Supreme Court allows appeal on set-off claim rejection due to lack of specificity regarding creditor's debts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting a set-off claim. The appellant argued the lower court erred by dismissing the set-off as vague because it did not specify which of the appellant's multiple debts the counterclaim addressed. The court held that while specificity is required, when a debtor's claim exceeds the counterclaim, the remaining balance is automatically calculated under the Civil Code, rendering the objection invalid. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 440 and 441A of the Civil Code; The right of set-off arises when mutual claims exist, and a proposal for set-off extinguishes both claims retroactively. For the set-off objection to be valid, it must specify the creditor's claim; however, if the creditor's claim is larger, the Civil Code rules on the calculation of the surplus, validating the set-off proposal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1519 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1519/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", ως καθολικής διαδόχου, δια συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ....., 2) ...., 3) ....., 4) ....., 5) ....., 6) ...... και 7) ..... .Οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος και 6ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λαγουβάρδου. Οι 4ος και 7ος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34142/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2932/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος και 6ος αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 30-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσίβλητους, εκθέσεις επιδόσεως, υπ' αριθμ. ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών ...., .... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., .... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..... και ...του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ....
καθώς και από την επισημείωση στο προσκομιζόμενο δικόγραφο της αναιρέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Εδέσσης ...., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17-2-2006 αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε στους τέταρτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους, όπως και στην αναιρεσείουσα επιδόθηκε επίσης και αντίγραφο της από 16-1-2008 κλήσεως με την κάτω από αυτήν πράξη του αρμοδίου Αντιπροέδρου με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Αυτοί, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση ατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των ανωτέρω διαδίκων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, είναι αυτοί που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Αντίθετα, ως δικονομικοί κανόνες, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται εκείνοι που καθορίζουν τον τρόπο ( τη διαδικασία ), τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των από το ουσιαστικό δίκαιο αναγνωριζομένων στα πρόσωπα δικαιωμάτων.
Κατά συνέπεια, οι κανόνες που καθορίζουν τον τρόπο και τα μέσα αποδείξεως ενός γεγονότος, γενεσιουργού ουσιαστικού δικαιώματος, αποτελούν δικονομικούς κανόνες. Εξάλλου, κατά τον όρο 6 της ΔΑ 62/1981 "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών οικοδόμων, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 1290/22-4-1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'241), "ως υπηρεσία ή προϋπηρεσία θεωρείται, πλην της τοιαύτης παρά του εις ον ήδη υπηρετούν οι μισθωτοί εργοδότη, πάσα ετέρα ομοειδής τοιαύτη παρ' οιουδήποτε εργοδότη διανυθείσα επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ως και η άσκηση αυτοτελούς επαγγέλματος, αποδεικνυομένη δια πιστοποιητικών των προηγουμένων εργοδοτών και εν αποδεδειγμένη αδυναμία προσκομίσεως τοιούτων δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου, εν περιπτώσει δε ασκήσεως αυτοτελούς επαγγέλματος δια βεβαιώσεως του αρμοδίου Οικονομικού Εφόρου ή άλλης Αρχής, βεβαιούσης τον χρόνον της τοιαύτης ασκήσεως".
Η διάταξη αυτή, κατά το μέρος που ρυθμίζει τον τρόπο αποδείξεως της προϋπηρεσίας, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δέχτηκε ως αποδεδειγμένη την προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων οικοδόμων ευθέως από τα ασφαλιστικά αυτών βιβλιάρια, παραβιάζοντας έτσι την πιο πάνω διάταξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο ότι δέχτηκε ως αποδεδειγμένο τον επικληθέντα χρόνο προϋπηρεσίας των αναιρεσιβλήτων παρόλο ότι η αναιρεσείουσα αρνήθηκε τη γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας αυτής, είναι απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος διότι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 της από 29-12-80 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν.1157/81, κατά τη διαδικασία του ν. 3299/55 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών εργατικών διαφορών εργασίας κ.λ.π.", προκειμένου περί μισθωτών υπαγομένων στο νόμο αυτό, πλην μισθωτών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, δύναται να καθιερούται σύστημα εβδομαδιαίας εργασίας πέντε εργασίμων ημερών, άνευ μειώσεως του κατά περίπτωση ισχύοντος ή εφαρμοζομένου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας.
Σε εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως στο σύστημα της πενθήμερης εργασίας υπήχθησαν από 28-10-83 και οι οικοδόμοι σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 8/84 ΔΑ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 25-6-84 με την ΥΑ 16080/84. Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 της από 14-2-84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20-3-84 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-84 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο, ως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της υπ' αριθμ. 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/83.
Για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες μόνο ημέρες της εβδομάδος απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών εβδομαδιαίως, δοθέντος ότι με το άρθρο 6 της από 26-2-75 ΕΓΣΣΕ οι ώρες εργασίας δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 9 ημερησίως.
Η εργασία του μισθωτού εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας δε συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερεργασίας, ο δε μισθωτός ως απασχοληθείς ακύρως σε ημέρα υποχρεωτικής αναπαύσεως δικαιούται να αξιώσει κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό τούτο, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης από την εργασία κατά τα Σάββατα του απασχοληθέντος μισθωτού.
Περαιτέρω, για το κατά το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. α'και β'Κ.Πολ.Δ ορισμένο του αντίστοιχου αγωγικού κονδυλίου πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ότι κατά τον επίδικο χρόνο της εργασίας του ο καθένας απ' αυτούς εργάστηκε στην αναιρεσείουσα και κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) Σάββατα και ότι δικαιούται για τις αντίστοιχες ώρες που απασχολήθηκε τα λεπτομερώς αναφερόμενα ποσά ως υπερεργασία και παράνομες υπερωρίες, αλλιώς ένα ημερομίσθιο, το οποίο και προσδιορίζει, για κάθε Σάββατο που εργάστηκε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού τα εν λόγω ποσά θα κατέβαλλε η αναιρεσείουσα σε άλλον, έχοντα τα ίδια προσόντα, τον οποίο θα προσλάμβανε για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας.
Ζήτησε δε ο καθένας την επιδίκαση του προσδιοριζόμενου για την αιτία αυτή ποσού. Με το άνω περιεχόμενο και επικουρικό αίτημα η αγωγή περιέχει όλα τα κατά νόμο θεμελιούντα τις ανωτέρω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξιώσεις πραγματικά περιστατικά και είναι επαρκώς ορισμένη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το σκέλος του από τον αριθμό 9, αληθώς όμως από τον αριθμό 14, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ , με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο επικουρικό αίτημά της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 2 του ν. 435/76, 6 παρ. 3 της ΕΓΣΣΕ από 26-2-75, 6 της ΕΓΣΣΕ από 24-2-84 και της υπ' αριθμ. 1/82 ΔΔΔΔ Αθηνών, είναι επίσης απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του σχετικά με την κατ' ουσίαν παραδοχή του αυτού πιο πάνω (επικουρικού) αιτήματος.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται προφανώς των ορίων που επιβάλλει η προαναφερθείσα διάταξη (ολ.ΑΠ 8/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες με την αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι απασχολήθηκαν δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψαν με την πρώτη των εναγομένων της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, ως τεχνίτες οικοδόμοι, πλην του έκτου, που απασχολήθηκε ως ανειδίκευτος εργάτης και βοηθός τεχνίτη, στα αναφερόμενα σ' αυτήν (αγωγή) δημόσια έργα που εκτελούσε εκείνη και ότι οι εν λόγω συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις αορίστου χρόνου επειδή κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ζήτησαν μεταξύ άλλων, να τους επιδικαστεί και το προβλεπόμενο από την παρ.8 της υπ' αριθμ.54/75 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή και υποχρεωτική με τις υπ' αριθμ.42980/8911/1975 και 2442/449/1976 αποφάσεις του Υπουργού Απασχολήσεως αντίστοιχα, επίδομα αποστάσεως, επειδή ο τόπος της κατοικίας τους απείχε περισσότερο από 10 χιλιόμετρα από τον τόπο της εργασίας τους.
Η αναιρεσείουσα αποκρούοντας την αγωγή προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους, την οποία απέρριψε το εν λόγω δικαστήριο ως αόριστη. Την ένσταση αυτή, που επαναφέρθηκε από την αναιρεσείουσα στο δεύτερο βαθμό με σχετικό λόγο εφέσεως, το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ως περιεχόμενό της, ότι η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων περί καταβολής του επιδόματος αποστάσεως είναι καταχρηστική, διότι κατέβαλλε σ' αυτούς αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, που υπερκάλυπταν το επίδομα τούτο, την έκρινε επίσης ως αόριστη, απορρίπτοντας τον ως άνω λόγο εφέσεως, διότι δεν αναφερόταν σ' αυτήν η αιτία καταβολής στους αναιρεσίβλητους υπέρτερων αποδοχών.
Η εν λόγω ένσταση, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ήταν μη νόμιμη, γιατί τα πιο πάνω περιστατικά δε θεμελίωναν από μόνα τους την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση. Επομένως το Εφετείο, που την απέρριψε ως αόριστη, ορθά κατ' αποτέλεσμα, αν και με διαφορετική αιτιολογία, έκρινε και δεν παραβίασε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ο δε τρίτος από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το μέρος που ο λόγο αυτός επιχειρείται να θεμελιωθεί και σε άλλα περιστατικά, πέραν εκείνων που δέχτηκε ότι προβλήθηκαν η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία και δεν πλήττεται με τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η ίδρυσή του προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως από το δικαστήριο και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας με τον οποίο αμφισβήτησε τη γνησιότητα των προσκομισθέντων από τους αναιρεσίβλητους προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους "πρόχειρα τετράδια - ημερολόγια". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος διότι η διάταξη του άρθρου 457 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, κατά την οποία "τη γνησιότητα ιδιωτικού εγγράφου, εφόσον αμφισβητείται, πρέπει να την αποδείξει εκείνος που το επικαλείται και το προσάγει....", είναι δικονομικού δικαίου και η εκ πλαγίου παραβίασή της δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη των ημερολογίων των αναφερομένων στην αγωγή έργων και των καταστάσεων πληρωμής των εναγόντων, που προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο η αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι, από τη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 440 και 441ΑΚ, το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως συμψηφισμού δημιουργείται από τότε που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Από το χρονικό αυτό σημείο, ο δικαιούχος της κάθε απαιτήσεως έχει δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.
Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων αναδρομικά, δηλαδή από τότε που συνυπήρξαν. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 262 παρ. 1 και 222 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού, πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται η απαίτηση του ενάγοντος δανειστή στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, το ποσό αυτής και ο χρόνος κατά τον οποίο γεννήθηκε.
Αν δε οι απαιτήσεις του δανειστή είναι περισσότερες, τότε δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια από αυτές αντιτάσσεται ο συμψηφισμός, διότι στην περίπτωση αοριστίας της δηλώσεως του οφειλέτη, εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, που ρυθμίζει τον καταλογισμό του καταβαλλόμενου ποσού σε περίπτωση περισσότερων χρεών, οπότε συμπληρώνεται η αόριστη δήλωση και ο συμψηφισμός είναι έγκυρος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσείουσα πρότεινε στον πρώτο βαθμό, επικουρικώς, σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις της κατά των 1ου, 2ου, 4ου, 6ου, και 7ου, των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ανερχόμενες αντίστοιχα στα ποσά των 1.332, 3.857,34, 4076, 4050 και 2382 ευρώ. Την ένσταση αυτή, την οποία επανέφερε με το αυτό περιεχόμενο και στο δεύτερο βαθμό, απέρριψε το Εφετείο ως αόριστη διότι δεν προσδιορίζονταν σε ποια ή ποιες από τις απαιτήσεις των εναγόντων, οι οποίες ανέρχονταν σε μεγαλύτερα ποσά, αναφέρονταν.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ακολούθως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την εν λόγω ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2932/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ