Supreme Court dismisses appeal on property expropriation claim, ruling lower court correctly found no violation of compensation laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting her expropriation claim. The appellant argued she lost 80.70 square meters of her property without compensation, but the lower court found the disputed land remained outside the zoning plan and was never legally expropriated. The court upheld this finding, stating that since no expropriation occurred, the compensation laws were not violated, and the appeal was therefore baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly determined that no expropriation occurred, thereby negating the applicability of compensation statutes and rendering the appeal baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1518 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. χήρας Ι. Α., το γένος Η. και Β. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Αξιόγλου, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζ. Α. Χ., το γένος Η. και Β. Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Χ. του Α. και Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Επισκόπου, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α' βαθμού, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ" (ΑΦΜ ...), που εδρεύει στη Λάρισα (...), νόμιμα εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχο Λαρισαίων Α. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σωτηρίου, και κατέθεσε προτάσεις, 4) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. και Σια ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "..." και ΑΦΜ Α.Φ.Μ. ... ΔΟΥ Τυρνάβου και ήδη ΔΟΥ Λάρισας, που εδρεύει στο Τύρναβο (Βρύση Τυρνάβου) Λάρισας, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 11-11-2013 κύρια παρέμβαση του ήδη υπό στοιχείο 3 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2014 μη οριστική, 153/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 361/2020 μη οριστική, 32/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2022 αίτησή της, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 15-2-2023, και, κατόπιν αναβολής, στη δικάσιμο 6-12-2023, ότε αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 18-04-2022 αίτηση αναίρεσης (υπ' αριθ. κατ. 29/29-4-2022), η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 32/2022 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου, την 29-04-2022, μέσα στην οριζόμενη διετία από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, την 21-01-2022, αφού δεν γίνεται επίκληση από τους διαδίκους και ούτε προκύπτει η επίδοση αντιγράφου της, ενώ έχει κατατεθεί και το προβλεπόμενο παράβολο (άρθρα 495 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει η πορεία της δίκης επί των συνεκδικασθεισών αγωγής και κύριας παρέμβασης. Με την από 11-10-2010 αγωγή (αριθ. κατ. 1478/20-10-2010) η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, εξέθεσε ότι είναι κυρία του περιγραφόμενου, κείμενου στην πόλη της Λάρισας, ακινήτου, κατά τρόπο παράγωγο, με νομίμως μεταγραφέν προικοσύμφωνο και πρωτότυπο, με χρησικτησία, ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες, ήδη αναιρεσίβλητες, κατέλαβαν αυθαίρετα και παράνομα εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 34,72 τ.μ., από οικόπεδό της, εκτάσεως 71,64 τ.μ., το οποίο επρόκειτο να ρυμοτομηθεί προς διαπλάτυνση της διερχόμενης από το δυτικό όριό του οδού ..., πλην όμως το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης αναθεωρήθηκε και το (όλο) οικόπεδό της (των 71,64 τ.μ.) έμεινε οριστικά εκτός ρυμοτομίας.
Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της, να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες να της αποδώσουν καταληφθέν τμήμα και να της καταβάλουν, επίσης και η τρίτη εναγομένη, ετερόρρυθμη εταιρία, ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 9.600 ευρώ, ως ωφελήματα από την χρήση και εκμετάλλευση του καταληφθέντος τμήματος.
Με την από 11-11-2013 κύρια παρέμβαση (αριθ. κατ. 1345/11-11-2013) παρενέβη ο δήμος Λαρισαίων, ο οποίος, αντιποιούμενος το αντικείμενο της δίκης, ισχυρίστηκε ότι η ανωτέρω έκταση των 71,64 τ.μ. επρόκειτο να ρυμοτομηθεί προς διαπλάτυνση της οδού ..., ότι αποδόθηκε αυτοβούλως από τους ιδιοκτήτες της στην κοινή χρήση και ότι παρέμεινε στην κυριότητά του ως κοινόχρηστη οδός και μετά την αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο τελικώς δεν ρυμοτομήθηκε.
Ζήτησε δε, επικαλούμενος την υποχρέωσή του να προσκυρώσει την μη ρυμοτομηθείσα επίδικη εδαφική έκταση στους όμορους ιδιοκτήτες, να αναγνωριστεί κύριος αυτής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 ΑΚ συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο την ψιλή κυριότητα.
Με τον θάνατο του επικαρπωτή, αποσβήνεται η επικαρπία και το περιεχόμενό της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος, ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν, με επακόλουθο να μη νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 1091/2020, ΑΠ 294/2020, ΑΠ 1050/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή, η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται, επαναλαμβάνεται δε, μετά την εξ ιδίου δικαίου συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, από τον πλήρη, πλέον, κύριο του πράγματος (ΑΠ 435/2020, ΑΠ 1050/2019, ΑΠ 501/2015, ΑΠ 1641/2006). Η διακοπή, όμως, της δίκης, δεν επέρχεται αυτόματα, μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού (ΑΠ 600/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα (μετ' αναβολές από τις δικασίμους της 15-02-2023 και της 06-12-2023) δικάσιμο (της 03-04-2024) δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Μ. σύζυγος Α. Χ. το γένος Η. και Β. Χ. Εμφανίστηκε η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ε. Χ. του Α. και της Μ. μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ο οποίος στις από 14-11-2023 προτάσεις του δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου, απεβίωσε την 12-10-2022, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης και ότι την βιαίως διακοπείσα στο πρόσωπό της δίκη επαναλαμβάνει εκουσίως η δεύτερη αναιρεσίβλητη, που είχε την ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Επιπροσθέτως, δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι και κληρονόμος της αποβιώσασας πρώτης αναιρεσίβλητης, μητέρας της και προσκόμισε απόσπασμα της υπ' αριθ. ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου της του ληξιαρχείου του δήμου Λαρισαίων, καθώς και αντίγραφο της από ...-2021 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 1081/08-09-2023 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Λάρισας.
Συνεπώς, μετά τον θάνατο της ανωτέρω επικαρπώτριας το δικαίωμα της επικαρπίας επί του εν λόγω ακινήτου αποσβέστηκε και συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, με επακόλουθο η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων να έχει πλέον την κυριότητα αυτού.
Συνεπώς, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές της, οι οποίες ουδόλως αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα, νομίμως η δεύτερη αναιρεσίβλητη συνεχίζει τη δίκη. Επί των συνεκδικασθεισών αγωγής και κύριας παρέμβασης εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, υπ' αριθ. 111/2014, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και υπ' αριθ 153/2017, ερήμην της τρίτης εναγομένης και τέταρτης καθ' ης η κύρια παρέμβαση ετερόρρυθμης εταιρίας, με την επωνυμία Τ.
και Σια ΕΕ, που απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή και την κύρια παρέμβαση. Ακολούθως επί των συνεκδικασθεισών εφέσεων από 29-10-2018 (αριθ. κατ. 276/29-10-2018) της ενάγουσας και από 02-02-2018 (38/02-02-2018) του κυρίως παρεμβαίνοντος εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία οι αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, υπ' αριθ. 361/2020, ερήμην της τέταρτης εφεσίβλητης ετερόρυθμης εταιρίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης για την προσκόμιση απόφασης της οικονομικής επιτροπής του δήμου προς άσκηση της έφεσής του, καθώς και έγγραφης πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου του προς εκπροσώπησή του στη δίκη επί της έφεσης και υπ' αριθ. 32/2022, ερήμην της τέταρτης εφεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις.
Η νομότυπη παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς ένα των διαδίκων, είναι δυνατή, οπότε αυτή θεωρείται ότι ασκήθηκε μόνο κατά των λοιπών, ενόψει των αναδρομικών, κατά το άρθρο 295 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, συνεπειών της παραιτήσεως. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται, όχι μόνο στον πρώτο, αλλά και στο δεύτερο βαθμό, όπου λόγω της αναβιώσεως της εκκρεμοδικίας της αγωγής μέσα στα οριοθετούμενα από την έφεση πλαίσια με τη νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης κατά της οριστικής απόφασης, μπορεί ο ενάγων να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1495/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία Τ. και Σια ΕΕ.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η ενάγουσα, η οποία ενήγαγε αρχικά την τρίτη εναγομένη ανωτέρω ετερόρρυθμη εταιρία, παραιτήθηκε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στο πλαίσιο άσκησης έφεσης κατ' αυτής και πριν από τη συζήτησή της, από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το μέρος που στρεφόταν κατά της τρίτης εναγομένης εν λόγω ετερόρρυθμης εταιρίας, τελούσας τότε ήδη υπό εκκαθάριση, με την από 10-10-2018 εξώδικη δήλωση, την οποία επέδωσε στους συννεκαθαριστές αυτής Χ.
Τ., Σ. Δ. και Ε. Λ. (εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. ...-2018 και ...-2018 δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Λάρισας Δ. Κ. και υπ' αριθ. ...-2018 δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Ιωαννίνων Ε. Λ. με τις συνημμένες αποδείξεις παραλαβής του κοινοποιούμενου εγγράφου από 18-10-2018 προς το αστυνομικό τμήμα Ιωαννίνων και από 15-10-2018 προς το ταχυδρομικό γραφείο Ιωαννίνων), με συνέπεια μετά τη νομότυπη αυτή παραίτηση η αγωγή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς την τρίτη εναγομένη (άρθρα 294, 297 ΚΠολΔ).
Η δίκη όμως επί της κύριας παρέμβασης δεν επηρεάζεται από την παραίτηση από την κύρια αγωγή, αφού η κύρια παρέμβαση έχει αυτοτέλεια. Ειδικότερα, με την άσκηση της, κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ, κύριας παρέμβασης, με την οποία ο παρεμβαίνων αντιποιείται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος το αντικείμενο της μεταξύ άλλων εκκρεμούς δίκης, αυτός καθίσταται κύριος διάδικος και αντίδικος των αρχικών διαδίκων και δεν συνδέεται μαζί τους με σχέση απλής ή αναγκαίας ομοδικίας.
Παρέπεται, λοιπόν, ότι ο κυρίως παρεμβαίνων, του οποίου η κύρια παρέμβαση απορρίφθηκε και αυτός δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απορριπτικής απόφασης, δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην ασκούμενη αίτηση αναίρεσης του ηττηθέντος διαδίκου, αφού, ως προς αυτόν, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της (ΑΠ 45/2022, Α.Π. 682/2020, ΑΠ 40/2014, ΑΠ 1417/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσία η κύρια παρέμβαση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δεν μπορεί να στραφεί και κατά του κυρίως παρεμβάντος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη επιβλαβή για την ίδια και υπέρ του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου δήμου Λαρισαίων και κατά της τέταρτης αναρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία Τ. και Σια ΕΕ, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Ε. Χ. του Α. και της Μ., είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), επομένως πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την αίτηση αναίρεσης και με εκτενείς, διάσπαρτες και επαναλαμβανόμενες, αιτιάσεις η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση και προσάπτει στο Εφετείο πλημμέλειες, κατά την δυνατή νοηματική εκτίμηση των λόγων της, από τους αριθμούς 1, 10 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 20 και 561 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έγγραφα κατά τον λόγο αυτό αναίρεσης είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 413/2024, ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 20/2011, ΑΠ 121/2011, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1134/2011).
Ενόψει τούτων δεν αποτελούν έγγραφα με την προαναφερθείσα έννοια, εκείνα τα οποία αποτυπώνουν άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως τα πρακτικά ή η εισηγητική έκθεση, που περιέχει τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, η έκθεση αυτοψίας, καθώς και οι κατά το άρθρο 390 συνταχθείσες και αφορώσες την εκκρεμή δίκη γνωμοδοτήσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά (ΑΠ 924/2018). Επομένως, ενόψει του χαρακτήρα τους ως γνωμοδοτήσεων του άρθρου 390 ΚΠολΔ, τα τοπογραφικά διαγράμματα δεν υπόκεινται, όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 20 του ιδίου κώδικα και επομένως δεν ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης. (ΑΠ 376/2022, ΑΠ 110/2021, ΑΠ 1224/2018).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος, συνεπώς και παραδεκτός, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 42/2020, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 196/2012, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).
Εξάλλου, παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 114/2017, ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 196/2019).
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αιτιάται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ...-1969 συμβολαίου συνένωσης οικοπέδων του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ.
Κ., στο σημεία που αναφέρεται, κατά την παρατιθέμενη περικοπή του, ότι " ... Εκ του οικοπέδου τούτου 1) ο πρώτος συμβαλλόμενος Η. Π. Χ. παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σήμερον μεθ' όλων εν γένει των προσωπικών και πραγματικών δικαιωμάτων του ... προς τον δεύτερο συμβαλλόμενο Ι. Β. Α. τα τριάκοντα πέντε εκατοστά (35/100) εξ αδιαιρέτου τούτου (εκτάσεως 362 τ.μ.), εις αντάλλαγμα του κατωτέρω περιγραφομένου ποσοστού οικοπέδου του. ...
Εκ του οικοπέδου τούτου ο δεύτερος συμβαλλόμενος Ι. Β. Α. παραχωρεί, μεταβιβάζει και παραδίδει σήμερον, μεθ' όλων εν γένει των δικαιωμάτων του ... προς τον πρώτον συμβαλλόμενον Η. Π. Χ. τα εξήκοντα πέντε εκατοστά (65/100) εξ αδιαιρέτου του όλου ως άνω οικοπέδου του (εκτάσεως 113 τ.μ.), εις αντάλλαγμα των περιελθόντων αυτώ κατά κυριότηταν, νομήν και κατοχήν ανωτέρω περιγραφομένων τριάκοντα πέντε εκατοστά (35/100) εξ αδιαιρέτου του όλου ως άνω οικοπέδου του πρώτου συμβαλλομένου Η.
Χ. Η ως άνω συνένωσις των ποσοστών εξ αδιαιρέτου των άνω περιγραφομένων οικοπέδων γίνεται εις εκτέλεσιν της προσυμφωνίας, της συνομολογηθείσης διά του υπ' αριθ. 30827 και από 18 Νοεμβρίου 1958 προσυμφώνου συμβολαίου μου. ... .". Επίσης αιτιάται ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ιδίου ανωτέρω συμβολαίου και στο σημείο που αναφέρεται, κατά την παρατιθέμενη περικοπή του, ότι " ...
Εν τέλει οι συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν και ότι το ρυμοτομηθέν τμήμα του οικοπέδου το εικονιζόμενο εις το άνω μνησθέν τοπογραφικόν διάγραμμα υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Α εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών τεσσαράκοντα τεσσάρων (44), δι' ο οφείλεται αποζημίωσις, η αποζημίωσις αύτη θα εισπραχθεί εξ ολοκλήρου παρά του εκ των συμβαλλομένων Η.
Χ., το δε τοιούτον το εικονιζόμενον εις το άνω διάγραμμα υπό τα στοιχεία Α-Β-Ζ-Δ-Α εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών ογδοήκοντα και εβδομήκοντα εκατοστών (80,70) τμήμα οικοπέδου, το ρυμοτομηθέν διά την διαπλάτυνσιν της οδού ..., δι' ο επίσης οφείλεται αποζημίωσις, αύτη θα εισπραχθεί εξ ολοκλήρου παρά του εκ των συμβαλλομένων Ι.
Α., ... .". Επιπροσθέτως, αιτιάται ότι παραμόρφωσε και το από 04-11-1958 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β. Τ., το οποίο συνοδεύει το ανωτέρω συμβόλαιο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του, με παράλειψη μελέτης και της μνείας αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ανάγνωση του συμβολαίου, στο οποίο στήριξε κατά κύριο λόγο την κρίση του, καθώς και του τοπογραφικού διαγράμματος, διέγνωσε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συνεισέφεραν ολόκληρα τα ακίνητά τους στο κοινό ακίνητο, με ανταλλαγή και συνένωση μεριδίων τους, ενώ από την ορθή ανάγνωση του συμβολαίου προκύπτει ότι δεν συνεισέφερε στο κοινό ακίνητο το ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου της, εμβαδού 71,64 τ.μ., δηλαδή το επίδικο, λόγω δέσμευσης της κυριότητας από τη ρυμοτομία.
Το διαγνωστικό αυτό λάθος οδήγησε το Εφετείο στο επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα ότι το επίδικο ακίνητο δεν επανήλθε οριστικά στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά της, λόγω μη ρυμοτόμησης αυτού, μετά την αναθεώρηση του σχεδίου πόλης και μετατόπισης της ρυμοτομικής γραμμής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκοπούμενη, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως προς το ανωτέρω συμβολαιογαφικό έγγραφο τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1936 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ο Η. Χ. κατέστη κύριος, αιτία πωλήσεως, ενός οικοπέδου 309 τ.μ., ευρισκομένου στην ''...'' στη Λάρισα, ... , που οριζόταν ...
και δυτικά με την οδό .... Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1936 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, ..., ο Η. Χ. κατέστη επίσης κύριος, αιτία πωλήσεως, ενός οικοπέδου 177,50 τ.μ., ευρισκομένου στην ''...'' στη Λάρισα, ..., που οριζόταν ... και δυτικά με την οδό ... και ιδιοκτησία του ιδίου. Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1957 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., ο (προαναφερόμενος) Η.
Χ. (πατέρας της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης, παππούς της δεύτερης εναγόμενης) μεταβίβασε στον Ι. Α. (σύζυγο της ενάγουσας), αιτία προικός, την επικαρπία και στην ενάγουσα (κόρη του) την ψιλή κυριότητα, ενός οικοπέδου 210 τ.μ. (διαιρετό τμήμα της έκτασης των 309 τ.μ. που είχε αγοράσει, κατά τα ανωτέρω), ευρισκομένου στη διασταύρωση των οδών ...
και ... στη Λάρισα (τέως ''...''), το οποίο οριζόταν ... ανατολικά με υπόλοιπο ιδιοκτησίας προικοδότη και δυτικά με την ρυμοτομική γραμμή της οδού ... Τα ανωτέρω οικόπεδα είχαν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως με το ΝΔ της 17-7-1923, ενώ το ρυμοτομικό σχέδιο αναθεωρήθηκε με το ΒΔ της 25-10-1947 (ΦΕΚ Α ' 242/31-10-1947) και τροποποιήθηκε εκ νέου με το ΒΔ της 3-8-1957 (ΦΕΚ Α' 155/17-8-1957), όπως η περαιτέρω τροποποίηση και επέκτασή του εγκρίθηκε με το ΠΔ της 2-2-1976 (ΦΕΚ Δ' 134/16-3-1976).
Ειδικότερα, με το από 25-10-1947 ΒΔ περί αναθεωρήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Λαρίσης (ΦΕΚ Α ' 242/31-10-1947) σε εφαρμογή του σχεδίου πόλεως επιβλήθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση προς διαπλάτυνση της οδού ... ... με αποτέλεσμα από το ακίνητο του Η. Χ. να ρυμοτομούνται 44 τμ., ενώ από το ακίνητο της ενάγουσας 80,70 τ.μ. Σημειώνεται ότι με το από 3-8-1957 ΒΔ (ΦΕΚ Α' 155/17-8-1957) περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Λαρίσης σε τμήμα της οδού ...
καταργήθηκε η πρασιά. Το έτος ... ..., ο Ι. Α., με την από ...-1968 αίτησή του απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας αιτήθηκε ... την χορήγηση άδειας ανταλλαγής προικώου και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας ... εκδόθηκε η υπ' αριθ. 80/1969 απόφαση ... και τα μέρη προέβησαν στη συνένωση των δύο προαναφερόμενων (ακινήτων) με το υπ' αριθ. ...-1969 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων του συμβολαιογράφου Λάρισας Δ.
Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ... σε ένα ενιαίο ακίνητο, επί του οποίου ο μεν πρώτος (Η. Χ.) θα είχε ποσοστό 65% εξ αδιαιρέτου και ο δεύτερος (Ι. Α. και κατά συνέπεια η ενάγουσα) 35%. Εξάλλου, στο ίδιο συμβολαιο υπήρχε ρήτρα, σύμφωνα με την οποία δικαιούχος της αποζημίωσης των 44 τ.μ. που ρυμοτομούνταν από το οικόπεδο που συνεισέφερε ο Η.
Χ., θα ήταν ο τελευταίος, ενώ των 80,70 τ.μ. από το οικόπεδο που συνεισέφερε ο σύζυγος της ενάγουσας (και η ενάγουσα), θα ήταν ο τελευταίος. Στο ενιαίο οικόπεδο, ο Η. Χ., καθώς και η ενάγουσα με τον σύζυγό της, ανήγειραν οικοδομή, που, δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1969 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, την υπήγαγαν στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, διατηρώντας τα αυτά ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί των κοινών πραγμάτων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ρυμοτομικό σχέδιο αναθεωρήθηκε με το ΠΔ της 2-2-1976 (ΦΕΚ Δ 134/16-3-1976), επηρεάζοντας την ρυμοτομική γραμμή που μετακινείται δυτικά. Το ... εκδίδεται η υπ' αριθ. ... πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως από το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Λάρισας, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 309/1982 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας. Σύμφωνα με το τροποποιημένο σχέδιο πόλης, ρυμοτομήθηκαν 66,68 τ.μ. από το ενιαίο ακίνητο και ειδικότερα, 44 τ.μ. που αρχικά ανήκαν στο ακίνητο που συνεισέφερε ο Η. Χ. και 22,68 τ.μ. που αρχικά ανήκαν στο ακίνητο που συνεισέφερε η ενάγουσα με το σύζυγό της. Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση συντελέστηκε με την παρακατάθεση της αποζημίωσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΦΕΚ Δ' 822/30-12-1983). Στη συνέχεια, με περαιτέρω αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Λάρισας, με την υπ' αριθ. ...-1988 απόφαση του Νομάρχη Λάρισας (ΦΕΚ Α' 348/10-05-1988), που επαναδημοσιεύτηκε (ΦΕΚ Δ' 750/23-7-1992), το οικοδομικό τετράγωνο ..., στο οποίο εντάσσεται το επίδικο, αλλά και το ακίνητο των διαδίκων (ενάγουσας-εναγομένων) δεν τροποποιείται και παραμένει η κατάσταση, όπως έχει διαμορφωθεί με το σχέδιο πόλεως του ... και την εφαρμοσθείσα πράξη αναλογισμού του ...
Συνεπώς, η αρχικώς προβλεπόμενη οικοδομική γραμμή στην αρχή και καθ' όλο το μήκος της οδού ... μετατοπίστηκε δυτικότερα προς την οδό ... και συνέπεσε με την ανατολική πλευρά του πεζοδρομίου της οδού ... Έτσι αποδεσμεύτηκε το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου που επρόκειτο να ρυμοτομηθεί, εκτάσεως (σύμφωνα με πρόσφατη και ορθότερη εμβαδομέτρηση, σε σχέση με τις μετρήσεις του ρυμοτομικού σχεδίου και των σχετικών πινάκων) 71,64 τ.μ. ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη: α) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1974 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα ...απέκτησε την ψιλή κυριότητα, αιτία προικός, και το 1983 την πλήρη κυριότητα, λόγω κατάργησης της προίκας, του Κ3 καταστήματος της ανωτέρω οικοδομής και β) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-1994 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., απέκτησε την ψιλή κυριότητα, αιτία γονικής παροχής, των Κ5 και Κ6 καταστημάτων της ανωτέρω οικοδομής, ενώ μετά τον θάνατο του επικαρπωτή Η. Χ., την ...-1999, κατέστη κυρία των καταστημάτων. Δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2010 συμβολαίου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη την ψιλή κυριότητα των καταστημάτων Κ3, Κ5 και Κ6, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία. ... Από την ανάγνωση του υπ' αριθ. ...-1969 συμβολαίου, προκύπτει ότι τα μέρη συνεισέφεραν ολόκληρα τα ακίνητά τους, αναγράφοντας όμως την καθαρή επιφάνεια, αφαιρουμένης της ρυμοτομούμενης, την οποία αν και συνεισέφεραν στο κοινό ακίνητο, θεώρησαν αυτονόητο ότι τελικά θα ρυμοτομείτο και για το λόγο αυτό, καθόρισαν με το ίδιο συμβόλαιο και τον τρόπο διανομής της αποζημίωσης, που θα καταβαλλόταν. ...
Σύμφωνα με τα ερμηνευτικά κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ ... και κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, το δικαστήριο κρίνει ότι τόσο ο Η. Χ. όσο και ο Ι. Α. προσέβλεπαν στην συνένωση κάθε τμήματος της ακίνητης ιδιοκτησίας τους προς εξυπηρέτηση του ενιαίου ακινήτου, που θα προέκυπτε και κατ' επέκταση και της μελλοντικής οικοδομής που θα ανεγείρετο. Γι' αυτό το λόγο και κατά τις εκδοθείσες οικοδομικές άδειες, η πρόσοψη της οικοδομής, με την τοποθέτηση και της κύριας εισόδου του κτηρίου, εξωστών, παραθύρων κλπ. τοποθετείται επί της οδού ..., επί όλου του μήκους του επίδικου τμήματος. Είναι βέβαιο ότι εάν γνώριζαν ότι το εν λόγω τμήμα του οικοπέδου του δεύτερου δεν θα ρυμοτομούνταν και δεν θα συμπεριλαμβανόταν ως τμήμα της οδού ... στο σχέδιο πόλεως, θα το συνένωναν με το υπόλοιπο ακίνητο. ... .". Με βάση αυτά, το Εφετείο εκτιμώντας και αξιολογώντας το περιεχόμενο του ανωτέρω συμβολαίου μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ορθά διέγνωσε το περιεχόμενό του και προέβη με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ερμηνεία των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων μερών, αλλά κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Εξάλλου την σχετική κρίση του δεν την στήριξε αποκλειστικά ή κυρίως στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο. Ειδικότερα, η ενάγουσα υποστήριξε ότι με το εν λόγω υπ' αριθ. ...-1969 συμβόλαιο συνένωσης δημιουργήθηκε ως ξεχωριστό οικόπεδο το ρυμοτομούμενο τμήμα του οικοπέδου, στο οποίο είναι αποκλειστική κυρία με τίτλο ιδιοκτησίας της το υπ' αριθ. ...-1957 προικοσύμφωνο, διότι έμεινε εκτός συνένωσης και εκτός απαλλοτρίωσης, λόγω μετατόπισης της οικοδομικής γραμμής, οπότε από πρασιά, όπως προβλεπόταν στο ρυμοτομικό σχέδιο, κατέστη εδαφική έκταση προς μελλοντική οικοδόμηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση, ομοίως με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έκρινε ότι το εδαφικό αυτό τμήμα αποτέλεσε αντικείμενο συννομής των διαδίκων, ήδη από το έτος 1969 και μετέπειτα, αφού η βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών ήταν να συνενωθούν ολόκληρα τα ακίνητά τους σε ένα ενιαίο, χωρίς την δημιουργία αυτοτελών κομματιών. Η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προέβη σε αξιολόγηση και ερμηνεία των δηλώσεων των συμβαλλομένων, που αναφέρονται στο υπ' αριθ. ...-1969 συμβόλαιο συνένωσης ακινήτων και εξέφερε την κρίση του, η οποία ανάγεται σε εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν αποδίδεται στην απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή αναγόμενο στην ανάγνωση, αλλά εκτιμητικό σφάλμα, απόδοση δηλαδή στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο νοήματος διαφορετικού από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, το οποίο όμως δεν ιδρύει τον υπό έρευνα αναιρετικό λόγο. Η κρίση δε, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι είναι ουσιαστική περί την εκτίμηση των πραγμάτων κρίση (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 107/2015, ΑΠ 825/2014). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, το τοπογραφικό διάγραμμα δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-449 ΚΠολΔ, ώστε δεν μπορεί να ελεγχθεί για παραμόρφωση του περιεχομένου του και ως εκ τούτου με τις σχετικές αιτιάσεις αναφορικά με το τοπογραφικό διάγραμμα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 764/2023, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 451/2014).
Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε (ΑΠ 516/2016).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι απέρριψε την αξίωση της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητάς της στο επίδικο τμήμα των 34,70 τ.μ., που αποτελεί μέρος του όλου επίδικου ακινήτου των 71,64 τ.μ., δεχόμενο χωρίς απόδειξη ότι αποτέλεσε αντικείμενο συννομής των διαδίκων από το έτος 1969 και μετέπειτα, κάνοντας χρήση εκάστη από αυτές του χώρου έμπροσθεν των καταστημάτων τους διά των εκάστοτε μισθωτών, καθώς και του χώρου έμπροσθεν της εισόδου της οικοδομής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκοπούμενη, παραδεκτά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως προς την αξίούμενη κυριότητα της αναιρεσείουσας τα εξής: " ... Όπως αποδείχθηκε, η πρώτη εναγομένη, ως επικαρπώτρια, εκμίσθωσε τα καταστήματα Κ3, Κ5 και Κ6 στην τρίτη εναγομένη, ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία έκανε χρήση μέρους των 71,64 τ.μ., τοποθετώντας στα 34,72 τ.μ.
τραπεζοκαθίσματα. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι τα 71,64 τετραγωνικά μέτρα αποτελούσαν κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων. Ειδικότερα, η επίδικη λωρίδα αποτέλεσε αντικείμενο συννομής των ανωτέρω διαδίκων, ήδη από το έτος 1969 και μετέπειτα, κάνοντας χρήση εκάστη εξ αυτών του χώρου έμπροσθεν των καταστημάτων τους, δια των εκάστοτε μισθωτών αλλά και του χώρου έμπροσθεν της εισόδου της οικοδομής.
Από το έτος δε 1976, οπότε και τροποποιήθηκε με το ΠΔ της 2-2-1976 (ΦΕΚ Δ 134/16-3-1976), και κατέστη γνωστό ότι το επίδικο τμήμα των 71,64 τ.μ. δεν ρυμοτομούνταν η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία πράξη νομής με διάνοια της αποκλειστικής κυρίας αυτού, αλλά αντιθέτως κατέλειπε αυτό στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών της οικοδομής.
Η συγκυριότητα επί του τμήματος των 71,64 τ.μ. είναι και η αιτία που η πολεοδομία Λάρισας εξέδωσε άδεια οικοδομής, αφού σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα μπορούσαν να ανοιχθούν παράθυρα και πόρτες σε ξένο οικόπεδο και τα καταστήματα των δύο πρώτων εναγομένων θα καθίσταντο ''τυφλά'', χωρίς δυνατότητα πρόσβασης στο δρόμο. ... .".
Μετά από αυτά, το Εφετείο, κρίνοντας ομοίως με το Πρωτοδικείο, δέχθηκε ότι αποδεικνύεται η συγκυριότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης επί του επίδικου ακινήτου και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας περί πλήρους και αποκλειστικής κυριότητάς της επ' αυτού. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Εφετείο ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όπως ρητά διαβεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά και προκύπτει από το περιεχόμενό της.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020 ΑΠ 1115/2019).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 319/2017, 130/2016). Δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεω (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010).
Επίσης πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου οι οποίες φέρονται ότι παραβιάσθηκαν με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, καθώς και τα σφάλματα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως και να καθορίζονται σ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο (ΑΠ 625/2022, ΑΠ 882/2009). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 812/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλει, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις περί απαλλοτριώσεων και δη του άρθρου 7 παρ. 1 ΝΔ 797/1971, που ορίζει τον τρόπο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το υπ' αριθ. ...-1969 συμβόλαιο δεν περιλαμβάνει το επίδικο τμήμα του ακινήτου της, εμβαδού 80,70 τ.μ. (71,64 τ.μ.), την κυριότητα του οποίου απώλεσε χωρίς να αποζημιωθεί, κατά παράβαση των περί απαλλοτριώσεων διατάξεις, που δεν επιτρέπουν να αφαιρεθεί από τον μη αποζημιωθέντα ολόκληρη ή μέρος της ιδιοκτησίας του, αλλά μόνο μετά την πληρωμή της αξίας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την συνένωση των ανωτέρω ακινήτων αξιοποιήθηκε το ακίνητο της αναιρεσείουσας με ανοικοδόμησή του, η οποία έγινε με έκδοση οικοδομικής άδειας, βάσει της ισχύουσας τότε οικοδομικής γραμμής της οδού ..., όπου έχει πρόσοψη η ανεγερθείσα οικοδομή, ότι η επίδικη εδαφική έκταση παρέμεινε εκτός ρυμοτομίας μετά την αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου και ότι από το έτος 1969 και μετέπειτα αποτέλεσε αντικείμενο συννομής των διαδίκων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφαση τις περί απαλλοτριώσεων διατάξεις, που δεν ήταν εφαρμοστέες, κατά τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, διότι δεν απαλλοτριώθηκε το επίδικο ακίνητο, που η αναιρεσείουσα είχε στη συννομή της και δεν τίθεται ζήτημα οποιασδήποτε αποζημίωσης αυτής.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι συγκυρία επί του επίδικου ακινήτου με την δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν αμφισβητεί την επ' αυτού συγκυριότητα της αναιρεσείουσας και απέρριψε την αγωγή, εκφέροντας όμοια κρίση με το Πρωτοδικείο.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β' εδαφ. δ ΚΠολΔ), επίσης να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν ορίζονται ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, που έχει αποβιώσει και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων συνεχίζει στη θέση της τη δίκη, ούτε ως προς την τέταρτη των αναιρεσίβλητων, ετερόρρυθμη εταιρία, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ώστε να υποβάλει σχετικό αίτημα. Τα δικαστικά έξοδα, εξάλλου, του τρίτου των αναιρεσιβλήτων θα είναι μειωμένα (άρθρο 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-04-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 32/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Αυγούστου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου