1519/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1519/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1519 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1519/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 64/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τράπεζας ... Ανώνυμη Εταιρεία, πρώην ... ... Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. χήρας Ι., το γένος Γ. Κ., 2) Α. Κ. του Ι. και 3) Θ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μήλλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2008 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Ι. Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1352/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6007/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του Α.Κ., 116 και 933 Κ.Πολ.Δ., 20 και 25 παρ.3 του Συντάγματος συνάγεται, ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί, και η δι’ αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, ώστε λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ, μπορεί να αποτελέσει και η πρόδηλη αντίθεση της διενέργειας της αναγκαστικής εκτελέσεως προς το άρθρο 281 Α.Κ., που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος (ΑΠ 1077/2015).
Όπως προκύπτει δε από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό και με αυτή του άρθρου 951 παρ.2 ΚΠολΔ, μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να κριθεί ως καταχρηστική η κατάσχεση από το δανειστή περισσότερων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, όταν είναι περισσότερο από προφανές, ότι οι αξιώσεις του θα ικανοποιηθούν στο σύνολο τους από την κατάσχεση ενός και μόνον περιουσιακού του στοιχείου (ΑΠ 551/2005, 73/1999).
Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ6/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η καθής η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση, κατάρτισε με τον ανακόπτοντα- εκκαλούντα (στην θέση του οποίου είχαν ήδη ,κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου υπεισέλθει λόγω του θανάτου του οι μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήδη αναιρεσίβλητες), που ήταν πολιτικός μηχανικός, εργολήπτης δημοσίων και ιδιωτικών έργων, την υπ’ αριθμ. ....1.1994 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στην οποία συμβλήθηκε ο ανακόπτων ως πιστούχος και η σύζυγος του Κ.
Κ., ως εγγυήτρια. Η σύμβαση αυτή λειτούργησε μέχρι την 15.3.1994, οπότε καταγγέλθηκε από την πιο πάνω δανείστρια τράπεζα, με χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του πιστούχου-ανακόπτοντος, κατά το κλείσιμο του τηρηθέντος για την εξυπηρέτηση της πίστωσης σχετικού ενιαίου λογαριασμού στις 15.11.1995 ποσού 75.172.317 δραχμών, μετά τη γνωστοποίηση του οποίου (καταλοίπου) στον ανακόπτοντα και την ως άνω εγγυήτρια, εκδόθηκε με αίτηση της δανείστριας τράπεζας και δικαιοπαρόχου της καθής-εφεσίβλητης η υπ.αρ. .../1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με αυτήν διατάχθηκαν ο ανακόπτων-εκκαλών και η ανωτέρω εγγυήτρια να καταβάλουν στην προαναφερόμενη τράπεζα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό του καταλοίπου 75.172.317 δραχμών, νομιμοτόκως από τις 16.11.1995 (επομένη του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού), πλέον ΕΦΤΕ 4% επί του ποσού των τόκων. Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής οι οφειλέτες (ανακόπτων-εκκαλών και εγγυήτρια) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10.6.1996 ανακοπή με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της, κατ’ άρ. 632 ΚΠολΔ).
Η ανακοπή αυτή, με την οποία είχε αμφισβητηθεί και η ως άνω απαίτηση, απορρίφθηκε τελεσίδικα κατ’ ουσίαν με την υπ.αρ. 6125/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύτηκε στις 19.7.2001 και έτσι υφίσταται δεδικασμένο ως προς την ανωτέρω απαίτηση. Ακολούθως, η καθής-εφεσίβλητη τράπεζα, μετά την ισχύ του ν. 2789/2000, με την από 22.1.2003 δήλωση της προς τον ανακόπτοντα-εκκαλούντα επανακαθόρισε την πιο πάνω απαίτηση της, που ενσωματώνεται στον προαναφερόμενο εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001.0 ανακόπτων-εκκαλών αμφισβήτησε τον επανακαθορισμό της οφειλής του από την καθής τράπεζα και επικαλούμενος ότι η απαίτηση της τελευταίας με την πιο πάνω μονομερή πράξη κατέστη αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, άσκησε ανακοπή του άρ. 933 ΚΠολΔ στα πλαίσια εκκρεμούς διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία έγινε δεκτή πρωτόδικα, αλλά απορρίφθηκε τελεσίδικα με τη με αριθμό 6200/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Ακολούθως, ο ανακόπτων, μετά την ισχύ του ν. 3259/2004, με την από 18.10.2004 αίτηση του προς την καθής, ζήτησε τον επανακαθορισμό της ήδη τελεσίδικα κριθείσας οφειλής του. Η καθής- εφεσίβλητη, με την από 14.1.2005 έγγραφη δήλωση της, του γνωστοποίησε ότι επανακαθορίζει και περιορίζει το ύψος της απαίτησης της (που στις 4.8.2004 ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 574.057,70 ευρώ, εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας), κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο τριπλάσιο του κατάλοιπου κατά την τελευταία εκταμίευση, η οποία έγινε στις 21.2.1995 ποσού 176.035,47 ευρώ, μετά την αφαίρεση του ποσού των 29,41 ευρώ της μοναδικής καταβολής του ανακόπτοντος, δηλαδή στο ποσό των (176.035,47 Χ 3 = 528.106,41 - 29,41=) 528.077 ευρώ.
Παράλληλα, η καθής ρύθμισε τον τρόπο εξόφλησης του πιο πάνω χρέους του ανακόπτοντος σε επτά έτη, αρχής γενομένης από 4.8.2004 μέχρι 4.8.2011, με διετή περίοδο χάριτος (από 4.8.2004 μέχρι 4.8.2006), έντοκα με επιτόκιο 6,85% καθόλη τη διάρκεια της ρύθμισης και όρισε ότι το συνολικό ποσό της οφειλής έπρεπε να καταβληθεί σε έντεκα ισόποσες τοκοχρεωλυτικές εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 65.093,19 ευρώ η καθεμία, αρχής γενομένης από 4.8.2006 και τελευταίας καταβολής στις 4.8.2011.
Τον πιο πάνω καθορισμό της οφειλής του ο ανακόπτων δεν αμφισβήτησε. Ακολούθως, η καθής τραπεζική εταιρεία, ενόψει ότι ο ανακόπτων-εκκαλών δεν της είχε καταβάλει καμιά από τις προαναφερόμενες εξαμηνιαίες δόσεις της οφειλής του, όπως είχαν επανακαθοριστεί δυνάμει του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η πρώτη από τις οποίες μάλιστα έπρεπε να καταβληθεί στις 4.8.2006, του επέδωσε στις 24.1.2008 την από 18.1.2008 επιταγή προς πληρωμή κάτω από επικυρωμένο αντίγραφο από απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό .../1996 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τον επέτασσε να της καταβάλει το ποσό των 528.077 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 5.8.2004 έως και 4.8.2006 με επιτόκιο 6,85% και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων και από 5.8.2006 και εξής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων, μέχρι την εξόφληση, αναφέροντας ότι ο προσδιορισμός της οφειλής του ανακόπτοντος στο πιο πάνω ποσό, που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν.3259/2004, του είχε προηγουμένως γνωστοποιηθεί.
Με βάση την πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή επισπεύστηκε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος- εκκαλούντος, και ειδικότερα εκδόθηκε η με αριθμό .../11-6-2008 τρίτη (Γ) επαναληπτική περίληψη αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου (ποσοστού κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου) του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Τ. με βάση την με αριθμό .../2003 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού που δεν διενεργήθηκε της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π.. Επίσης, ενόψει ότι ούτε η εγγυήτρια Κ. Κ. (σύζυγος του ανακόπτοντος-εκκαλούντος) είχε καταβάλει τις προαναφερόμενες εξαμηνιαίες δόσεις της ανωτέρω οφειλής, επισπεύστηκε από την καθής αναγκαστική εκτέλεση και σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας, εκδοθείσας της με αριθμό .../2.10.2008 δεύτερης (Β’ ) επαναληπτικής περίληψης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου (ποσοστού κυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου) του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Τ. με βάση την με αριθμό .../2003 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού που δεν διενεργήθηκε της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π.. Το κατασχεθεν από την καθής ακίνητο προς ικανοποίηση της ένδικης απαίτησης της ανήκει κατά συγκυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου στον ανακόπτοντα και στην εγγυήτρια σύζυγο του Κ. Κ., βρίσκεται στο κέντρο του ...
επί της οδού ..., αποτελείται από τρεις ορόφους (μαιζονέτα), συνολικού εμβαδού 307,50 τ.μ., και η συνολική αγοραία αξία του ανερχόταν κατά τον επίδικο χρόνο (2008) τουλάχιστον στο ποσό του 1.776.850 ευρώ, σύμφωνα με την προσαγόμενη μετ’ επικλήσεως έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου του αρχιτέκτονος μηχανικού Κ. Μ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθής και ήδη εφεσίβλητη επισπεύδουσα τράπεζα με σκοπό την ικανοποίηση της παραπάνω απαιτήσεως της, χωρίς προηγουμένως να προβεί σε άρση της κατά τα ως άνω επιβληθείσας κατασχέσεως επί του ανωτέρω ποσοστού ακινήτου του ανακόπτοντος - πρωτοφειλέτη και της συζύγου του Κ.
Κ. - εγγυήτριας αντίστοιχα, κατάσχεσε αναγκαστικά στις 20.11.2008 με το από 18.11.2008 κατασχετήριο έγγραφο εις χείρας τρίτου, ήτοι της εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε.", και απαίτηση του καθού η εκτέλεση - ανακόπτοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της ανωτέρω εταιρείας μέχρι του ποσού των 784.918,66 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την υπ.
αρ. ...-11-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.Τ.. Εν συνεχεία δε η καθής - εφεσίβλητη, και δη στις 27.11.2008 κοινοποίησε το ίδιο παραπάνω κατασχετήριο έγγραφο και προς τον ανακόπτοντα-εκκαλούντα, σύμφωνα με την υπ.αρ. ...-11-08 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η άσκηση του δικαιώματος της καθής ήταν καταχρηστική, διότι για την ικανοποίηση απαίτησης ποσού 528.077 ευρώ επέσπευσε αφενός μεν τον πλειστηριασμό του ανωτέρω ακινήτου αφετέρου δε την επίδικη κατάσχεση απαίτησης του ανακόπτοντος εις χείρας τρίτου, δοθέντος ότι η αξία των κατασχεθέντων (ήτοι του ακινήτου και της απαιτήσεως) είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το ως άνω ποσό της απαίτησης της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι αυτή (καθής-εφεσίβλητη) δεν επικαλείται αναγγελία απαιτήσεων άλλων δανειστών του ανακόπτοντος-εκκαλούντος.
Πράγματι, η συμπεριφορά της καθής - εφεσίβλητης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 281 ΑΚ,.... Τούτο, διότι, υπάρχει προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στο εκτελούμενο ανωτέρω χρέος και στις ως άνω επιβληθείσες κατασχέσεις, για την ικανοποίηση του οποίου (χρέους) κατασχέθηκε ακίνητο πραγματικής αξίας τουλάχιστον 1.776.850 ευρώ και χρηματική απαίτηση του καθού-ανακόπτοντος εις χείρας του "Ο.Τ.Ε.
Α.Ε." ποσού των 784.918,66 ευρώ. Παρέπεται δε ότι η άσκηση από την εφεσίβλητη-καθής του δικαιώματος της να κατάσχει, εκτός του πολλαπλάσιας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου σε σχέση με την απαίτηση της, και την ανωτέρω χρηματική απαίτηση του εκκαλούντος-ανακόπτοντος εις χείρας του "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, διότι η από 18.11.2008 εκ μέρους της αναγκαστική κατάσχεση και απαίτησης ποσού 784.918,66 ευρώ του ανακόπτοντος εις χείρας τρίτου εμφανίζεται σαν μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα που υπερβαίνει τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας, συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι’ αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθής, μέσω της κατάσχεσης και εκπλειστηρίασης του μείζονος αξίας κατασχεθέντος ακινήτου του και της κατάσχεσης της ανωτέρω χρηματικής απαίτησης, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ακολούθως αφού έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δέχθηκε ότι η επιβληθείσα από 18.11.2008 αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης του ανακόπτοντος εις χείρας τρίτου, μέχρι του ποσού των 784.918,66 ευρώ αντίκειται στην διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, την ακύρωσε.
Έτσι όμως που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον περιέλαβε στην ελάσσονα πρότασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281ΑΚ. Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από τις οποίες θα μπορούσε να εξαχθεί ασφαλής κρίση για το αν στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι περισσότερο από προφανές ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας θα ικανοποιείτο στο σύνολο της μόνο από την κατάσχεση του 34 εξ αδιαιρέτου του ήδη κατασχεθέντος ακινήτου του οφειλέτη της, δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να είναι καταχρηστική η ακυρωθείσα μεταγενέστερη κατάσχεση, είναι ανεπαρκείς και ασαφείς, διότι: 1)από την παραδοχή της ότι η επιταγή προς εκτέλεση που του κοινοποίησε στις 24-1-2008 με την οποία τον επέτασσε να της καταβάλει το ποσό των 528.077 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 5-8-2004 έως και 4-8-2006 με επιτόκιο 6,85% και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων και από 5-8-2006 και εφεξής με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την εξόφληση, σε σχέση με αυτή, ότι στις 20-11-2008 επιβλήθηκε δεύτερη αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου μέχρι του ποσού των 784.918,66 την οποία ακύρωσε ως καταχρηστική, δημιουργείται ασάφεια για το ύψος της απαίτησης που θεώρησε ότι μπορούσε να ικανοποιηθεί από την κατάσχεση του "πολλαπλάσιας αξίας" ακινήτου του οφειλέτη της, αν δηλαδή ήταν 528.077 ευρώ ή 789.918,66 ευρώ, στην οποία πράγματι με τους τόκους είχε ανέλθει κατά την επιβολή της δεύτερης κατάσχεσης, 2)Με την παραδοχή, ότι η συνολική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του οφειλέτη της ανερχόταν κατά τον επίδικο χρόνο τουλάχιστον στο ποσό του 1.776.850 ευρώ, σε σχέση με αυτή, ότι η αξία του είναι δυσανάλογα μεγάλη και πολλαπλάσια σε σχέση με την απαίτηση της αναιρεσείουσας, καθίσταται ασαφές αν προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτή έλαβε υπόψη τη συνολική αξία του ακινήτου, ή το ήμισυ αυτής, ήτοι το ποσό των 888.425 ευρώ, το οποίο μόνο ανήκε στον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων και είχε κατασχεθεί με την προηγούμενη κατάσχεση, 3)Αναφέρει μεν την αγοραία αξία του κατασχεθέντος ακινήτου, δεν περιέχει όμως παραδοχή για την εκτιμηθείσα από τον δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α.
Τ. αξία του, κατά την τρίτη ανεπιτυχή προσπάθεια αναγκαστικού πλειστηριασμού αυτού, για την οποία "εκδόθηκε η με αριθμό .../11-6-2008 Τρίτη (Γ) επαναληπτική περίληψη αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου(ποσοστού κυριότητας 34 εξ αδιαιρέτου"του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή, ώστε να μπορεί να κριθεί ότι ήταν περισσότερο από προφανές ότι η κατάσχεση αυτού μπορούσε να ικανοποιήσει στο σύνολο της την απαίτηση της αναίρεσε ίου σας και 4)περιέχει παραδοχή για το ότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα αναγγελία απαιτήσεων άλλων δανειστών ,όχι όμως και ότι δεν υπήρχαν άλλες τέτοιες απαιτήσεις, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτές θα μπορούσαν να αναγγελθούν κατά το τότε ισχύον άρθρο 972παρ.2ΚΠολΔ/εντός δεκαπέντε ημερών από την διεξαγωγή του πλειστηριασμού.
Επομένως είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους, κατ’ εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.19 (και όχι και 1) ΚΠολΔ.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω ,πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου λόγου της, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά της έξοδα (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6007/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ