Supreme Court suspends appeal hearing pending Full Bench ruling on notification content requirements under KED. Article 73 of KED; Article 249 of CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal hearing regarding a public debt notification that lacked specific debt details. The appellant argued the notification was invalid due to missing information, while the state contended the debt could be proven later. The court decided to postpone the decision to avoid conflicting rulings while a Full Bench addresses the critical issue of notification content requirements.
Legislator headnote
AI generatedArticle 73 of KED; Article 249 of CPC: When a notification for public debt execution lacks specific debt details, the court must suspend the appeal to await a Full Bench ruling on whether such omissions invalidate the notification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1519 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1519/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ν. Μ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 187/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/7/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 187/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθ. 14/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε απορρίψει τους από 22-7-2008 προσθέτους λόγους και είχε δεχτεί την από 25-10-2006 ανακοπή του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, Σ. Σ. και είχε ακυρώσει την υπ' αριθ. 2311/2006 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Α' Ιωαννίνων, με την οποία αυτός είχε κληθεί να καταβάλει το ποσό των 31.494,00€. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013, "1.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις.
Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διά της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι' υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων ".
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι κατά το στάδιο πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, δύναται να προσβληθεί εκ μέρους του οφειλέτη με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και η κοινοποιηθείσα προς εκείνον ατομική ειδοποίηση χρεών, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη νομίμου τίτλου, αφού ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του σχετικού ποσού και σκοπό έχει τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη του χρέους του, ούτως ώστε αυτός να μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικά, με την άσκηση ανακοπής ή να προβεί στη ρύθμιση του (ΑΠ 1538/2017, ΑΠ 904/2005, ΕλΣ 47/2010, ΣτΕ 3214/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος στην ένδικη ανακοπή του εξέθετε, ότι επιδόθηκε σ' αυτόν η υπ'αριθ. 2311/2-10-2006 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Α' Ιωαννίνων, με την οποία του γνωστοποιήθηκε, ότι όφειλε να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 31.494,00€, από εκχωρηθείσα σ' αυτό απαίτηση και ζήτησε την ακύρωση της, μεταξύ άλλων λόγων και, διότι είναι αόριστη, αφού δεν αναγράφεται σ' αυτή το είδος του χρέους και συγκεκριμένα η αιτία της απαίτησης, ούτε και από ποιά επιμέρους κονδύλια προκύπτει το βεβαιούμενο ως άνω ποσό, ώστε να αμυνθεί και να ανταποδείξει την αλήθεια.
Το καθού η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε και στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ότι η ατομική ειδοποίηση είναι μη εκτελεστή πράξη και δεν υπόκειται αυτοτελώς στην ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και ζήτησε την απόρριψή της για το λόγο αυτό. Το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ατομική ειδοποίηση προσβάλλεται αυτοτελώς με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ.1 περ.
α του ΚΕΔΕ, πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε, αλλά σαφώς συνομολόγησε ότι η ανακοπή ασκήθηκε πριν από την έναρξη της εκτέλεσης και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ, καθόσον η ατομική ειδοποίηση, έστω και αν δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, συνιστά προπαρασκευαστική της εκτέλεσης πράξη, κατά της οποίας ρητά ο νόμος επιτρέπει την εκ μέρους του οφειλέτη ανακοπή και επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, όπως εκτιμάται από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 19), με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε ότι μπορεί να ασκηθεί ανακοπή του αναιρεσίβλητου, στρεφόμενη μόνο κατά της ατομικής ειδοποίησης, που στερείται εκτελεστότητας, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου ". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013, "1.
Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις.
Η ειδοποίησις αύτη αποστέλλεται προς τον οφειλέτην διά της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας ή δι' υπαλλήλων του Δημοσίου Ταμείου. ... 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψις αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων ".
Τέλος, κατά άρθρο 75 του ίδιου κώδικα " 1. Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος ". Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, όπως έχει προαναφερθεί, ότι κατά το στάδιο πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, δύναται να προσβληθεί εκ μέρους του οφειλέτη με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και η κοινοποιηθείσα προς εκείνον ατομική ειδοποίηση χρεών.
Στη σχετική δίκη, που ανοίγεται με την ανακοπή του άνω άρθρου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Η ατομική ειδοποίηση πρέπει να περιέχει τα στοιχεία, που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ΚΕΔΕ και συγκεκριμένα, πέραν άλλων, στοιχεία σχετικά με το είδος του χρέους και το ποσόν αυτού, προκειμένου ο οφειλέτης να λαμβάνει ασφαλή γνώση και να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του. Η έλλειψη ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της ατομικής ειδοποίησης από τα οριζόμενα στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερόμενα, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής, στην ακύρωσή της, μόνο όμως με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ, το οποίο εφαρμόζεται όχι μόνο επί των αμιγών πράξεων εκτέλεσης, αλλά και επί των προπαρασκευαστικών αυτής πράξεων, όπως είναι η ατομική ειδοποίηση και συγκεκριμένα μόνο, αν η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποίησης (ΑΠ 1538/2017, ΣτΕ 3214/1999).
Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί, ότι βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ατομικής ειδοποίησης (και της ταμειακής βεβαίωσης) συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής (ΑΠ 1538/2017, ΑΠ 1177/2017, ΑΠ 391/2017, ΑΠ 392/2017, ΑΠ 393/2017, ΑΠ 394/2017, ΑΠ 1247/2015, ΑΠ 434/2015, ΑΠ 175/2015, ΑΠ 1898/2014, ΑΠ 2284/2009).
Αντιθέτως, με σειρά άλλων αποφάσεών του ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί ότι, εφόσον στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ' αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016, ΑΠ 340/2017, ΑΠ 341/2017, ΑΠ 342/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: " Μετά την έκδοση της υπ' αριθ.
….9.2006 ταμειακής βεβαίωσης, με την υπ' αριθ. …/02.10.2006 ατομική ειδοποίηση του προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ. Ιωαννίνων, που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα, κλήθηκε αυτός να καταβάλει στο καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο, το ποσό 31.494,00€ με τη φράση κάτω από την ένδειξη είδος φόρου "...", χωρίς άλλη ανάλυση. Υποστηρίζει το εκκαλούν ότι το ποσό αυτό προέρχεται από σύμβαση εκχωρήσεως προς το καθ' ου, απαιτήσεως της τράπεζας με την επωνυμία "...
ΑΕ", κατά του ανακόπτοντος, ως εγγυητή σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, από τον οποίο προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο 32.033.417 δρχ. Δε γίνεται όμως στην εν λόγω ατομική ειδοποίηση κανένας ειδικότερος προσδιορισμός, ούτε της αιτίας της οφειλής, καθορισμός δηλαδή της απαίτησης που εκχωρήθηκε και του εκχωρητή, αλλά και ούτε ειδικότερος καθορισμός του κεφαλαίου και των τυχόν τόκων, νομίμων, συμβατικών ή υπερημερίας ή των τυχόν προσαυξήσεων.
Από την ατελή όμως και αόριστη ως άνω περιγραφή της ένδικης απαιτήσεως, ο ανακόπτων υφίσταται βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία του να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής του και να αποκρούσει αυτήν, η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλον τρόπο, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της αόριστης αυτής ατομικής ειδοποίησης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος προέβαλε, όπως έχει προαναφερθεί, ότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτή το είδος του χρέους και ειδικότερα η αιτία της απαίτησης, ούτε και από ποιά επιμέρους κονδύλια προκύπτει το βεβαιούμενο ποσό, ώστε να αμυνθεί και να ανταποδείξει την αλήθεια.
Το αναιρεσείον ήδη με τους δεύτερο και τρίτο από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους της αίτησης αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, έκρινε ότι η ένδικη ατομική ειδοποίηση δεν περιέχει τα προβλεπόμενα με αυτή στοιχεία και ότι από την αόριστη αυτή περιγραφή ο αναιρεσίβλητος υφίσταται βλάβη, ως στερούμενος της δυνατότητας λυσιτελούς άμυνας, προβάλλοντας ειδικότερα, ότι η ατομική ειδοποίηση περιείχε τα στοιχεία, που προβλέπει η άνω διάταξη σχετικά με το είδος του χρέους, αφού αναφερόταν σ' αυτή, ότι επρόκειτο περί εκχώρησης απαίτησης ποσού 31.494,00€ και σε κάθε περίπτωση η οποιαδήποτε έλλειψη μπορούσε να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου της υπόθεσης και συγκεκριμένα από τον υπ' αριθ. 33/2006 χρηματικό κατάλογο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προς τη ΔΟΥ Ιωαννίνων, την από 31-7-2006 τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης χρέους, τη σύμβαση εκχώρησης και τα λοιπά στοιχεία αυτού, που αποτελούσαν το νόμιμο τίτλο και μπορούσε να λάβει γνώση ο αναιρεσίβλητος, ώστε να πληροφορηθεί με κάθε λεπτομέρεια το είδος, την αιτία και το ποσό του επιδίκου χρέους, με αποτέλεσμα η επικαλούμενη αοριστία να μην επιφέρει βλάβη στα περιουσιακά και δικονομικά συμφέροντά του, η οποία να μη μπορεί να επανορθωθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της ατομικής ειδοποίησης, ότι τους ισχυρισμούς του αυτούς, που προέβαλε πρωτόδικα, προσκομίζοντας με επίκληση και τα σχετικά έγγραφα και επανέφερε με λόγο έφεσης, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και σε κάθε περίπτωση τους απέρριψε χωρίς αιτιολογία, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της πρόκλησης βλάβης στον αναιρεσίβλητο.
Ερευνητέο στο πλαίσιο των άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης είναι το ζήτημα, κατά πόσον, όταν η ατομική ειδοποίηση, που επιδίδεται στον οφειλέτη του Δημοσίου, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ στοιχεία και ειδικότερα το είδος του χρέους, ήτοι την αιτία της οφειλής, για να κριθεί ορισμένη και να απορριφθεί η κατ' αυτής ασκούμενη από τον οφειλέτη ανακοπή για ακύρωσή της, αρκεί το Δημόσιο να προσκομίσει τα έγγραφα του νομίμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οπότε παρέχεται στον οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής στη σχετική δίκη και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της, ή αντιθέτως πρέπει τα στοιχεία αυτά να γνωστοποιούνται σ' αυτόν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής εκ μέρους του, αλλά και από το δικαστήριο, στην περίπτωση που αμφισβητήσει το ποσό αυτό με ανακοπή.
Το ίδιο ζήτημα χαρακτηρίστηκε εξαιρετικής σημασίας και έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 251/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού, όπου και εκκρεμεί, ενόψει των διαφορετικών αποφάσεων, που έχουν εκδοθεί μέχρι τώρα από τον Άρειο Πάγο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί των παραπάνω δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 8-7-2016 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 187/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 251/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ