Legislator Case Law & Legislation
1519/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company, remanding case to lower court on policy cancellation timing.

Case Number 1519/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance fund against a lower court judgment. The court found the appellate court erred in interpreting the statutory requirements for policy cancellation and subsequent liability. Consequently, the judgment was remanded to the Court of First Instance for further proceedings with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 19 and 559 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must strictly apply statutory timelines for policy cancellation notifications to third parties, and failure to do so results in the automatic renewal of the contract, thereby barring the insurer from claiming liability against third parties who suffered damage during the renewed period.

Keywords

AI generated
insurance policy cancellation third party liability statutory timelines automatic renewal appeal remand civil procedure code insurance contract termination

Cited Legislation

AI generated
Article 19 paragraph 1 of Law 489/1976
Article 3 of Presidential Decree 314/1993
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1519 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1519/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του καλούντος - αναιρεσείοντος: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.

Των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1. ......., 2. ......., καθενός ατομικά για τον εαυτό του και ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους ......, κατοίκων χωρίου ....., περιφέρειας .... Αλβανίας, 3. ....., 4. ......, 5. ....... περιφέρειας ...... Αλβανίας και 6. ....... Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 4 και 5 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Τζίφα και ο υπό στοιχείο 6 παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-11-1999, 14-1-2000 αγωγές και την από 10-5-2000 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2002 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 4 Οκτωβρίου 2002 αίτησή του και ο X1 με την από 27 Μαρτίου 2003 αίτησή του, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης συνεκδικάσθηκαν κατά την δικάσιμο της 20ης Φεβρουαρίου 2004, ενώπιον του Τμήματος τούτου, το οποίο εξέδωσε την 1076/2004 απόφαση, με την οποία: α. απορρίφθηκε η αναίρεση του X1, ως προς το μέρος που αυτή ασκήθηκε κατά των ως άνω αναιρεσιβλήτων και β. παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η Ολομέλεια εξέδωσε την 51/2005 απόφασή της, με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς ως άνω λόγος, ως απαράδεκτος και ανέπεμψε την υπόθεση και πάλι στο Τμήμα τούτο για περαιτέρω εκδίκαση. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20 Δεκεμβρίου 2005 κλήση του αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2003 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επί της από 4-10-2002 αιτήσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου, περί αναιρέσεως της 285/2002 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, εκδόθηκαν αρχικώς μεν η 1076/2004 απόφαση του Δ΄ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ακολούθως δε η 51/2005 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας, με την οποία αναπέμφθηκε στο Τμήμα τούτο (Δ΄) η υπόθεσςη προς έρευνα όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ήδη, η αίτηση αυτή εισάγεται προς εκδίκαση με την από 20-12-2005 κλήση του αναιρεσείοντος.

ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 10 παρ. 1, 11, 19 παρ. 1 περ. β' του ν. 489/1976 (όπως αυτές ισχύουν κωδικοποιηθείσες με το π.δ. 237/1986), 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997, 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, 2 και 3 του π.δ. 314/1993, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την 90/232 Οδηγία της ΕΟΚ (ήδη ΕΕ), συνάγεται ότι την αποζημίωση στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο και όταν το ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι ανασφάλιστο, ήτοι όταν, μεταξύ άλλων, η σύμβαση ασφαλίσεως κατασχέθηκε από τον ασφαλιστή λόγω καθυστερήσεως της πληρωμής ληξιπρόθεσμης δόσεως ασφαλίστρου, οπότε, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, πρέπει ο ασφαλιστής α) να γνωστοποιήσει με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφαλίσεως (αντισυμβαλλόμενο) ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την παρέλευση ενός μηνός από την κοινοποίηση της δηλώσεως, τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως και β) να γνωστοποιήσει στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο την επελθούσα ως άνω λύση της συμβάσεως, από τη δεύτερη δε αυτή γνωστοποίηση, που γίνεται με έγγραφη επιστολή του προς οιονδήποτε από αυτούς στην κατοικία ή στη διαμονή του, πρέπει να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών.

Στην περίπτωση, έτσι, αυτή η σύμβαση ασαλίσεως λύεται μεταξύ των συμβαλλομένων μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την πρώτη (υπό στοιχείο α΄) γνωστοποίηση. Για να μπορεί όμως η εν λόγω λύση να αντιταχθεί από τον ασφαλιστή κατά του ζημιωθέντος τρίτου πρέπει το ατύχημα να συμβεί μετά παρέλευση δέκα έξι (16) ημερών αφότου έγινε η δεύτερη (υπό στοιχείο β΄) γνωστοποίηση.

Εφόσον δεν έγινε καταγγελία κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 ή το άρθρο 6 παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, η σύμβαση ασφαλίσεως, συναπτόμενη για ορισμένη περίοδο, ανανεώνεται για ίσο χρονικό διάστημα. Ο τυχόν περιεχόμενος στο ασφαλιστήριο όρος, κατά τον οποίο μόνη η καθυστέρηση πληρωμής των ασφαλίστρων επάγεται δίχως άλλο τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, είναι άκυρος ως αντίθετος προς το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 και, πάντως, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του ζημιωθέντος τρίτου (άρθρο 11 παρ. 1 ν. 489/1976).

Ως εκ τούτου, αν το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά την εκδίκαση αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, αποδείξει ανταποδεικτικώς ότι είχε καταρτισθεί σύμβαση ασφαλίσεως, τότε, για να γεννηθεί υποχρέωσή του προς αποζημίωση του παθόντος, πρέπει ο τελευταίος να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η σύμβαση αυτή λύθηκε με καταγγελία, επιπλέόν δε ότι έγιναν οι ως άνω δυο γνωστοποιήσεις με τον προεκτεθέντα τρόπο, καθώς και ότι το ατύχημα συνέβη μετά την παρέλευση δέκα έξι (16) ημερών από τη δεύτερη γνωστοποίηση.

Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ. 314/1993 δεν παρέχουν στήριγμα σε διαφορετική εκδοχή, αφού αυτές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, αναφέρονται σε διαφορετικά μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ασφαλιστή σχετικώς με το ποιος από αυτούς πρέπει να αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο και δεν καθιερώνουν εξαρχής δυνατότητα του παθόντος να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και υποχρέωση του τελευταίου, ακόμη και αν το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, να αποζημιώσει τον τρίτο και ακολούθως να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει την απόδοση όσων κατέβαλε στον τρίτο (Ολ.

ΑΠ 3/2005).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο, αναφορικώς με το κρίσιμο ζήτημα αν ήταν ή όχι ασφαλισμένο το ...... ΙΧΕ αυτοκίνητο, από την αμελή οδήγηση του οποίου εκ μέρους του ιδιοκτήτη αυτού X1τραυματίσθηκε θανασίμως ο πεζός .... (συγγενής των αναιρεσιβλήτων), δέχθηκε τα εξής: Το εν λόγω αυτοκίνητο είχε ασφαλισθεί με το 1903 159 ασφαλιστήριο έγγραφο από τον άνω ιδιοκτήτη αυτού στην ασφαλιστική εταιρία «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.» για το χρονικό διάστημα από 11-9-1997 έως 11-3-1998, ακολούθως δε με το 1113060 ασφαλιστήριο ανανεώθηκε η ασφαλιστική σύμβαση για το διάστημα από 11-3-1998 έως 11-9-1998.

Ο εν λόγω ιδιοκτήτης δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα «όπως όφειλε μετά παρέλευση τριάντα ημερών από της εκδόσεως της αποδείξεως αυτής» και η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, με την 1198035420/29-5-1998 ακυρωτική πράξη προέβη σε ακύρωση του άνω ασφαλιστηρίου «λόγω μη πληρωμής», γνωστοποίησε δε στον ιδιοκτήτη, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, στις 4-6-1998 με συστημένη επιστολή που απέστειλε από το γραφείο των ΕΛΤΑ Καλλιθέας με αριθμό καταθέσεως 5678/4-6-1998 προς τη διεύθυνση της κατοικίας του στο χωριό ...... , ότι την 11-3-1998 ακυρούται η ασφαλιστική σύμβαση.

Ο ίδιος (ιδιοκτήτης) έλαβε γνώση του περιεχομένου της ειρημένης επιστολής, καθόσον από τα ΕΛΤΑ δεν επεστράφη η επιστολή ως ανεπίδοτη ούτε εστάλη ειδοποίηση για τυχόν μη παράδοσή της στον παραλήπτη, ενώ εξάλλου αυτός δήλωσε αμέσως κατά την προανακριτική διαδικασία ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο, γεγονός που αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, τη δήλωση δε αυτή επανέλαβε και στην από 27-8-1999 έκθεση εξετάσεώς του ενώπιον του αρχιφύλακα του Α/Τα Ξυλοκάστρου.

Το ατύχημα, συνεχίζει το εφετείο, συνέβη στις 6-3-1999, ήτοι μετά πάροδο δέκα έξι (16) ημερών από την περιέλευση της συστημένης επιστολής (εννοείται: στον ιδιοκτήτη) και επομένως κατά τον κρίσιμο αυτόν χρόνο δεν υπήρχε σε ισχύ έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση για το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ακολούθως, το εφετείο, απορρίπτοντας την από 15-6-2001 έφεση του αναιρεσείοντος και δεχόμενο την από 31-5-2001 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της ομοίως, ως προς το άνω ζήτημα, κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την από 9-11-1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του X1 και του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου και επεδίκασε στους πρώτους τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη, αντιστοίχως, που υπέστησαν από την επελθούσα κατά το ατύχημα θανάτωση του άνω συγγενούς αυτών.

Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση του συλλογισμού τούτου, για τη λύση της κρίσιμης ασφαλιστικής συμβάσεως δεν αρκούσε η περιεχόμενη στην άνω συστημένη επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.» δήλωση περί ακυρώσεως της συμβάσεως αυτής λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων, αλλά θα έπρεπε να διαλαμβάνεται σ' αυτή δήλωση περί καταγγελίας με την επισήμανση ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά παρέλευση ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δηλώσεως, τη λύση της ασφαλιστικής συμβάσεως, ενώ εξάλλου για να μπορούσε η λύση αυτή να αντιταχθεί κατά των αναιρεσιβλήτων (ζημιωθέντων τρίτων) θα έπρεπε, μετά την παρέλευση της μηνιαίας προθεσμίας από την κοινοποήση της εν λόγω δηλώσεως, να έχει γνωστοποιηθεί με επιστολή της ασφαλιστικής εταιρίας στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου η λύση της συμβάσεως και το ατύχημα να έχει συμβεί μετά την πάροδο δέκα έξι (16) ημερών από τη δεύτερη αυτή γνωστοποίηση.

Το ίδιο ισχύει και με την εκδοχή ότι πρόκειται για την προβλεπόμενη στην ΑΥΕ Κ4/585/1978 (αναιτιολόγητη) καταγγελία, όπου για την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας έναντι των αναιρεσιβλήτων θα έπρεπε, μετά την πάροδο είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση του σχετικού περί της καταγγελίας εγγράφου, να έχει γίνει η δεύτερη ως άνω γνωστοποίηση και το ατύχημα να έχει επέλθει μετά παρέλευση δέκα έξι (16) ημερών από αυτή.

Η μη τήρηση των αναφερόμενων πιο πάνω διατυπώσεων και προϋποθέσεων είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως για ένα εξάμηνο, δηλαδή από 11-9-1998 έως 11-3-1999, σε κάθε δε περίπτωση έναντι των αναιρεσιβλήτων το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος (6-3-1999) ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Ε.»,.

κατά της οποίας οι αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να στραφούν και να προβάλουν τις αξιώσεις τους, ενώ δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα έναντι του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, ούτε με βάση το άρθρο 19 παρ. 1 επρ. Β' του ν. 489/1976, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 3 του π.δ. 314/1993. Επομένως, το εφετείο, που έκρινε αντιθέτως, παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, κατά τον βάσιμο συναφώς, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντα, πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, παρέλκει δε η εξέταση του δεύτερου λόγου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, καταλογίζεται έλλειψη νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η προσβαλλόμενη, κατά το μέρος που η από 19-11-1999 αγωγή των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή έναντι του αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου, να αναιρεθεί και η υπόθεση να παραπεμφθεί κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 285/2002 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ