτσι την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την κατ' αυτού αγωγή των αναιρεσίβλητων, δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα να παραβιάσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, συνακόλουθα δε η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση, καθόσον ειδικότερα από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τη με αριθμό 1492/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγόμενου τεκμηρίου αθωότητας του ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.

Ενόψει αυτών και ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 12.03.2020 και με αριθμό κατάθεσης 24/09.07.2020 αίτηση αναίρεσης. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων δεν γεννάται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι αναιρεσίβλητοι, που νίκησαν, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα λόγω της ερημοδικίας τους στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.03.2020 και με αριθμό κατάθεσης 24/09.07.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 215/31.7.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ