Supreme Court partially allows appeal on mental distress damages but dismisses claim regarding fault percentage assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a traffic accident case. While the court rejected the argument that the appellate court improperly assessed the fault percentage, it found the award of monetary compensation for mental distress to the relatives of the deceased legally flawed. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for retrial regarding the damages, while the appeal on fault was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 and 561 of the Civil Code; The Supreme Court may remitt a case for retrial if the lower court's assessment of non-property damages lacks sufficient reasoning, but it cannot overturn a clear factual finding on liability percentages.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1519 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1519/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 2. Χ2 και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Βρώτσο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... , 2. .... , 3. ...., 4. .... και ..... , ως ενασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Ψ3, 5. ......, 6. .... 7. Ψ1 , 8. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Σιγάλα και 9. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "CGU INTERNATIONAL INSURANCE A,E,", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τομαρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 2662/2003, 2663/2002 και 9140/2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3080/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7509/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Ιανουαρίου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 17 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Μεταξύ των μελών της οικογένειας, κατά την άνω διάταξη, περιλαμβάνονται οι γονείς και οι αδελφοί του θανατωθέντος, όπως και ο παππούς και η γιαγιά αυτού. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει περαιτέρω ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής.
Έτσι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης, κατά τα ανωτέρω, χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε κρίση του αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όσο από το άρθρο 559 αρ. 1, όσο και από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παραγρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το επί του άρθρου 559 αρ. 1 και 559 αρ. 19 ΚΠολΔ στηριζόμενο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι στους αναιρεσίβλητους επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση 1) στον πρώτο αναιρεσίβλητο, πατέρα του, κατά το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα, θανόντος Ζ1 , το ποσό των 42.000 ευρώ, 2) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, μητέρα του θανόντος, το ποσό των 42.000 ευρώ, 3) στην τρίτη αναιρεσίβλητη, αδελφή του θανόντος .....
το ποσό των 27.000 ευρώ, 4) στην τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Ψ3, ανήλικη αδελφή του θανόντος, το ποσό των 25.000 ευρώ και 5) στην πέμπτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων, γιαγιά και παππού του θανόντος, το ποσό των 12.000 ευρώ στον καθένα, για ψυχική οδύνη, που οι πιο πάνω συγγενείς του αποβιώσαντος υπέστησαν από τη θανάτωση του ανωτέρω που προκλήθηκε από την αμελή συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά την οδήγηση του αναφερομένου αυτοκινήτου, συνιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία και τα οποία χρηματικά ποσά είναι δυσανάλογα της αναγνωρισθείσας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο από 30% συνυπαιτιότητας του ως άνω θανόντος, οδηγού του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσίβλητου και ασφαλισμένου στην ένδικη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί η κρίση του εφετείου δεν ελέγχεται αναιρετικώς ως προς τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ', αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια του άρθρου 335 και 338 έως 340 του ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονται και στην ειδική διαδικασία της εκδίκασης των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρα 591 παρ.1 και 681 Α' ΚΠολΔ) και τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα.
Για να είναι, όμως, όμως, ορισμένος ο εξεταζόμενος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων παραπονείται ότι δεν λήφθηκε υπόψη ένα αποδεικτικό μέσο ευνοϊκό γι' αυτόν, πρέπει, να γίνεται στην αίτηση αναίρεσης, προσδιορισμός του αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου αυτού, καθώς, επίσης, πρέπει να αναφέρεται και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του την επικληθείσα και προσκομισθείσα 4829/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι δεν προσδιορίζεται ο ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή της ως άνω απόφασης.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης είναι και οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως και αντενστάσεως.
Πράγμα, επομένως υπό την έννοια αυτή είναι κι ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον διαλαμβανόμενο στον τρίτο λόγο εφέσεως των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειόντων κατά της 3080/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρισμό αυτών, ότι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 80% ως προς την πρόκληση και την έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν από το ένδικο ατύχημα ήταν ο θανατωθείς , ο οποίος δεν χρησιμοποίησε τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε.
Ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός, ως προς τον παραλείψαντα να κάνει χρήση της ζώνης ασφαλείας (αποθανόντα) οδηγό του συγκρουσθέντος ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ζ1 που αναφέρεται για τον καθορισμό του επιδικαστέου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. που προβλήθηκε από τους πιο πάνω αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της από 14-12-2004 εφέσεως τους, δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει, και επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του αυτό, είναι βάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το παραπάνω μέρος του και καθόσον ασκείται από την δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2 η οποία δεν υπήρξε διάδικος (εκκαλούσα) στην ανοιγείσα δίκη επί της από 14.12.2004 έφεσης των λοιπών αναιρεσειόντων αλλά μόνο στην από 16.12.2004 συνεκδικασθείσα έφεση αυτής και της πρώτης αναιρεσείουσας Χ1 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον στην τελευταία αυτή έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν περιέχεται λόγος έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται το παράπονο κατά της εκκληθείσας 3080/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο πιο πάνω οδηγός Ζ1 δεν χρησιμοποίησε τη ζώνη ασφαλείας του αυτοκινήτου που οδηγούσε.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης και κατά το πιο πάνω μέρος του, καθόσον ασκείται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πρώτη και τρίτη απ' αυτούς) και στρέφεται κατά της ενάτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία CGU ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν υπήρξε διάδικος (εφεσίβλητη) στην από 14.12.2004 έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ στην από 16.12.2004 έφεση της Χ1 (και της Χ2) που στρέφεται κατά της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας, δεν περιέχεται λόγος κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως που να αναφέρεται στο ίδιο ως άνω παράπονο.
Κατά το υπόλοιπο μέρος του ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειόντων ότι οι επιβαίνοντες του ιδίου ως άνω αυτοκινήτου αναιρεσίβλητες (εφεσίβλητες) Ψ3, Ψ1 και Ψ2, που τραυματίσθηκαν, δεν έκαναν χρήση των ζωνών ασφαλείας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό αν η παράλειψη της χρήσεως των ζωνών ασφαλείας αναφέρεται σε αμέλεια του οδηγού Ζ1 να μεριμνήσει για την ασφάλεια των συνεπιβατών, ελέγχοντας αν τα ανωτέρω πρόσωπα φορούν τις ζώνες ασφαλείας (άρθρο 33 παρ. 3 Κ.Ο.Κ.( ν. 2696/1999) ή σε αμελή συμπεριφορά των ίδιων των πιο πάνω παθόντων επιβατών, ηλικίας ανωτέρας των 13 ετών, να χρησιμοποιήσουν τις ζώνες ασφαλείας (άρθρο 12 παρ. 5 Κ.Ο.Κ.).
IV. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόσθηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείπεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, παρότι κατά τους ισχυρισμούς της, ήταν σταματημένη με το αυτοκίνητο της στο ρεύμα πορείας της, τυγχάνει συνυπαίτια του ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του κατά ποσοστό 70%, ενώ ο οδηγός του συγκρουσθέντος με το προηγούμενο .....
κρίθηκε συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η επικαλούμενη αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές.
V. Μετά ταύτα η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που επιδικάσθηκε στους εκκαλούντες της από 25.1.2005 έφεσης και ήδη πρώτο έως και έκτο των αναιρεσίβλητων, συγγενών του παθόντος Ζ1 , εναγόντων στην από 27.3.2002 (με αριθ. καταθ. 2663/2002) αγωγή αυτών κατά των αναιρεσειόντων Χ1 και ασφαλιστικής εταιρείας ΕΥΡΩΣΤΑΡ ΑΕΕ κατά ζημιών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθούν οι πρώτος έως και έκτος των αναιρεσίβλητων, επειδή ηττώνται στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειόντων. Αντιθέτως, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των εβδόμης έως και ένατης των αναιρεσίβλητων, επειδή, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς οι αναιρεσείοντες ηττώνται. Το με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης υποβαλλόμενο αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού από τις ανεπικύρωτες και αχαρτοσήμαντες από 2.11.2004 (δύο) εξοφλητικές αποδείξεις, 11.739 και 95.379 ευρώ, που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7509/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών μεταξύ των διαδίκων που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους πρώτο έως και έκτο των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και τρίτης των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 10.1.2006 αίτηση αναιρέσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των εβδόμης, ογδόης και ενάτης των αναιρεσίβλητων, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ. Και
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υπέβαλαν με τις προτάσεις οι αναιρεσείοντες.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ