Legislator Case Law & Legislation
1519/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific facts and non-distortion of evidence.

Case Number 1519/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, which had accepted the plaintiff's claim. The appellant argued the lower court failed to specify facts and distorted evidence, but the court found these claims unsupported by the appealed judgment. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the lower court properly considered the contract alongside other evidence without isolating it.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(14) & 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadmissibility based on lack of specific facts is rejected when the judgment is deemed certain, and an appeal for distortion of documents is inadmissible when the court considered the document with other evidence without isolating it for the ruling.

Keywords

AI generated
inadmissibility appeal lack of specific facts distortion of evidence Code of Civil Procedure judgment certainty

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(20) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1519/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Θεοδωροπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: ετερόρρυθμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Τεχνική εταιρία Ψ1 - Ψ2 και Σία Ε.Ε", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμψών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Οκτωβρίου 1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2219/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7997/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 20 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του ως και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007 και 20 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτους αυτής λόγους αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε α) την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση, του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, Αρεοπαγίτη, Βασιλείου Ρήγα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως και β) την από 1 Μαρτίου 2007 όμοια, του Εισηγητή και ήδη Προέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των από 5 Φεβρουαρίου 2007 και 20 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή της ως αόριστη και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή ως νόμιμηα και κατ'ουσίαν βάσιμη, κατά την κυρία βάση της. Δια της αγωγής αυτής η ενάγουσα εξέθεσε τα ακόλουθα:

Στο δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό, που έλαβε χώρα την 12-3-1981 με πρωτοβουλία του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, η Κοινοπραξία "Ρ-Χ" αναδείχθηκε τελευταία μειοδότρια για την κατασκευή του δημοσίου έργου "ΤΡ-33- Κινηματοθέατρον 1.000 θέσεως Α/Δ ...". Στις 14-4-1981 υπεγράφηκε μεταξύ των μερών η οικεία εργολαβική σύμβαση.

Τα ανωτέρω δύο μέλη της Κοινοπραξίας συμφώνησαν, η δε συμφωνία τους αυτή εγκρίθηκε από το Γ.Ε.Α., στο οποίο την υπέβαλαν, ότι αναλαμβάνουν, ο μεν πρώτος Ρ, πολιτικός μηχανικός, την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών του έργου, ο δε δεύτερος, Χ(εναγόμενος) ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος, την εκτέλεση των ηλεκτρομηχανικών εργασιών τούτου και ότι η συμμετοχή τους στα κέρδη (ήτοι στο καθαρό εργολαβικό αντάλλαγμα) και στις ζημίες από την εκτέλεση της εργολαβίας ορίσθηκε σε ποσοστό 93% και 7% αντιστοίχως.

Περαιτέρω, ως εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας, με δικαίωμα εισπράξεως του εργολαβικού ανταλλάγματος, ορίσθηκε ο Ρ και αναπληρωτής του ο Χ. Στη συνέχεια, τον Ιούνιο του ιδίου έτους, η ανάδοχος Κοινοπραξία κατήρτισε σύμβαση υπεργολαβίας με τον Ψ1, με την οποία συμφωνήθηκε ότι αυτός ή η εταιρία, που θα συνιστούσε, θα εκτελούσα τις εργασίες του οικοδομικού (και μόνο) μέρους του έργου και παραχωρήθηκε εγγράφως σε αυτόν το δικαίωμα να εισπράξει ο ίδιος το αντίστοιχο προς τις εργασίες αυτές ποσοστό (93%) του εργολαβικού ανταλλάγματος από τον κύριο του έργου.

Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, ο Ψ1 συνέστησε, κατά την 24-5-1983, την ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία, με ομόρρυθμα μέλη τον ίδιο και τον Ψ2 και με ετερόρρυθμο μέλος τον Ρ. Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, το εργολαβικό αντάλλαγμα θα κατεβάλετο από τον κύριο του έργου σταδιακώς, με την πρόοδο των εργασιών και βάσει πιστοποιήσεων από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, συμφωνήθηκε ειδικότερα μεταξύ των ανωτέρω μελών της υπεργολάβου Ε.Ε., ότι αυτή αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και αναδέχεται όλες τις υποχρεώσεις του Ρ από την 26η πιστοποίηση και εφεξής μέχρι την τελευταία, ενώ μέχρι και την 25η πιστοποίηση τα μέλη Ρ και Ψ1 θα έκαναν πλήρη εκκαθάριση και τακτοποίηση των μεταξύ τους, όπως και με την Κοινοπραξία, λογαριασμών.

Η ενάγουσα εκτέλεσε τις εργασίες ου είχε αναλάβει και τελικώς το έργο παραδόθηκε πλήρως αποπερατωμένο (κατά τις οικοδομικές και τις ηλεκτρομηχανικές εργασίες) στις αρμόδιες Υπηρεσίες του Δημοσίου εμπροθέσμως, ήτοι την 13-3-1986, οι οποίες και το παρέλαβαν. Στις 21-8-1993 απεβίωσε ο Ρ, ακολούθως δε ο εναγόμενος εμφανίσθηκε στον κύριο του έργου και, ως μόνο επιζών μέλος της αναδόχου Κοινοπραξίας και εκπρόσωπος αυτής, ζήτησε το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής για το όλο έργο, ήτοι το ποσό των δραχμών 24.797.500, το οποίο οριστικώς προέκυψε από την με ημερομηνία 26-2-1998 38η και τελευταία πιστοποίηση των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου, μετά την αφαίρεση από τη συνολική αξία όλων των εργασιών του έργου των πληρωθέντων ποσών των πιστοποιήσεων 1-37 και με συνυπολογισμό του αποδοτέου ΦΠΑ από το Δημόσιο στον εργολάβο, όπως και των κρατήσεων υπέρ τρίτων επί της αξίας των εργασιών της 38ης πιστοποιήσεως.

Τέλος, το ποσό αυτό των δραχμών 24.797.500, παρά τις αντιρρήσεις και τις σχετικές παραστάσεις της ενάγουσας υπεργολάβου εταιρίας, καταβλήθηκε στον εναγόμενο την 29-3-1999, χωρίς έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής της να της αποδώσει αυτός τα 93% τούτου, ήτοι 23.061.675 δραχμές, τις οποίες, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εδικαιούτο.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό τούτο με το νόμιμο τόκο, οφειλόμενο σε αυτήν από τη σύμβαση υπεργολαβίας, άλλως λόγω της γενομένης εκχωρήσεως έναντι του Δημοσίου σε αυτήν από τον εκπρόσωπο της Κοινοπραξίας Ρ του αφορώντος τις οικοδομικές του έργου εργασίες εργολαβικού ανταλλάγματος, άλλως ως αποζημίωση λόγω της αδικοπραξίας (υπεξαιρέσεως του εργολαβικού ανταλλάγματος), που τέλεσε ο εναγόμενος εις βάρος της, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού με τον τρόπο αυτόν ο εναγόμενος πλούτισε χωρίς νόμιμη αιτία εις βάρος της περιουσίας της.

Η αγωγή επομένως, όπως παραδεκτώς συμπληρούται και διευκρινίζεται με τις προτάσεις της ενάγουσας, είναι επαρκώς ορισμένη, αφού με σαφήνει ακαι πληρότητα εκθέτει τα γεγονότα, που θεμελιώνουν την ασκουμένη κατά του εναγομένου αξίωση, δεδομένου μάλιστα ότι ενσωματώνεται στο δικόγραφό της, ώστε να αποτελεί κείμενο αυτής, η 38η εκκαθαριστική (τελευταία) πιστοποίηση του ΓΕΑ, στην οποία αναλυτικώς παρατίθενται σε στήλες, μία προς μία, οι επιμέρους εκτελεσθείσες εργασίες (οικοδομικές και ηλεκτρομηχανο-λογικές), οι εγκεκριμένες και εκτελεσθείσες ποσότητες των υλικών, η αντίστοιχη τιμή μονάδας τούτων και η μερική και ολική σχετική δαπάνη, ενώ στο τέλος γίνεται η οριστική εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος, με την αφαίρεση από την αξία του συνόλου των εργασιών των μέχρι τότε συνολικώς καταβληθέντων ποσών, βάσει των 1ης έως 27ης πιστοποιήσεων.

Επομένως, το Εφετείο σύμφωνα με το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής, ένεκα αοριστίας της, όπως ζητούσε ο αναιρεσείων. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά το αυτό άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ως αποδεικνυόμενα τα ανωτέρω γεγονότα, ειδικώς δε και ότι ο κύριος του έργου ενέκρινε την υποκατάσταση της αναιρεσίβλητης στις εκ της εργολαβικής συμβάσεως υποχρεώσεις της αναδόχου κοινοπραξίας. Επομένως δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1,2 ν.δ. 1266/1972 και 45 π.δ. 475/1976 και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα από τη διαδικασία και τυγχάνοντα αναγκαία προς εφαρμογή των εν λόγω ουσιαστικών κανόνων γεγονότα, ενώ δεν απαιτείτο η παράθεση και άλλων. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, ως είχε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι'αυτά. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ως αποδεικνυόμενα τα ανωτέρω γεγονότα και ειδικώς την κατάρτιση της επικαλουμένης υπεργολαβικής συμβάσεως, εκ των προσαγομένων και επικαλουμένων υπό των διαδίκων εγγράφων και όχι άνευ αποδείξεως. Επομένως, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Η ανωτέρω παραμόρφωση επέρχεται όταν το δικαστήριο σχηματίζει τη γνώμη του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, τα ανωτέρω και δη τα περί καταρτίσεως της ένδικης υπεργολαβικής συμβάσεως εκ του συνόλου των προσαχθέντων και επικληθέντων από τους διαδίκους εγγράφων.

Συνεπώς, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 24-5-1983 συμφωνητικού συστάσεως της αναιρεσί-βλητης, ως μη αποδεικνυομένης μόνον εξ αυτού της εν λόγω συμβάσεως. Κατ'ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικώς προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Εν προκειμένων, το Εφετείο εκτίμησε τα υπ'αρ. ... συμβολαιογραφικά έγγραφα των συμβολαιο-γράφων Αθηνών Μαριάνθης Ασημακοπούλου και Δημητρίου Αποστόλου, αντιστοίχως, δια των οποίων συνεστήθη η ανωτέρω κοινοπραξία και τροποποιήθηκε το καταστατικό της, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν δέχθηκε εξ αυτών άμεση και πλήρη απόδειξη καταρτίσεως της επίμαχης υπεργολαβίας. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών τούτων μέσων, ώστε ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της απορριψάσης την αγωγή της πρωτοδίκου αποφάσεως, εξαφάνισε αυτήν και ακολούθως δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας- αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου-αναιρεσίοντος και υποχρέωσε τον τελευταίο, για τους αναφερόμενους σε αυτή (αγωγή) λόγους, να καταβάλει στην πρώτη το αναφερόμενο ποσό, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

Την 21-8-1993 απεβίωσε ο Ρ, μετά δε από αυτό ο εναγόμενος εμφανίσθηκε στον κύριο του έργου και, ως μόνο επιζών μέλος της αναδόχου κοινοπραξίας και εκπρόσωπος αυτής, ζήτησε το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής για το όλο έργο, από 24.797.500 δραχμές, ποσό το οποίο οριστικά προέκυψε από την με ημερομηνία 26-2-1998, 38η και τελευταία πιστοποίηση, μετά την αφαίρεση από τη συνολική αξία όλων των εργασιών του έργου, ύψους, κατά τις πιστοποιήσεις 1 έως και 38 103.292.018 δραχμών, των πληρωθέντων ποσών των πιστοποιήσεων 1-37 από 80.542.018δρχ., με συνυπολογισμό του αποδοτέου ΦΠΑ 18% από το Δημόσιο στον εργολάβο, όπως και των κρατήσεων υπέρ τρίτων επί της αξίας των εργασιών της 38ης πιστοποίησης.

Το ποσό αυτό των δραχμών 24.797.500, τελικώς και παρά τις αντιρρήσεις και τις σχετικές παραστάσεις της ενάγουσας υπεργολάβου εταιρίας, του καταβλήθηκε την 29-3-1999, εκείνος δε το κράτησε όλο για τον εαυτό του. Όμως, από το εν λόγω ποσό, το 93%, που αντιστοιχεί σε 23.061.657 δραχμές, συνιστά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το συμβατικό υπεργολαβικό αντάλλαγμα της ενάγουσας εταιρίας, το οποίο ο εναγόμενος όφειλε να της αποδώσει, πράγμα που αρνήθηκε αδικαιολογήτως να κάνει.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου 1,2 παρ.1,3 παρ.1,4,5 παρ.1,6 παρ.2,14 παρ.1,16 παρ.1 και 2,19 παρ.1 και 4β 21 παρ.1 και 2,35 παρ.1 και 2 του Ν. 1642/1986, ειδικότερα δε δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές με το να μη ορίσει ξεχωριστά την αμοιβή και τον ΦΠΑ, αλλά να συνυπολογίσει στην υπεργολαβική αμοιβή της αναιρεσιβλήτου τον αποδοτέο από το Δημόσιο (εργοδότη του έργου) στον εργολάβο ΦΠΑ (18%), τον οποίο καταβάλει ο εργοδότης στον εργολάβο, που στη συνέχεια τον αποδίδει, με τη νόμιμη διαδικασία,, στο Ελλ.

Δημόσιο, αφού με απλό μαθηματικό υπολογισμό εξευρίσκεται, εκ του άνω ποσού των 23.061.657 δραχμών, σε τι ποσό ανέρχεται η υπεργολαβική αμοιβή της αναιρεσιβλήτου και σε τι ποσό ανέρχεται ο ΦΠΑ. Από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφάσεως προκύπτει σαφώς ότι στο αναφερόμενο ως άνω συμβατικό υπεργολαβικό αντάλλαγμα της αναιρεσιβλήτου των δρχ. 23.061.657 περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ.

Εφόσον τον εισπραχθέντα από τον αναιρεσείοντα (μαζί με την εργολαβική αμοιβή) ως άνω ΦΠΑ όφειλε αυτός να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη, προκειμένου η τελευταία να τον αποδώσει στο Ελλ. Δημόσιο, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το οφειλόμενο ποσό του φόρου αυτού με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, σύμφωνα με το άρθρο 346 ΑΚ., το οποίο δεν παραβίασε, όπως δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2,12,14,15 του Κ.Β..Σ., σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ.2 του Ν.1642/1986.

Κατ'ακολουθίαν, ο υποστηρίζων τα αντίθετα εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις άνω παραδοχές του, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.1,2 ΝΔ 1266/1972, 45,46,47 του Π.Δ. 475/1976,681 και 684 του ΑΚ και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ αντίθετος τέταρτος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.

Επειδή, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε, πλην άλλων, και τα ακόλουθα: Στη συνέχεια, τον Ιούνιο του ίδιου έτους η ανάδοχος Κοινοπραξία κατήρτισε σύμβαση υπεργολαβίας με τον Ψ1, με την οποία συμφωνήθηκε ότι αυτός ή η εταιρία που θα συνιστούσε, θα εκτελούσαν τις εργασίες του οικοδομικού (και μόνο) μέρους του έργου και παραχωρήθηκε εγγράφως στον εν λόγω το δικαίωμα να εισπράξει ο ίδιος το αντίστοιχο προς τις εργασίες αυτές ποσοστό (93%) του εργολαβικού ανταλλάγματος από τον κύριο του έργου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 216, 681 και 684 του ΑΚ και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.

Επειδή, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε επίσης και τα ακόλουθα: Σε εκτέλεση της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη συμβάσεως υπεργολαβίας, ο Ψ1 συνέστησε κατά την 24-5-1983 την ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία με ομόρρυθμα μέλη τον ίδιο και τον Ψ2 και με ετερρόρυθμο μέλος τον Ρ.

Δεδομένου δε ότι, σύμφωνα με την εργολαβική σύμβαση, το εργολαβικό αντάλλαγμα θα καταβαλλόταν σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών και βάσει πιστοποιήσεων από τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου, συμφωνήθηκε μεταξύ των μελών της υπεργολάβου Ετερ. Εταιρίας ότι αυτή αναλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και αναδέχεται όλες τις υποχρεώσεις του Ρ από την 26η πιστοποίηση και εφεξής μέχρι την τελευταία, ενώ μέχρι και την 25η πιστοποίηση τα μέλη Ρ και Ψ1 θα έκαναν πλήρη εκκαθάριση και τακτοποίηση των μεταξύ τους, όπως και με την Κοινοπραξία λογαριασμών.

Με αυτές τις παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ και ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος. Επίσης, με τις παραδοχές που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη και στην παρούσα, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τωνάρθρων 2 παρ.1,12 παρ.1,9 και 10, 14 και 15 του ΚΒΣ, ως και τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1,3 παρ.1,4,5 παρ.1,6 παρ.2,14 παρ.1,16 παρ.1 και 2,19 παρ.1 και 4,21 παρ.1 και 2,35 παρ.1 και 2 του Ν. 1642/1986 και ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αντίθετος πρώτος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων, κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ συνάγεται ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης δικαστικής ομολογίας σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του ομολογούντος, είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός (από τον έμμεσα ομολογούντα). Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το δικαστήριο της ουσίας δικαιούται να κρίνει αν από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία.

Η κρίση του αυτή αφορά αποκλειστικά σε πράγματα και για αυτό διαφεύγει τον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε ειδικώς την εκτέλεση, κατά τις επί μέρους εργασίες και συνολικά, του έργου από την ενάγουσα, ούτε την οριστική έγκριση τούτου από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε και την έκδοση και το περιεχόμενο όλων των πιστοποιήσεων.

Ότι, επίσης (ο εναγόμενος) δεν αρνήθηκε ότι η αμοιβή για τις εκτελούμενες εργασίες καταβάλλετο με κάθε πιστοποίηση, ούτε ότι η 38η πιστοποίηση, η οποία ακολούθησε την οριστική έγκριση του έργου, ήταν η τελική. Από τη μη αμφισβήτηση αυτή εκ μέρους του εναγομένου των ανωτέρω πραγματικών ισχυρισμών της ενάγουσας, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, το Εφετείο συνήγαγε ομολογία του εναγομένου για τους άνω ισχυρισμούς.

Δεδομένου ότι από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγομένου προκύπτει ότι πράγματι ο τελευταίος δεν αμφισβήτησε τους άνω πραγματικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, το Εφετείο, με το να συναγάγει από τη μη αμφισβήτηση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και τη γενική άρνηση, ομολογία του εναγομένου για τους ισχυρισμούς αυτούς, δεν έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ και ο αντίθετος πέμπτος λόγος του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο αναιρεσείων, με τον έκτο (τελευταίο) λόγο του από 5-2-2007 δικογράφου των προσθέτων, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να επιδικάσει το ποσό των 67.679,63 ευρώ στην ενάγουσα, που είναι ανύπαρκτο επαγγελματικό πρόσωπο, χωρίς να της έχει αποδοθεί ΑΦΜ και χωρίς να έχει θεωρήσει τα κατά τον ΚΒΣ απαιτούμενα βιβλία και στοιχεία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 36 παρ.1,2 του Ν. 1642/1986,55 παρ.4 του Ν. 2065/1992 και 4 παρ.1,5 και 20 του Συντάγματος και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως διότι στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι τα αμέσως ανωτέρω προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα συντρέχουν πράγματι και είναι αληθή, ενώ αυτά δεν προκύπτουν από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού σε αυτή δεν υπάρχουν σχετικές ουσιαστικές παραδοχές.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 423-465 ΚΠολΔ, έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο-αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο συνεκτίμησε το έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό λόγο του από 20-2-2007 δικογράφου των προσθέτων, προβάλλει ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 24-5-1983 συμφωνητικού συστάσεως της αναιρεσιβλήτου ετερόρρυθμης εταιρίας και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ.

Όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, δέχθηκε τα αναφερόμενα στις ως άνω σκέψεις,, για κατάρτιση της ένδικης συμβάσεως υπεργολαβίας, αφού συνεκτίμησε το άνω συμφωνητικό συστάσεως της αναιρεσιβλήτου εταιρίας μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης και δεν εξήρε το έγγραφο αυτό αναφορικά με το άνω (αναφερόμενο στις σκέψεις αυτές) πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Επομένως, μη ιδρυομένου στην περίπτωση αυτή, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, του εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του από 20-2-2007 δικογράφου των προσθέτων είναι απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2005 αίτηση και τους από 5-2-2007 και 20-2-2007 προσθέτους λόγους περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 7997/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ