Legislator Case Law & Legislation
1519/2014 AI generated

Supreme Court dismisses Unilever's appeal against Athens Court of Appeal's trademark infringement ruling regarding Chlorine mark.

Case Number 1519/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Unilever N.V. and its Greek subsidiary against the Athens Court of Appeal's decision of 2889/2012. The appellants argued that the respondent's use of the 'Chlorine' mark caused consumer confusion and that the mark was registrable, while the respondent contended its use was merely descriptive and not a trademark. The court rejected these claims, ruling that the respondent did not use the mark as a trademark and that the lower court correctly excluded the possibility of the marks being deemed generic under the relevant law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 KPolD; Art. 32 of Law 2239/1994; The court held that a lower court's finding that a defendant did not use a descriptive term as a trademark precludes an appellate court from re-examining the genericness of the plaintiff's marks under the same legal framework.

Keywords

AI generated
trademark infringement consumer confusion generic name appeal procedure Chlorine mark KPolD legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 32 of Law 2239/1994
Art. 17 of Law 2239/1994
Art. 495 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 189 KPolD
Art. 191 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1519/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "UNILEVER N.V", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ - UNILEVER HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ-ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ-ΤΡΟΦΙΜΩΝ", που εδρεύει στο ..., πρότερον με την επωνυμία "LIPOMA ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", καθολική διάδοχος, λόγω διασπάσεως, της εδρευούσης στο ... εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ- UNILEVER HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ", πρότερον με την επωνυμία "UNILEVER HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ", νομίμως εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αθανάσιο Μασούλα και Δημήτριο Τζουγανάτο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "COLGATE-PALMOLINE (HELLAS) ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ευάγγελο Τριανταφύλλου και Νικόλαο Χρηστάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Φεβρουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5561/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή, 9004/2006 παρεμπίπτουσα και 153/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1253/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (153/2008) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2889/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 28 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2889/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία ύστερα από την υπ' αριθ. 1253/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 153/2008 απόφαση του ίδιου Εφετείου. Με την απόφαση αυτή και σε συνέχεια της υπ' αριθ. 9004/2006 παρεμπίπτουσας απόφασης του αυτού Εφετείου, έγινε δεκτή η από 20.3.2006 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφανίστηκε η οριστική υπ' αριθ. 5561/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την από 4.2.2004 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας και της συνενάγουσας μ' αυτή εταιρείας με την επωνυμία "UNILEVER HELLAS Α.Ε.Β.Ε.

ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ και ΤΡΟΦΙΜΩΝ", διάδοχος της οποίας είναι η δεύτερη ήδη αναιρεσείουσα, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή, με την οποία οι ενάγουσες, ισχυριζόμενες ότι είναι δικαιούχος η πρώτη και αδειούχος χρήσης του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ η δεύτερη και ότι η αναιρεσίβλητη χρησιμοποιεί αυθαίρετα και υπό συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού το σήμα τους αυτό και διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων τους σε όμοια με τα δικά τους προϊόντα, προκαλώντας σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ζήτησαν να απαγορευθεί στην αναιρεσίβλητη η χρήση του ως άνω σήματός τους, καθώς και η χρήση του συνοδευτικού του σήματός τους διαφημιστικού μηνύματος (slogan) "ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ - ΛΕΥΚΑΙΝΕΙ - ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΕΙ", να κατασχεθούν δε τα προϊόντα και κάθε υλικό που φέρει παράνομα το σήμα τους ή το ως άνω διαφημιστικό μήνυμα.

Ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εξαφανίστηκε εκ νέου η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε και πάλι η ένδικη αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρ. 1§1 του ν. 2239/1994 "περί σημάτων", που αποτελεί ενσωμάτωση κατά βάση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, θεωρείται σήμα κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή (και) τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.

Συνεπώς κυρίαρχο στοιχείο στην έννοια του σήματος είναι η διακριτική δύναμη, που οφείλει να έχει το σήμα προκειμένου να γίνει δεκτό και να καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο σημάτων κατά το άρθρ. 14 του ίδιου νόμου. Το σήμα, δηλαδή, οφείλει πρωταρχικά να επιτελεί διακριτική λειτουργία, με την οποία στενά συνδεδεμένη είναι η λειτουργία προέλευσης που ακολούθως αναπτύσσει, έτσι ώστε τα σηματοδοτούμενα προϊόντα ή υπηρεσίες να εμφανίζονται πλέον ως προϊόντα ή υπηρεσίες συγκεκριμένης επιχείρησης και να αποφεύγεται αντίστοιχα ο κίνδυνος σύγχυσης με άλλη επιχείρηση, είτε αυτός αφορά την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών είτε την ταυτότητα των επιχειρήσεων ως προς τους φορείς τους ή ως προς την ύπαρξη μεταξύ τους οργανωτικής σχέσης ή οικονομικής συνεργασίας.

Κατά την έννοια αυτή ο κίνδυνος σύγχυσης, δηλαδή παραπλάνησης υπολογίσιμου μέρους του καταναλωτικού κοινού, ανάγεται σε κεντρική ιδέα για την παραδοχή, αλλά και για την προστασία του σήματος, αφού κατά μεν το άρθρ. 4§1εδ(β) του ν. 2239/1994, σήμα δεν γίνεται δεκτό εάν, λόγω της ταυτότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού (λόγος σχετικού απαραδέκτου), κατά δε το άρθρ. 18§3 του ίδιου νόμου, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημεία, τα οποία αποτελούν παραποίηση ή απομίμηση του σήματός του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παραπάνω άρθρ. 4§1.

Μολονότι έτσι δεν γίνεται ως προς την προστασία του σήματος ευθεία αναφορά στην ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, όπως αντίθετα γίνεται με το άρθρ. 5§1 της Οδηγίας 89/104/ ΕΟΚ, ωστόσο με παραπομπή στο ως άνω άρθρ. 4§1 του ν. 2239/1994 ο κίνδυνος αυτός, στο μέτρο που αποτελεί λόγο απαραδέκτου για την καταχώρηση σήματος, ανάγεται αντίστροφα σε προϋπόθεση για την προστασία υφιστάμενου σήματος.

Αναφορά στον κίνδυνο σύγχυσης δεν γίνεται και στην περίπτωση της λεγόμενης διπλής ταυτότητας μεταξύ σημείων (ενδείξεων) και προϊόντων ή υπηρεσιών, που αποτελεί επίσης λόγο σχετικού απαράδεκτου για την καταχώρηση σημείου ως σήματος και κατ' επέκταση προστασίας υφιστάμενου σήματος, αφού το άρθρ. 4§1(α) του ν. 2239/1994 ορίζει σχετικά ότι σημείο δεν γίνεται δεκτό προς καταχώρηση, εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα, ενώ αντίστοιχα και το άρθρ. 5§1(α) της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας ορίζει ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί.

Ωστόσο η παράλειψη αυτή δεν σημαίνει αντίστοιχη απεξάρτηση από τον κίνδυνο σύγχυσης, αλλά αντίθετα στην περίπτωση της διπλής ταυτότητας ο κίνδυνος αυτός είναι δεδομένος κατά την αντίληψη του νομοθέτη και τεκμαίρεται αμάχητα ως απόλυτος κίνδυνος, που συνεπάγεται απόλυτη προστασία κατά το Προοίμιο, σκέψη 10, της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ (ΔΕΚ 20.3.2003, LJT Diffusion S.A., C-291/00, σκέψεις 50 και 51, Συλλ 2003 Ι-2799, ΑΠ 1477/ 2011, 344/2013).

Πανομοιότυπο κατά την ορολογία της Κοινοτικής Οδηγίας είναι το σημείο που αναπαράγει χωρίς τροποποίηση ή προσθήκη όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το σήμα ή όταν θεωρούμενο αυτό στο σύνολό του παρουσιάζει διαφορές τόσο αμελητέες, ώστε να περνούν απαρατήρητες από το μέσο καταναλωτή. Αντίστοιχα κατά την ορολογία του ν. 2239/1994 παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη μεν προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως, λόγω της οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης που προκαλεί η όλη παράσταση, είναι δυνατόν, ανεξάρτητα από επί μέρους ομοιότητες και διαφορές, να προκαλέσει σύγχυση στο κοινό με μέτρο τον μέσο άπειρο και όχι εξειδικευμένο χρήστη (ΑΠ 1227/2008, 1660/2008).

Έτσι και στην περίπτωση σύνθετου σήματος, δηλαδή που αποτελείται από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή όχι απομίμησής του είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα σήματα στο μέσο, μη έμπειρο, καταναλωτή. Συνήθως στα σύνθετα σήματα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό της συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι τελικά το εικαστικό μέρος, όπως συμβαίνει όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με τη δικαιούχο του σήματος επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ήδη ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, οπότε υφίσταται για τους καταναλωτές ο κίνδυνος συνειρμικής μ' αυτή συσχέτισης κάθε όμοιας απεικόνισης.

Μάλιστα όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή της απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1030/2008). Εξ άλλου κατά τα άρθρ. 2 και 18§1 του ν. 2239/1994 η καταχώρηση του σήματος παρέχει έκτοτε στο σηματούχο το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης του και ιδίως, κατά την ενδεικτική αναφορά του νόμου, δικαιούται αυτός να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα ή εμπορεύματα και στις υπηρεσίες που προορίζεται να διακρίνει, στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις και έντυπο υλικό, καθώς και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.

Ως χρήση του σήματος κατά την παρ. 2(α) του αυτού άρθρ. 18 του ν. 2239/1994 θεωρείται και αυτή που γίνεται υπό μορφή που διαφέρει ως προς τα στοιχεία του, τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν το διακριτικό χαρακτήρα του. Όρια στο απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σήματος θέτει το άρθρ. 20 του ν. 2239/1994, ορίζοντας στην παρ. 1 και σε αντιστοιχία με το άρθρ. 6§1 της Κοινοτικής Οδηγίας, ότι το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά, με την επιφύλαξη όμως ότι η χρήση πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως δεν πρέπει να γίνεται εν είδει σήματος.

Οι εισαγόμενοι ως άνω περιορισμοί στο δικαίωμα χρήσης του σήματος, που αναλογικά ισχύουν και στα διακριτικά γνωρίσματα του άρθρ. 13 του ν. 146/1914, είναι αναγκαστικού δικαίου και εξυπηρετούν είτε το ατομικό συμφέρον των ανταγωνιστών είτε το γενικό συμφέρον που επιβάλλει να μην αποκλεισθούν ορισμένες ενδείξεις από τη χρήση τρίτων κατά την κυκλοφορία των αγαθών ή υπηρεσιών με στόχο τη διαμόρφωση συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού (ΑΠ 330/2007, 571/2011).

Η ρύθμιση αποτελεί συνέχεια της ρύθμισης του άρθρ. 3§1(γ) του ν. 2239/1994, που καθιστά απαράδεκτες ως σήμα τις ίδιες περιγραφικές ενδείξεις, ορίζοντας ότι δεν καταχωρούνται ως σήμα όσα συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, των ιδιοτήτων, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους.

Δηλαδή ναι μεν απαγορεύεται η καταχώρηση ως σήματος των ως άνω περιγραφικών ενδείξεων, όμως εξασφαλίζεται παράλληλα η χρήση τους από τους τρίτους, αν αυτές γίνουν τελικά δεκτές και καταχωρηθούν ως σήμα στο πλαίσιο της δυνατότητας που παρέχεται από την παρ. 3 του ίδιου άρθρ. 3 του ν. 2239/1994, κατά την οποία οι ενδείξεις αυτές μπορούν, κατά παρέκκλιση, να γίνουν δεκτές ως σήμα, εφόσον μέχρι την τελευταία συζήτηση για την παραδοχή τους ως σήματος απέκτησαν διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης τους (ΔΕΚ 25.1.2007, OPEL, C-48/2005, σκέψη 42, Συλλ 2007 Ι-01017).

Ειδικότερα η χρήση του ίδιου του σήματος από τρίτους επιτρέπεται, αν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, δηλαδή πρέπει η χρήση του σήματος να δηλώνει οπωσδήποτε σε τι κατά τον προορισμό του προϊόντος ή της υπηρεσίας αποβλέπει η χρήση τους, να είναι δε η δήλωση αυτή το αναγκαίο όσο και μοναδικό μέσο για την άμεση και πλήρη ενημέρωση του κοινού (ΔΕΚ 23.2.1999, BMW, C-63/1997, σκέψεις 58-60, Συλλ 1999 Ι-905, ΔΕΚ 25.10.2001, Toshiba, C-112/1999, σκέψη 34, Συλλ 2001 Ι-7945), έστω και αν έτσι δηλώνεται παράλληλα το είδος του προϊόντος ή της παρεχόμενης υπηρεσίας ή γίνεται αναφορά σε άλλες ενδείξεις, αρκεί η χρήση του σήματος να μην είναι αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο (ΔΕΚ 7.1.2004, Gerolsteiner Brunnen, C-100/2002, σκέψη 24, Συλλ 2004 Ι-691, ΔΕΚ 16.9.2004, Anheuser Busch Inc, C-245/2002, σκέψεις 82, 83, Συλλ 2004 Ι-10989, ΔΕΚ 17.3.2005, Gillette, C-228/2003, σκέψεις 43 - 45, Συλλ 2005 Ι-2337) και να μη γίνεται εν είδει σήματος, που σημαίνει ότι η χρήση του δεν θα πρέπει να ταυτίζει ή να συνδέει αυτόν που το χρησιμοποιεί με το δικαιούχο του σήματος, θίγοντας παράλληλα την αξία του, όπως προπάντων συμβαίνει όταν οι τρίτοι αντλούν από τη χρήση του ξένου σήματος αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του ή προκαλούν με τη χρήση του σήματος τη δυσφήμηση ή την υποτίμησή του.

Συνεπώς δεν αποτελεί νόμιμη χρήση του σήματος αυτή που γίνεται από τρίτους για να δηλωθεί μόνον το είδος (ΑΠ 1477/2011, 344/2013) και όχι ο προορισμός ή και ο προορισμός του προϊόντος ή της υπηρεσίας, αν και στην πραγματικότητα τα δυο στοιχεία ενδέχεται να επικαλύπτονται με την έννοια ότι το είδος του προϊόντος ή της υπηρεσίας δηλώνει και τον προορισμό τους και αντιστρόφως.

Κατά τα λοιπά η επίκληση των όρων εφαρμογής του άρθρ. 20§1 του ν. 2239/1994 θεμελιώνει ένσταση καταλυτική των προβαλλόμενων από το άρθρ. 26 του νόμου αυτού αξιώσεων του σηματούχου, οι οποίες με τις προϋποθέσεις του άρθρ. 16 του ίδιου νόμου ανήκουν και στον αδειούχο χρήσης σήματος. Η βασιμότητα της ένστασης αίρει μεν τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής του σήματος, δεν αποκλείονται όμως άλλες αξιώσεις, όπως αυτές από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, εφόσον συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, στο πλαίσιο του οποίου η έννοια των χρηστών ηθών είναι πάντως στενότερη από αυτή του άρθρ. 20§1 του ν. 2239/1994.

Έτσι κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη.

Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους.

Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ' αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000, 55/2003, 571/2011).

Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία.

Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες είναι δικαιούχοι των σημάτων (1) ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση με αριθμό 21913/19.5.1955, προορισμένο να διακρίνει "απολυμαντικό και λευκαντικό υγρό κατασκεύασμα" ..., (2) ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση με αριθμό 31483/7.8.1961, προορισμένο να διακρίνει "λευκαντικά, απολυμαντικά και αποσμητικά" ..., (3) ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση με αριθμό 31535/25.8.1961, προορισμένο να διακρίνει "λευκαντικά, απολυμαντικά και αποσμητικά" ..., (4) ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση με αριθμό 32549/15.6.1962, προορισμένο να διακρίνει "υγρό λευκάνσεως και απολυμάνσεως" ..., (5) ΝΕΑ ΧΛΩΡΙΝΗ Ραφινέ και απεικόνιση με αριθμό 36243/12.12.1964, προορισμένο να διακρίνει "υγρά λευκάνσεως, απολυμάνσεων και απορρυπαντικά πάσης φύσεως" ..., (6) ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση με αριθμό 36332/12.1.1965, προορισμένο να διακρίνει "υγρά λευκάνσεως, αποσμήσεως, απολυμάνσεως και απορρυπαντικά πάσης φύσεως" ..., (7) ΧΛΩΡΙΝΗ CHLORINI με αριθμό 61460/12.3.1974, προορισμένο να διακρίνει άπαντα τα προϊόντα των κλάσεων 1, 2 και 3 ...

Τα τρία πρώτα από τα σήματα αυτά κατέθεσε ο Ν. Χ., ο οποίος στη συνέχεια τα μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Συσκευασία - Τυποποίηση και Εμπόριον Χημικών Προϊόντων Ν. Χ. Χ. ΑΕ", της οποίας η επωνυμία μεταβλήθηκε σε "Συσκευασία - Τυποποίηση και Εμπόριον Χημικών Προϊόντων ΚΛΙΝΕΞ ΑΕ" και σε "ΛΕΒΕΡ ΕΛΛΑΣ (LEVER HELLAS)".

Από την εταιρεία αυτή τα άνω σήματα μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία "Ελληνική Βιομηχανία Απορρυπαντικών ΑΕ", της οποίας η επωνυμία μεταβλήθηκε σε "LEVER HELLAS ΑΕΒΕ Απορρυπαντικών, Καλλυντικών Τροφίμων" και σε "UNILEVER HELLAS ΑΕΒΕ Απορρυπαντικών, Καλλυντικών Τροφίμων" (δεύτερη ενάγουσα). Τα επόμενα σήματα με αριθμούς 4 και 6 κατατέθηκαν από την εταιρεία "Συσκευασία - Τυποποίηση και Εμπόριον Χημικών Προϊόντων Ν.

Χ. Χ. ΑΕ" ..., από την οποία μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία "Ελληνική Βιομηχανία Απορρυπαντικών ΑΕ" ... Το πέμπτο σήμα κατατέθηκε από την εταιρεία "Συσκευασία - Τυποποίηση και Εμπόριον Χημικών Προϊόντων ΚΛΙΝΕΞ ΑΕ" ..., από την οποία μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία "Ελληνική Βιομηχανία Απορρυπαντικών ΑΕ"..., ενώ το έβδομο σήμα κατατέθηκε από την εταιρεία "Ελληνική Βιομηχανία Απορρυπαντικών ΑΕ" ...

Ακολούθως, το έτος 1996, όλα τα παραπάνω σήματα μεταβιβάστηκαν στην πρώτη ενάγουσα (πρώτη αναιρεσείουσα) και η μεταβίβαση καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία σημάτων. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 25.6.1996 σύμβασης, η πρώτη ενάγουσα παραχώρησε τη χρήση τους στη δεύτερη ενάγουσα, με το δικαίωμα επίσης προστασίας αυτών κατά πάσης παραποίησης και απομίμησης, η οποία παραχώρηση εγκρίθηκε από την αρμόδια Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και καταχωρήθηκε και αυτή στα βιβλία σημάτων.

Έτσι δικαιούχοι, νομιμοποιούμενοι να προστατεύουν τα ως άνω σήματα, είναι αμφότερες οι ενάγουσες (διάδοχος της δεύτερης των οποίων είναι η δεύτερη αναιρεσείουσα). Επίσης οι ενάγουσες είναι δικαιούχοι του σήματος KLINEX με αριθμό 19097/19.3.1952 ..., καθώς και του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ KLINEX, το οποίο κατατέθηκε ως εμπορικό σήμα με αριθμό 38404/1966, καθώς και σειράς άλλων σημάτων με το λεκτικό στοιχείο ΧΛΩΡΙΝΗ KLINEX.

Το σήμα KLINEX αποτελεί το σήμα "ομπρέλα", υπό το οποίο κυκλοφορούν πολλά προϊόντα των εναγουσών, μεταξύ των οποίων και το προϊόν ΧΛΩΡΙΝΗ KLINEX, προϊόν λευκαντικό, καθαριστικό και απολυμαντικό, το οποίο είναι διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου ... Το προϊόν αυτό έθεσε σε κυκλοφορία η δεύτερη ενάγουσα το έτος 1955 με το διακριτικό γνώρισμα ΧΛΩΡΙΝΗ, το οποίο έχει κατατεθεί ως σήμα τόσο αυτοτελώς όσο και μαζί με το σήμα KLINEX ...

Το σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ με μικρότερα γράμματα και το σήμα KLINEX με μεγαλύτερα γράμματα είναι αποτυπωμένο σε ετικέτες, τις οποίες η δεύτερη ενάγουσα επικολλά (ήδη η δεύτερη αναιρεσείουσα) στην εξωτερική επιφάνεια των πλαστικών φιαλών υποχλωριώδους νατρίου 4,8% που παρασκευάζει και εμφιαλώνει στην Ελλάδα. Στο κάτω μέρος της ετικέτας και μέσα σε κίτρινο πλαίσιο οι ενάγουσες αναγράφουν με λευκά κεφαλαία γράμματα το διαφημιστικό τους μήνυμα "ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ - ΛΕΥΚΑΙΝΕΙ - ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΕΙ".

Η εναγομένη είναι θυγατρική της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "COLGATE - PALMOLIVE COMPANY", που εδρεύει στις …, έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητάς της την παραγωγή και εμπορία απορρυπαντικών, καθαριστικών, σαπουνιών και καλλυντικών, χρησιμοποιεί δε προς διάκριση των προϊόντων της εμπορικά σήματα, δικαιούχος των οποίων είναι η μητρική της εταιρεία, για τα οποία έχει λάβει σχετική άδεια.

Ένα από αυτά τα σήματα είναι και το σήμα AZAX, το οποίο έχει καταχωρηθεί τόσο αυτοτελώς με αριθμό 29338/15.1.1963 για να διακρίνει ... πάσης φύσεως παρασκευάσματα καθαρισμού, όσο και ως το κύριο και δεσπόζον σήμα σύνθετων σημάτων, μεταξύ των οποίων και το AZAX KLORION, που κατατέθηκε με αριθμούς 104063/ 1991 και 114374/1993 για να διακρίνει προϊόντα οικιακής χρήσεως, απορρυπαντικά, παρασκευάσματα για λεύκανση, προϊόντα για το πλύσιμο και απολυμαντικά.

Από το Σεπτέμβριο του 2003 η δεύτερη εναγομένη έθεσε στην κυκλοφορία προϊόντα σε μορφή διαλύματος υποχλωριώδους νατρίου που φέρουν το σήμα AZAX KLORIN. Το σήμα αυτό κατατέθηκε με αριθμό 149142/2003 από την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία και έγινε δεκτό από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ... Από την ίδια εταιρεία έχουν κατατεθεί και τα με αριθμούς 149187, 149188 και 149289 αλλοδαπά σήματα AZAX KLORIN (απλή, ULTRA, ULTRA πεύκο) με απεικόνιση ετικέτας, στην οποία αναγράφονται οι λέξεις "παχύρευστη χλωρίνη" και "χλωρίνη".

Τα σήματα αυτά, κατά της κατάθεσης των οποίων άσκησαν παρεμβάσεις οι ενάγουσες, έγιναν δεκτά με τις υπ' αριθ. 8, 9 και 10/2005 αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, με την αιτιολογία ότι κυρίαρχο στοιχείο τους είναι οι λέξεις "AZAX KLORIN", τα δε λοιπά στοιχεία (μεταξύ των οποίων και η λέξη χλωρίνη) κρίνονται επουσιώδη ως περιγραφικά, είναι ανίκανα να προσδώσουν ιδιαίτερη διακριτικότητα στο σήμα και επομένως είναι ανίσχυρα να παραπλανήσουν το μέσο καταναλωτή ως προς την επιχείρηση από την οποία προέρχονται τα προϊόντα που σηματοδοτούν.

Συγκεκριμένα η εναγομένη έθεσε σε κυκλοφορία προϊόν υποχλωριώδους νατρίου 3,8%, συσκευασμένο σε πλαστικές φιάλες πράσινου και λευκού χρώματος, με ερυθρό πώμα. Στο εμπρόσθιο μέρος οι φιάλες αυτές φέρουν λωρίδα πλάτους 1,5 cm, χρώματος ερυθρού η πράσινη φιάλη και πράσινου η λευκή, επί της οποίας αναγράφεται με κίτρινα κεφαλαία γράμματα "ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΚΤΗΡΙΔΙΑ".

Ακολουθούν οι λέξεις "AZAX KLORIN", που αποτελούν το εμπορικό σήμα υπό το οποίο η εναγομένη κυκλοφορεί τα ως άνω προϊόντα της και κάτω από αυτό, στο κάτω μέρος της φιάλης, σε λωρίδα πλάτους 2 cm, χρώματος ερυθρού στην πράσινη φιάλη και πράσινου στη λευκή, αναγράφεται με κεφαλαία γράμματα η λέξη ΧΛΩΡΙΝΗ και κάτω από αυτή, με μικρότερα γράμματα, το διαφημιστικό μήνυμα "ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΕΙ - ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ - ΛΕΥΚΑΙΝΕΙ", ενώ στο πίσω μέρος των φιαλών, στις οδηγίες χρήσης, αναγράφεται η φράση "η χλωρίνη ΑΖΑΧ KLORIN ..." για όλο το σπίτι.

Επίσης η εναγομένη έθεσε σε κυκλοφορία συσκευασία προϊόντων της, στην οποία, μέσα σε διάφανο πλαστικό περιτύλιγμα, έθεσε μια φιάλη του προϊόντος της AZAX ULTRA και μια φιάλη του προϊόντος της AZAX KLORIN, πράσινη ή λευκή, επί της συσκευασίας δε αυτής έθεσε σε ετικέτα τη φράση "Αγοράζοντας 1 ΑΖΑΧ ULTA 1500 ml δώρο η νέα χλωρίνη AZAX KLORIN".

Στην επιστημονική χημική ορολογία δεν υφίσταται περιγραφή των υδατικών διαλυμάτων υποχλωριώδους νατρίου με τον όρο χλωρίνη, όπως αναφέρουν οι καθηγητές Β. Ι. - Ρ., αναπληρώτρια καθηγήτρια του Εργαστηρίου Οργανικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών ... και ο Π. Κ., καθηγητής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου Πάτρας ...

Επίσης στο από 7.4.1994 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους ... αναφέρεται ότι τα διαλύματα των υποχλωριωδών αλάτων δεν πρέπει να ονομάζονται ΧΛΩΡΙΟ ή ΧΛΩΡΟ. .., μπορούν όμως να ονομάζονται με σύνθετο όνομα, το ένα συστατικό του οποίου να είναι το ΧΛΩΡΟ ..., ενώ στο από 6.10.2003 έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας προς την εναγομένη, αναφέρεται ότι η λέξη χλωρίνη αποτελεί σήμα της εταιρείας "UNILEVER HELLAS ΑΕΒΕ" ...

Περαιτέρω η λέξη χλωρίνη αναγράφεται σε πληθώρα λεξικών και δημοσιευμάτων για την απόδοση στην καθομιλουμένη των πάσης μορφής διαλυμάτων υποχλωριώδους νατρίου, ενώ πάγκοινη είναι η χρήση της, ιδιαίτερα από τις νοικοκυρές, ως δηλωτική των προϊόντων γενικώς καθαρισμού που έχουν την παραπάνω χημική σύνθεση ...

Ειδικότερα α) στην εγκυκλοπαίδεια "ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ" η λέξη χλωρίνη αποδίδεται ως η εμπορική ονομασία ενός προϊόντος που είναι υδατικό διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου και χρησιμοποιείται ως λευκαντικό και απολυμαντικό μέσο, β) στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας του ΑΠΘ ο όρος χλωρίνη αποδίδεται ως ισχυρό απορρυπαντικό και λευκαντικό υγρό που έχει ως βάση το χλώριο, γ) στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ.

Μπαμπινιώτη η λέξη χλωρίνη ορίζεται ως βασικό διάλυμα του χλωρίου που χρησιμοποιείται ως λευκαντικό και απολυμαντικό μέσο και επιπλέον αναφέρεται ότι η λέξη αυτή μαρτυρείται από το έτος 1837, δ) στο λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας των Δ. Γρηγορόπουλου/Β. Μπαλιατσά/Δ. Μπαλιατσά/Ε. Αρβανίτη/Π. Τσιγκρή ο όρος χλωρίνη αποδίδεται ως βασικό διάλυμα του χλωρίου που χρησιμοποιείται ως λευκαντικό μέσο και ε) στην από 3.12.2003 γνωμάτευση του καθηγητή γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ.

Μπαμπινιώτη αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι "... Η λέξη χλωρίνη είναι αισθητή ως χημική σύνθεση, η οποία πέρα από την όποια χημική της σύσταση (άγνωστη στον ομιλητή της γλώσσας που δεν έχει γνώσεις χημείας) δηλώνει στη γλωσσική συνείδηση του έλληνα ομιλητή μια ουσία που χρησιμοποιείται για καθαριότητα και απολύμανση ..., είναι δε λέξη που στην ελληνική πρωτοχρησιμοποιήθηκε ως χημικός όρος από τον Β.

Ι. Κιατίπη, το έτος 1837 ... και χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια ευρύτατα και από τον τύπο ...". Επίσης η λέξη χλωρίνη χρησιμοποιείται ευρέως και σε βιβλία και εγχειρίδια χημείας ως χημική ένωση με καθαριστικές και λευκαντικές ιδιότητες ... Επιπλέον για την απόδοση των διαλυμάτων υποχλωριώδους νατρίου με τη λέξη χλωρίνη γίνεται λόγος και στις γνωμοδοτήσεις των καθηγητών Μ.

Τ. και Μ. Ο. ... Ακόμη η ίδια λέξη αναφέρεται σε διακηρύξεις δημόσιων προμηθευτικών διαγωνισμών ..., σε έγγραφα δημόσιων υπηρεσιών, στα οποία γίνεται χρήση της λέξης χλωρίνη ως δηλωτικής είδους προϊόντος, σε διαλέξεις ιατρών δημόσιων νοσοκομείων και συστάσεις του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων και του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού ..., αλλά και σε άρθρα εφημερίδων και περιοδικών, στα οποία η λέξη χλωρίνη αναφέρεται ως περιγραφική είδους προϊόντος και όχι ως εμπορικό σήμα ορισμένου προϊόντος.

Επίσης η λέξη "χλωρίνες" αποτυπώνεται σε πινακίδες στα ράφια καταστημάτων, ως προσδιοριστική του είδους των τοποθετημένων εκεί καθαριστικών και απολυμαντικών προϊόντων διαφόρων εταιρειών, αλλά και στις αποδείξεις καταστημάτων, στις οποίες το είδος του αγορασθέντος προϊόντος αναγράφεται ως χλωρίνη.

Επομένως η λέξη χλωρίνη είναι περιγραφική και προσδιορίζει το είδος προϊόντος, το οποίο κατά τη χημική σύνθεσή του είναι διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου και έχει καθαριστικές, λευκαντικές και απολυμαντικές ιδιότητες. Η λέξη αυτή ... αποτελεί την καθιερωμένη στη γλωσσική συνείδηση των Ελλήνων λέξη για τον προσδιορισμό του σχετικού προϊόντος ως καθαριστικού, λευκαντικού και απολυμαντικού υγρού, χωρίς να συνδέεται στη συνείδηση του μέσου καταναλωτή με τα καλυπτόμενα από το επίδικο σήμα προϊόντα των εναγουσών, ενώ η επιστημονική χημική ορολογία του όρου χλωρίνη ως "υδατικό ή υδαρές διάλυμα υποχλωριώδους νατρίου" δεν είναι γνωστή στο ευρύ καταναλωτικό κοινό.

Επιπλέον η λέξη χλωρίνη ... χρησιμοποιείται ευρέως και στις εμπορικές συναλλαγές προς δήλωση των προϊόντων που αφορά το σήμα αυτό ... Ήδη με τις υπ' αριθ. 9990, 9993, 9996, 10231 - 1034/2009 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθήνας έγινε δεκτό ότι εσφαλμένα η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων απέρριψε τις αιτήσεις της εταιρείας "COLGATE PALMOLIVE Co" για τη διαγραφή των ως άνω αναφερομένων με αριθμούς 1 - 7 σημάτων των εναγουσών, κρίνοντας το Δικαστήριο εκείνο ότι τα σήματα αυτά είναι διαγραπτέα, διότι, μεταξύ άλλων, η χρήση της λέξης χλωρίνη έχει ως αποτέλεσμα να υποδηλώνει το είδος του προϊόντος και να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος προορισμός του, ήτοι η απολύμανση, λεύκανση και καθαρισμός εν γένει ...

και ότι η λέξη χλωρίνη έχει καταστεί πλέον κοινόχρηστη, μη δυνάμενη να διακρίνει τα παραγόμενα από τις ενάγουσες προϊόντα ... Οι παραπάνω αποφάσεις δεν είναι δεσμευτικές, αφού δεν προκύπτει ότι κατέστησαν αμετάκλητες ..., και ούτε μπορεί προηγουμένως να ερευνηθεί από τα πολιτικά δικαστήρια η ύπαρξη λόγου διαγραφής του σήματος των εναγουσών ως κοινόχρηστου.

Όμως μπορεί να ερευνηθεί, στο πλαίσιο ένστασης της εναγομένης από το άρθρ. 20 του ν. 2239/1994, αν η χρήση του συγκεκριμένου σήματος από αυτή συνίσταται πράγματι στην παροχή ένδειξης σχετικής με το είδος και τον προορισμό του προϊόντος που διαθέτει στο εμπόριο ... Στην προκειμένη περίπτωση τα ως άνω σήματα των εναγουσών, κατά το λεκτικό τους στοιχείο, αποτελούνται από τη λέξη χλωρίνη, που είναι περιγραφική και συνιστά το μόνο πρόσφορο μέσο για την ενημέρωση του καταναλωτή ως προς το είδος και τον προορισμό του προϊόντος.

Η λέξη δε αυτή, η οποία τέθηκε και στη συσκευασία του προϊόντος της εναγομένης, δεν χρησιμοποιήθηκε απ' αυτή εν είδει σήματος, αφού το σήμα που χρησιμοποίησε η τελευταία για το προϊόν της είναι το AZAX KLORIN, το οποίο είναι καθιερωμένο στις συναλλαγές και έχει ιδιαίτερη διακριτική δύναμη, όπως άλλωστε και το σήμα KLINEX των εναγουσών.

Το σήμα AZAX KLORIN αναγράφεται με μεγάλα γράμματα στην ετικέτα του προϊόντος της εναγομένης, ώστε να διακρίνεται από το όμοιο προϊόν των εναγουσών, ενώ η λέξη χλωρίνη αναγράφεται με μικρότερα γράμματα κάτω από το ως άνω σήμα του προϊόντος της εναγομένης, για να δηλώνεται με τρόπο κατανοητό στο καταναλωτικό κοινό το είδος και ο προορισμός του προϊόντος της.

Εξ άλλου οι ενάγουσες κυκλοφορούν ήδη το προϊόν τους με το σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ KLINEX, στις σχετικές μάλιστα ετικέτες αποτυπώνεται με μεγάλα και έντονα γράμματα το σήμα KLINEX και πάνω απ' αυτό, με αρκετά μικρότερα κεφαλαία γράμματα, το σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ. Εν όψει αυτών, με τη χρήση μόνο της λέξης χλωρίνη στο άνω προϊόν της εναγομένης, υποδηλώνεται το είδος του περιεχομένου του προϊόντος και προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος προορισμός του, ήτοι η απολύμανση, η λεύκανση και ο καθαρισμός εν γένει, ανεξαρτήτως του ότι οι ιδιότητες αυτές δηλώνονται και στη σχετική ένδειξη "συστατικά" του προϊόντος.

Επιπλέον η λέξη χλωρίνη ..., δεν μπορεί, μόνη αυτή, να θεωρηθεί ότι αποτελεί διακριτικό γνώρισμα, προσδιοριστικό εσφαλμένης προέλευσης του προϊόντος της εναγομένης, εν όψει μάλιστα και των ουσιωδών διαφορών στην εξωτερική εμφάνιση ανάμεσα στο προϊόν αυτό και στο προϊόν των εναγουσών..., οι οποίες συνθέτουν διαφορετική οπτική εικόνα, ικανή να αποτρέψει τη σύγχυση του μέσου άπειρου καταναλωτή ως προς την προέλευση του προϊόντος.

Έτσι ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα διακρινόμενα προϊόντα ή ότι το ένα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου ούτε μπορεί να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις δυο επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι από τις ενέργειες της εναγομένης δεν προσβλήθηκαν τα δικαιώματα των εναγουσών στο σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ, αφού η χρησιμοποίηση του σήματός τους από την εναγομένη έγινε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 20§1 του ν. 2239/1994, της οποίας, δέχθηκε το Εφετείο, ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι "(1) η χρήση του όρου χλωρίνη γίνεται για να δηλωθεί ο προορισμός και το είδος του προϊόντος της εναγομένης και είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, αφού μόνο με αυτή την αναφορά εξασφαλίζεται η ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού κατά τρόπο κατανοητό για το είδος και τον προορισμό του προϊόντος, (2) η κυκλοφορία του επίδικου προϊόντος με το ως άνω σήμα και την αναγραφή της λέξης χλωρίνη στη συσκευασία του δεν είναι αντίθετη προς τα κρατούντα στη βιομηχανία και το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού η κατά τον πιο πάνω τρόπο χρησιμοποίηση του όρου χλωρίνη δεν δημιουργεί την εντύπωση στους καταναλωτές ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ των επιχειρήσεων των εναγουσών και της εναγομένης ούτε θίγει την αξία του σήματος αυτών και (3) η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση του όρου χλωρίνη δεν γίνεται από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος της, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή - καταναλωτή, είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης είτε ως προς την προέλευση του κυκλοφορούντος προϊόντος, αφού άλλωστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για χρήση αυτούσιου του σήματος των εναγουσών, όπως αβάσιμα αυτές ισχυρίζονται, καθόσον τα έξι μεν πρώτα από τα σήματα τους αποτελούνται από το λεκτικό στοιχείο ΧΛΩΡΙΝΗ και απεικόνιση, την οποία δεν χρησιμοποίησε η εναγομένη, το δε έβδομο είναι το αμιγώς λεκτικό σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ CHLORINI, το οποίο επίσης δεν χρησιμοποίησε αυτούσιο η εναγομένη, ενώ οι ενάγουσες χρησιμοποιούν ήδη το σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ σε συνδυασμό με το εμπορικό σήμα KLINEX, που έχει ισχυρή το ίδιο διακριτική δύναμη ...".

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Η διαφημιστική επαγγελία (slogan) "ΑΠΟΛΥΜΑΙΝΕΙ - ΚΑΘΑΡΙΖΕΙ - ΛΕΥΚΑΙΝΕΙ", που αποδίδει τις ιδιότητες του συγκεκριμένου προϊόντος, χρησιμοποιείται συνεχώς από την εναγομένη από το έτος 1970, όταν τέθηκε επί του προϊόντος της ΑΖΑΧ - ΜΠΛΕ ΔΥΝΑΜΗ, όπως τούτο φαίνεται στην προσκομιζόμενη από την εναγομένη φωτογραφία, όπου απεικονίζεται το άνω προϊόν με αριθμό άδειας 3009/1970, στη συσκευασία του οποίου έχει τεθεί η άνω επαγγελία.

Συνεπώς η εναγομένη, η οποία χρησιμοποίησε πρώτη τη διαφημιστική αυτή επαγγελία, δικαιούται να τη χρησιμοποιεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με συνέπεια να δεχθεί την έφεση της αναιρεσίβλητης, να εξαφανίσει την αντίθετη πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει ακολούθως την ένδικη αγωγή, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 20§1 του ν. 2239/1994 και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δηλαδή ότι η χρησιμοποίηση από την αναιρεσίβλητη του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ των αντιδίκων της δεν έγινε υπό τη μορφή σήματος, δεν έθιξε την αξία του σήματός τους ούτε γενικότερα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη της βιομηχανίας και του εμπορίου, ήταν δε απόλυτα αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος που αυτή κυκλοφορεί με το σήμα AZAX KLORIN, αφού η λέξη χλωρίνη είναι ταυτόσημη στη ελληνική γλωσσική συνείδηση με το υδατικό διάλυμα του υποχλωριώδους νατρίου, που κυκλοφορεί σε ποικιλία προϊόντων στην ελληνική αγορά ως ουσία καθαριστική, απολυμαντική και λευκαντική, δηλαδή ιδιότητες στις οποίες αναλύεται ο προορισμός των αντίστοιχων προϊόντων, το γεγονός δε ότι με τη χρήση του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ προσδιορίστηκε συγχρόνως όχι μόνον ο προορισμός, αλλά και το είδος του προϊόντος της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, απαγορευμένη γι' αυτή χρήση του σήματος των αντιδίκων της, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για αλληλένδετα στοιχεία, με την έννοια ότι η λέξη χλωρίνη σε προϊόν δηλώνει κατά τρόπο ενιαίο το είδος και τον προορισμό του.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, όπως και ο έκτος λόγος από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 9(γ) και όχι 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, το Εφετείο δεν παρέλειψε να εξετάσει την αγωγική βάση από το άρθρ. 13 του ν. 146/1914, αλλά με όσα διέλαβε στη σελίδα ειδικότερα 37 (φύλλο19) της απόφασής του αφενός μεν έκρινε ότι η λέξη ΧΛΩΡΙΝΗ δεν μπορεί, μόνη αυτή, να θεωρηθεί ότι αποτελεί διακριτικό γνώρισμα, που ταυτίζει δήθεν το προϊόν ΑΖΑΧ KLORIN της αναιρεσίβλητης με τα αντίστοιχα προϊόντα των αντιδίκων της, "εν όψει μάλιστα των ουσιωδών διαφορών στην εξωτερική εμφάνισή τους, οι οποίες συνθέτουν διαφορετική οπτική εικόνα, ικανή να αποτρέψει τη σύγχυση του μέσου άπειρου καταναλωτή ως προς την προέλευση του προϊόντος", αφετέρου δε με την παραδοχή της αυτή και την αμέσως επόμενη παραδοχή της ότι "ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα διακρινόμενα προϊόντα ή ότι το ένα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου ούτε μπορεί να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις δυο επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός" απέκλεισε σαφώς τη διενέργεια παράνομου ανταγωνισμού από την αναιρεσίβλητη σε βάρος των αντιδίκων της.

Περαιτέρω αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αιτιώνται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 8(α) και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι αν και με την έφεσή της η αναιρεσίβλητη υποστήριξε ότι η από μέρους της χρήση του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ έγινε για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος που αυτή κυκλοφορεί με το σήμα ΑΖΑΧ KLORIN, δηλαδή κατά την άποψή τους η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε ότι η χρήση απ' αυτή του σήματός τους ΧΛΩΡΙΝΗ έγινε για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος της, εντούτοις παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε αντίστοιχο ανύπαρκτο ισχυρισμό της, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, η αναιρεσίβλητη ρητά στη σελίδα 3 της έφεσής της επικαλείται ότι η αναγραφή της λέξης ΧΛΩΡΙΝΗ στην ετικέτα του ως άνω προϊόντος της είναι αναγκαία για να δηλωθεί και ο προορισμός του, σε κάθε δε περίπτωση, επικαλούμενη αυτή ότι η σχετική αναγραφή είναι αναγκαία ως προσδιοριστική του είδους του προϊόντος της, υπονοεί ότι είναι αναγκαία και για να δηλωθεί ο προορισμός του, αφού πρόκειται για αλληλένδετα και επικαλυπτόμενα εν προκειμένω στοιχεία, δηλαδή η λέξη ΧΛΩΡΙΝΗ προσδιορίζει τόσο το είδος όσο και τον προορισμό του προϊόντος της.

Εξ άλλου σε εσφαλμένη προϋπόθεση βασίζεται ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού το Εφετείο δεν περιορίστηκε να κρίνει ως επιτρεπτή μόνον την αυτούσια και όχι και την παραλλαγμένη χρήση του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ από την αναιρεσίβλητη, όπως οι αναιρεσείουσες υπολαμβάνουν, αλλά δεχόμενο ότι η χρήση γενικώς του σήματος αυτού από την αναιρεσίβλητη δεν έγινε υπό μορφή σήματος και συνεπώς δεν προκλήθηκε σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ενίσχυσε την παραδοχή του αυτή, δεχόμενο περαιτέρω ότι δεν υπήρξε από την αναιρεσίβλητη αυτούσια χρήση του σήματος ΧΛΩΡΙΝΗ, που είτε ως απλό λεκτικό είτε και ως απεικονιστικό ανήκει στις αναιρεσείουσες, ενώ αλυσιτελώς αυτές προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εξειδικεύει τις απεικονιστικές παραστάσεις του σήματός τους, αφού η αναιρεσίβλητη χρησιμοποίησε το σήμα ΧΛΩΡΙΝΗ μόνον ως λεκτικό και όχι και ως απεικονιστικό.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος και κατά τα δυο μέρη του από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση βασίζονται και είναι απορριπτέοι τόσο ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 4 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όσο και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, αφού αντίθετα με όσα οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι μπορούσε παρά τη διάταξη του άρθρ. 32 του ν. 2239/1994 να ερευνήσει, αν τα σήματά τους με τη λέξη ΧΛΩΡΙΝΗ είναι διαγραπτέα ως κοινόχρηστα, μολονότι δεν έχουν αμετάκλητα ήδη διαγραφεί κατά τους όρους του άρθρ. 17 του αυτού νόμου, αλλά ρητά απέκλεισε μια τέτοια δυνατότητα, διαλαμβάνοντας στη σελίδα 35 της απόφασής του (φύλλο 18) ότι δεν μπορεί να ερευνήσει την ύπαρξη λόγου διαγραφής των σημάτων τους ως κοινόχρηστων.

Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείοντες με το υπ' αριθ. 3737326/2012 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Ζ, της Δ' Δ.Ο.Υ.

Αθηνών, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 793/14.9.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Εξ άλλου οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.9.2012 αίτηση των εταιρειών με τις επωνυμίες αντίστοιχα "UNILEVER N.V." και 2) "ΕΛΑΪΣ - UNILEVER HELLAS A.E. ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ - ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2889/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείοντες με το υπ' αριθ. 3737326/2012 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Ζ, της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, όπως αυτό αναφέρεται και στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 793/14.9.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ