1519/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1519/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει των ..., ... και .../10.3.1969 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπίου Παπαθανασίου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο ..., με αριθμούς 291, 292 και 290 αντίστοιχα, οι ενάγοντες αγόρασαν από τον Χ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1519 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1519/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομίας, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. συζ. Γ. Μ., το γένος Χ. Μ., 2. Ε. χας Σ. Λ., το γένος Χ. Μ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3. Χρήστου Σωτηρίου Παππού, κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι 1η και 3ος, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σταθόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι η 2η αναιρεσίβλητη (Ε. Λ.) απεβίωσε στις 21-2-2010 και κληρονομήθηκε από την θυγατέρα της Ο. Θ. Λ., το γένος Σ. και Ε. Λ., η οποία συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6467/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7883/2003, 5582/2005 μη οριστικές, 2352/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Παραδεκτά φέρεται για συζήτηση η από 25-8-2009 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 2352/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του τελευταίου αντιγράφου της 1661/2009 θετικής γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ., ως εκ περισσού, αφού η ρύθμιση του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, που πρόβλεπε τέτοια γνωμοδότηση, καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ.9 του ν. 3790/2009 από τις 8-8-2009 και εφεξής και δεν απαιτείται πλέον.
ΙΙ. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και, ειδικότερα, στις 21-2-2010, πέθανε στην Αθήνα η δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ε. χήρα Σ. Λ., το γένος Χ. Μ.. Η θυγατέρα της και μοναδική εκ διαθήκης -της από 9-3-1998 ιδιόγραφης- κληρονόμος της στο επίδικο ακίνητο Ο. σύζυγος Θ. Λ., το γένος Σ. και Ε. Λ., όπως προκύπτει από τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από την ίδια έγγραφα, αλλά και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της Νικόλαου Σταθόπουλου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε νόμιμα το θάνατο της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου της και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, η οποία πλέον συνεχίζεται νόμιμα.
ΙΙΙ. Κατά τις περί χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1041, 1045 και 1051 ΑΚ, γίνεται κύριος α)εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία (τακτική χρησικτησία) και β)εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Κατά δε τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 Κωδ.(7.39), ν.9 παρ.1 πανδ.(50.14), ν.2 παρ.20 πανδ.(41.4), ν.6 πρ.πανδ.(44.3), ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ.3 πανδ.(23.3) του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) και έχει στην ένδικη υπόθεση εφαρμογή με βάση το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ'αυτό με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, για μια τριακονταετία, με δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του από 21.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", των αλλεπάλληλων β.δ/των "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του ν. ΔΞΗ'/1912, και του άρθρου 21 του από 22.4/16.5.1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που κυρώθηκε με τη με αριθμό 24/1926 Συντακτική Απόφαση, προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και αντιτάσσεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκτός αν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο επί του οποίου έχει γίνει κύριο το Δημόσιο, οπότε η ίδια χρησικτησία χωρεί μεν με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, εφόσον όμως αυτή έχει συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915.
Εξάλλου, για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, για στέρηση από την απόφαση νόμιμης βάσης και ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, να μην προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Δυνάμει των ..., ... και .../10.3.1969 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπίου Παπαθανασίου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο ..., με αριθμούς 291, 292 και 290 αντίστοιχα, οι ενάγοντες αγόρασαν από τον Χ.
Σ. Μ., πατέρα των δύο πρώτων και παππού του τρίτου, το 1/3 έκαστος και συγκεκριμένα η πρώτη το μεσαίο εδαφικό τμήμα, η δεύτερη εξ αυτών το προς ανατολάς τμήμα και ο τρίτος εξ αυτών το προς δυσμάς τμήμα του αγρού, που βρίσκεται στη θέση "Ψωρίλλα" και εντός του κτήματος με την ονομασία "Κτήμα Ψωρίλλας", εκτός σχεδίου, της κτηματικής περιοχής Αχαρνών, εντός του λαχιδίου Γ.
Μ., παρά τη θέση "Πηγάδι κληρονόμων Θ. Ρ.", έκτασης τεσσάρων στρεμμάτων περίπου ή όσης έκτασης και αν είναι, που συνορεύει ανατολικά με υπόλοιπο της έκτασης του κτήματος Ψωρίλλας, δυτικά με οδό προς Βαρυμπόπη και σύνορο Βαρυμπόπης - Ψωρίλλας, βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. ή Ρ. και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ.
Ρ. και είναι το επίδικο. Τον αγρό αυτό ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ. Μ. απέκτησε από κληρονομιά της μητέρας του Κ. συζ. Σ. Μ., το γένος Ι. Δ. ή Γ. Μ., που απεβίωσε στις 6.12.1921 χωρίς να αφήσει διαθήκη και αυτή απέκτησε τούτον από κληρονομία του πατέρα της Μ. Γ. ή Γ., αποτελούσε δε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης. Κατά το έτος 1867 περίπου (οθωμανικό έτος 1225) στην Αθήνα η τουρκικής καταγωγής Χ.
Χ., με έγγραφο συντεταγμένο στην τουρκική γλώσσα (Χοτζέτι - το οποίο μεταφράστηκε στην Ελληνική στις 4.10.1943 κατατεθειμένο στο συμβολαιογράφο Αθηνών Α. Βαρδάκη με την .../4.10.1945 πράξη του), όντας ιδιοκτήτρια της ως άνω μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, που βρίσκεται στη θέση "Ψωρίλα" και αποτελείτο από αγρούς καλλιεργησίμους και μη καλλιεργησίμους, συνορευόμενη με ρύακα Τριστέλα, με ρύακα Κούρτ μέχρι του χώματος του μεγάλου Γιαφτά, με ρύακα Κούρτ και ρύακα Ταμπούλα Τσιτσούκα και με δημόσιο δρόμο πώλησε στους φόρω υποτελείς μη μουσουλμάνους κατοίκους του Μενιδίου, Μ.
Γ. ή Γ., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και στους Π., Γ. Δ., Δ. Π. και Π. Α., αντί πεντακοσίων τριάντα γροσιών. Το κτήμα τούτο οι ως άνω συνιδιοκτήτες το χώρισαν σε μερίδια και έκτοτε ασκούσαν επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις και πιο συγκεκριμένα εκμεταλλεύοντο αυτό συλλέγοντας τη ρητίνη από τα υπάρχοντα στην έκταση πεύκα, καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα εδαφικά τμήματα και έβοσκαν εντός αυτής τα ζωντανά τους.
Διακατοχικές πράξεις ασκούσαν στη συνέχεια και οι αποκτήσαντες την έκταση ως άνω, μεταγενέστερα δε και οι ενάγοντες επί του επίδικου εδαφικού τμήματος αδιαλείπτως και αδιαταράκτως, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής δεν προσβάλλεται το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητας άλλου, έχοντας περιφράξει κατά τη δεκαετία του 1970 και εποπτεύοντας αυτό.
Με το 178186/2049/29.12.1947 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας, κατόπιν της 1833/10.4.1947 αναφοράς του Δασάρχη Ε. Β. αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό το δασόκτημα Ψωρίλλα, το κείμενο ΒΑ του Μενιδίου, εκτάσεως 1000 στρεμμάτων εν συνόλω και περιγράφεται συνορευόμενο ανατολικά με ρέμα Ντριστίλια - Κεμπεζή, δυτικά με ρέμα Δίμογλη και δάσος Βαρυμπόπης, βόρεια με δάσος Βαρυμπόπης και νότια με συμβολή ρεμάτων Δίμογλη και Κεμπεζή και με το από 19.11.1948 πρωτόκολλο παραδόσεως παραδόθηκε στους ιδιοκτήτες αυτού.
Στην 1933/1947 αναφορά, το ως άνω ακίνητο χαρακτηρίζεται ως δασοαγρόκτημα και περιγράφεται περικλεισμένο από ιδιόκτητα δάση και παρεμβαλλόμενο σ' αυτά ως σφήνα, γίνεται δε μνεία σ' αυτό ότι δημόσιο δάσος δεν υπάρχει στην περιφέρεια αυτού. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι όλη η έκταση Ψωρίλα -Βαρυμπόπη επί Τουρκοκρατίας καλλιεργείτο γεωργικώς, όπως και στην αρχαιότητα, διότι και το έδαφος είναι καλής ποιότητας και βαθύτητας, αλλά και πλείστα μαρτυρούν οι υπάρχουσες πηγές και υδραγωγεία.
Ωστόσο, στην ως άνω αναφορά του δασάρχη Ε. Β. και στη συνέχεια στο, βάσει αυτής, εκδοθέν 178186/2049/29.12.1947 έγγραφο του Υπουργού Γεωργίας, υπάρχει πλημμέλεια ως προς την εφαρμογή των ορίων της άνω έκτασης της Χ. Χ. και ως προς το εμβαδόν αυτής. Πιο συγκεκριμένα ο ως άνω Δασάρχης, αν και επικαλείται στην αναφορά του τον ως άνω Οθωμανικό τίτλο, τον οποίο είχε σαν βάση για τον προσδιορισμό του κτήματος Ψωρίλλας και στον Οθωμανικό τίτλο η δυτική πλευρά του κτήματος αναφέρεται με το όριο δημόσιος δρόμος, στην εν λόγω αναφορά του δεν αναφέρει πουθενά ως όριο του κτήματος το δημόσιο δρόμο αλλά τη δυτική πλευρά την αναφέρει με το όριο ρέμα Δίμογλη και δάσος Βαρυμποπη, με αποτέλεσμα από το κείμενο των ως άνω εγγράφων να μην προκύπτει, ευθέως, ότι στην έκταση αυτή περιελήφθη και το εδαφικό τμήμα των 240 στρεμμάτων, εντός του οποίου βρίσκεται και το επίδικο, που είναι τμήμα της πωληθείσας μείζονος έκτασης με τον Οθωμανικό ως άνω τίτλο.
Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι στη δυτική πλευρά της ως άνω έκτασης "Ψωρίλλα" διήρχετο δρόμος, ο οποίος από ένα σημείο και προς βορρά διακλαδιζόταν σε δύο τμήματα, ο μνημονευόμενος δε στον Οθωμανικό τίτλο δημόσιος δρόμος είναι ο δυτικός κλάδος του ως άνω δρόμου και όχι ο ανατολικός, που διήρχετο πλησίον του μεγάλου Γιαφτά, χωμάτινου λόφου, ο οποίος είναι, σύμφωνα με αρχαιολογικές ανασκαφές, ο τάφος του αρχαίου τραγικού ποιητή Σοφοκλή και το εμβαδόν της όλης έκτασης ανήρχετο σε 1240 στρέμματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η έκταση των 240 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκεται και το επίδικο.
Κατά τη σύνταξη του προσωρινού Κτηματικού χάρτη, σύμφωνα με το ν. 248/1976 "περί φύλλου καταγραφής Μητρώου Ιδιοκτησίας κλπ", κατά το έτος 1980, το Συνεργείο Κτηματογράφησης του Υπουργείου Γεωργίας καταχώρησε ως ιδιωτική δασική έκταση μόνο την περιγραφόμενη από το δασάρχη Ε. Β. έκταση των 1000 στρεμμάτων και την υπόλοιπη έκταση του κτήματος Ψωρίλλα εμβαδού 240 στρεμμάτων περίπου, καθώς και τα εντός αυτής κείμενα επίδικα, την καταχώρησε στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως δημόσια δασική έκταση κτήματος "Ψωρίλλα", παρά το γεγονός ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα, όπως αυτά περιγράφονται στους προαναφερθέντες τίτλους συμβόλαια των εναγόντων, αλλά και ολόκληρη η έκταση των 240 στρεμμάτων περιλαμβάνονται στο έγγραφο της Χ.
Χ., ανήκουν δηλαδή στο συνιδιόκτητο αγροδασόκτημα με την ονομασία "Ψωρίλλα", όπως τούτο προκύπτει και από τις προμνησθείσες εκθέσεις των διορισθέντων, από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνωμόνων. Υπέρ αυτής της απόψεως συνηγορεί και το γεγονός ότι το μέγιστο τμήμα της έκτασης των επιδίκων, καθώς και αρκετά μεγάλο τμήμα της έκτασης των 1240 στρεμμάτων ήταν καλλιεργούμενες αγροτικές εκτάσεις και όχι καλυπτόμενες από δασική βλάστηση, αλλά και σήμερα εντός των επιδίκων υπάρχει πολύ μικρός αριθμός πεύκων, περίπου οκτώ και η υπόλοιπη έκταση είναι καλυμμένη με ποώδη βλάστηση, ενώ και στα βόρεια και στα νότια του επιδίκου εκτείνονται αγροτικές εκτάσεις συνεχόμενες με το επίδικο, αλλά και στα δυτικά, αυτού πέραν του δρόμου.
Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο πριν από την επανάσταση του 1821 ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, το οποίο το εναγόμενο διαδέχθηκε με δικαίωμα πολέμου και με βάση την από 9.7.1832 συνθήκη, της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού κανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, ούτε ότι το επίδικο αποτελούσε από της ανασυστάσεως του Ελληνικού Κράτους (1830) και μέχρι της ασκήσεως της αγωγής δασική έκταση, ούτε ότι το εναγόμενο άσκησε επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το 1830 και μέχρι την άσκηση της αγωγής συνεχώς και αδιαλείπτως φυλάσσοντας αυτό με τα όργανα της δασικής του υπηρεσίας, ούτε ότι ήταν ακαλλιέργητο και ανεπίδεκτο καλλιέργειας, ούτε ότι κατέλαβε αυτό ως αδέσποτο, πρέπει δε να απορριφθούν οι συναφείς ισχυρισμοί του εναγομένου, που επαναφέρονται με τις έγγραφες προτάσεις του, κατ' εκτίμηση του δικογράφου αυτών.
Οι καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια του εναγομένου μαρτύρων Γ. Α. και Γ. Π. - Δασολόγων είναι γενικόλογες και από τις τεχνικές εκθέσεις, αλλά και τα λοιπά έγγραφα, που το εναγόμενο επικαλείται νόμιμα και προσκομίζει δεν συνάγεται απόδειξη ικανή να θεμελιώσει δικανική πεποίθηση περί των εν λόγω θεμάτων, δεδομένου ότι το περιεχόμενο αυτών αναιρείται από το περιεχόμενο του προμνησθέντος Οθωμανικού τίτλου και τα λοιπά προαναφερθέντα έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια των εναγόντων μαρτύρων και τις εκθέσεις των διορισθέντων από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνωμόνων.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, κατά το έτος 1980 για πρώτη φορά χαρακτήρισε την ευρύτερη έκταση των 240 στρεμμάτων, εντός της οποίας κείται και το επίδικο, δημόσιο δάσος. Με τις παραδοχές αυτές κύριοι του επιδίκου κατέστησαν οι ενάγοντες παραγώγως, δυνάμει των προαναφερθέντων ..., ... και .../10.3.1969 συμβολαίων αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Προκοπίου Παπαθανασίου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής αλλά και της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενοι τούτο οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με τους νόμιμους ως άνω τίτλους από το έτος 1867 και εντεύθεν".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας της επίδικης έκτασης αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων, που είχε ως βάση τον παράγωγο ως άνω τρόπο (ΑΚ 1033, 1192 αριθ.1 και 1198) και επικουρικά τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής (ΑΚ 1041) ή έκτακτης χρησικτησίας (ΑΚ 1045, 1051 και ως άνω διατάξεις του προϊσχύοντος του ΑΚ δικαίου) και συγκεκριμένα η πρώτη του μεσαίου εδαφικού τμήματος της, η δεύτερη εξ αυτών του προς ανατολάς τμήματός της και ο τρίτος εξ αυτών του προς δυσμάς τμήματός της, ακολούθως δε δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού τόσο ως προς την παραδοχή της αγωγής όσο και ως προς την απόρριψη των προεκτιθέμενων ισχυρισμών περί ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, ειδικότερα δε ως προς τα ουσιώδη ζητήματα του τρόπου περιέλευσης της επίδικης έκτασης στον απώτερο δικαιοπάροχο των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων Μ.
Γ. ή Γ. το έτος 1867, με τον οθωμανικό ως άνω τίτλο, και στη συνέχεια στους άλλους δικαιοπαρόχους τους, εν τέλει δε και στους ίδιους τους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες το έτος 1969 με τα προεκτιθέμενα συμβόλαια αγοραπωλησίας, της άσκησης επ' αυτής νομής από τους προαναφερθέντες με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με τη κτήση της δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου, μέχρι τις 11.9.1915 και στη συνέχεια μέχρι της 23.2.1946 και έκτοτε συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης -από 11.4.1997 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4526/15.5.1997- αγωγής, οι ήδη δε αναιρεσίβλητοι ενάγοντες από το έτος 1969 με καλή πίστη και με τους προεκτιθέμενους νόμιμους τίτλους τους, και της απόκτησης του 1/3 διαιρετώς της επίδικης έκτασης από καθένα από αυτούς με τον παράγωγο ως άνω τρόπο και πάντως με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή ή μη εφαρμογή, ως άνω, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ και αυτών του προϊσχύοντος του ΑΚ που προαναφέρθηκαν.
Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος το Εφετείο με σαφήνεια αναφέρει τις διακατοχικές πράξεις που άσκησαν επί της μείζονος έκτασης οι δικαιοπάροχοι των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων και εν τέλει και οι ίδιοι επί της επίδικης έκτασης με καλή πίστη και διάνοια κυρίων ως άνω και μάλιστα ότι αυτοί κατά τη δεκαετία του 1970 την περιέφραξαν και την επόπτευαν.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι περιλαμβανόμενες στους πρώτο, τρίτο και πέμπτο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επίσης, γιατί το Εφετείο "ουδόλως αιτιολογεί για ποιο λόγο επέλεξε το δυτικό κλάδο του δρόμου και όχι τον ανατολικό ως όριο του ιδιωτικού δάσους "Ψωρίλλα" και γιατί δεν διαλαμβάνει από ποια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνήγαγε ότι οι δικαιοπάροχοι των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων βρίσκονταν στην ενδιάθετη κατάσταση της καλής πίστης, κατά την έννοια του β.ρ.δ.
και του άρθρου 21 του νόμου της 21-6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", που ρυθμίζουν την έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να έχει προταθεί από τους ήδη αναιρεσιβλήτους ενάγοντες και συγκεκριμένα για τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως αγροτικής. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός αποτελεί απλό επιχείρημα αντλούμενο από τις αποδείξεις, δεν είναι δηλαδή αυτοτελής με την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που προπαρατέθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-8-209 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2532/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡOΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ