Legislator Case Law & Legislation
1518/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging evidence assessment rather than legal error.

Case Number 1518/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding insurance liability disputes. The appellants argued that the appellate court failed to consider specific expert reports submitted by the insured parties. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellants merely disagreed with the factual conclusion drawn from the evidence rather than alleging a violation of law. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the respondents, and the appeal bond was forfeited to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the appellant merely contests the factual assessment of evidence rather than alleging a violation of law, as such arguments fall outside the scope of appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence assessment appellate review scope expert report value civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1518/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Α. του Δ., 2) Δ. Α. του Β., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελευθερία Βεντουρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην ως άνω από 16-2-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ι., 2)Ε. Β. του Κ., κατοίκων ..., και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), όπως μετονομάσθηκε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βούλγαρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρινέττα Γούναρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2014 αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 30-3-2016 αγωγή του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2015 οριστική για την 2η ενάγουσα - μη οριστική για τον 1ο ενάγοντα, 27/2016 εν μέρει οριστική και 49/2017 οριστική για τον 1ο ενάγοντα (ως προς την από 7-10-2014 αγωγή) και 61/2017 οριστική (ως προς την από 30-3-2016 αγωγή) του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9-6-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/18-6-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...... 2.

Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".

Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.

Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.

Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διάταξης και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.

Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος, είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.

Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.

Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".

Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.

Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.

Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.

Ο σεβασμός, δηλαδή, του "τεκμηρίου αθωότητας", που κατοχυρώνεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική απόφαση.

Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.

Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου).

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι:

α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά.

Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του, ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.

Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.

Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας.

Γενικότερα, όταν το τεκμήριο αυτό και κατ` επέκταση η αρχή της δίκαιης δίκης παραβιάζονται, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟΛ. ΑΠ 4/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.

δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 : "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο ...". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς". Κατά τη διάταξη αυτή ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 130/2016). Επίσης, σε αυτόν τον αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το ως άνω εδάφιο β' αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της διάταξης του εδαφίου β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι, στον κανόνα αυτό των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που προσκομίστηκαν, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ., τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1512/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 53/2021, ΑΠ 414/2019). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).

Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (559 αριθμ. 1 και 19), δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 52/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα : "Στις 19 Απριλίου 2013 και περί ώρα 17:10, ο πρώτος ενάγων της πρώτης αγωγής (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) και ασφαλισμένος στον ενάγοντα ασφαλιστικό φορέα της δεύτερης αγωγής, (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) οδηγώντας με σύννομη ταχύτητα το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο, ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας της πρώτης αγωγής-συζύγου του, (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης) και φορώντας το κατά νόμο επιβαλλόμενο προστατευτικό κράνος, εκινείτο επί της οδού ... στη ..., με κατεύθυνση από ανατολικά προς τα δυτικά, κατέχοντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και συγκεκριμένα εκινείτο στο άκρο αυτής και στο όριό της με την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, κατά μήκος της οποίας υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα, προσέγγιζε δε στη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό ....

Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος, (ήδη πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου - πατέρα του (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος) και ασφαλισμένο κατά του κινδύνου γένεσης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες τους, που θα προκαλούνταν κατά τη λειτουργία και τη σε οδό κυκλοφορία του, στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα) και έχοντας ως συνεπιβάτες τους Α.

Λ., Κ. Κ. και Χ. Μ. (υπηρετούντες όλοι τη στρατιωτική τους θητεία), εκινείτο επί της ίδιας ως άνω οδού ... και με την ίδια προς εκείνη του πρώτου ενάγοντος κατεύθυνση, κατέχοντας τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και ευρισκόμενος παράλληλα με το δίκυκλο. Η ανωτέρω οδός είναι ευθεία και μονής κυκλοφοριακής κατευθύνσεως, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, έχει συνολικό πλάτος ενεργού ασφάλτινου οδοστρώματος εννέα μέτρα διαγραμμιζόμενο κατά μήκος του άξονα με διακοπτόμενη μονή διαχωριστική γραμμή προς καθορισμό των λωρίδων για την καθοδήγηση της κυκλοφορίας και διαθέτει και από τις δύο πλευρές της πεζοδρόμιο πλάτους 1,80 μέτρων το καθένα, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, με βάση υπάρχουσα ρυθμιστική πινακίδα, ορίζεται σε 30 χλμ/ώρα.

Την ώρα εκείνη υπήρχαν συνθήκες φωτισμού ημέρας, η κίνηση των οχημάτων και των πεζών ήταν αραιή, οι καιρικές συνθήκες καλοκαιρίας, η άσφαλτος ξηρά και η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη και για τους δύο οδηγούς (βλ. την από ....2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν οι αρμόδιοι αστυνομικοί του Τμήματος Τροχαίας ...

και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει). Προσεγγίζοντας ο πρώτος ενάγων της πρώτης αγωγής και ασφαλισμένος στον ενάγοντα ασφαλιστικό φορέα της δεύτερης αγωγής στη διασταύρωση των προαναφερόμενων οδών και ενώ συνέχιζε την ευθεία πορεία του, του ανέκοψε την κίνηση το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, που τη στιγμή εκείνη εκινείτο παράλληλα και ελάχιστα πιο πίσω από το δίκυκλο και δη το οπίσθιο τμήμα του δικύκλου βρισκόταν στο ύψος του εμπρόσθιου αριστερού τροχού του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προσκρούσει το αυτοκίνητο με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του στη δεξιά πίσω πλευρά του κανονικώς κινούμενου δικύκλου μοτοποδηλάτου.

Από τη σύγκρουση των οχημάτων ο πρώτος ενάγων απώλεσε τον έλεγχο του δικύκλου, το οποίο κινήθηκε ακυβέρνητο περί τα 2-3 μέτρα, ακολούθως ανατράπηκε και στη συνέχεια ολίσθησε διαγώνια αριστερά σε μήκος οκτώ μέτρων και ακινητοποιήθηκε μαζί με τον οδηγό του κάτω από το πίσω τμήμα, τρίτου σταθμευμένου στο άκρο της αριστερής λωρίδας αυτοκινήτου, μετά τη συμβολή των οδών ...

και .... Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν αμφότερα τα εμπλακέντα στο ατύχημα οχήματα να υποστούν υλικές ζημίες και ο οδηγός του δικύκλου να τραυματιστεί σοβαρά. Η σύγκρουση συνέβη γιατί ο πρώτος εναγόμενος, επιθυμώντας να στρίψει αριστερά σε σχέση με την έως τότε πορεία του και ακολούθως να εισέλθει και κινηθεί στην οδό ..., πραγματοποίησε όλως αιφνιδίως ελιγμό προς τ' αριστερά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια δίχως κίνδυνο ή παρακώλυση της κίνησης των λοιπών οχημάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν την οδό και ιδίως εκείνων που κινούνταν ομορρόπως και πλαγίως αυτού, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, και χωρίς να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεση του αυτή, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους κατάλληλους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης.

Αντίθετα, κινούμενος εντελώς ανέλεγκτα, επιχείρησε αιφνίδια την ως άνω αριστερή, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του, στροφή, αποκλείοντας με αυτόν τον τρόπο την πορεία του δίκυκλου μοτοποδηλάτου. Σύμφωνα με τα αντικειμενικά ευρήματα της Τροχαίας, το σημείο της σύγκρουσης τοποθετείται στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της οδού ...

και λίγα μέτρα πριν τη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό .... Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πρώτος ενάγων της πρώτης αγωγής και ασφαλισμένος στον ενάγοντα ασφαλιστικό φορέα της δεύτερης αγωγής, οδηγώντας το δίκυκλο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και κινούμενος αριστερά και πίσω από το αυτοκίνητο, εκτράπηκε της πορείας του προς τα δεξιά και, αφού επέπεσε στον αριστερό καθρέπτη του αυτοκινήτου, σύρθηκε και "έξυσε" ολόκληρο το εμπρόσθιο αριστερό φτερό και τον αριστερό τροχό του αυτοκινήτου, ακολούθως δε, αφού κινήθηκε προς τ' αριστερά, ανατράπηκε και σύρθηκε σε απόσταση οκτώ μέτρων και τελικά ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο σταθμευμένο όχημα, δεν βρίσκει πειστική θεμελίωση στο υπάρχον αποδεικτικό υλικό, καθόσον, υπό τις συνθήκες αυτές του ατυχήματος, ο καθρέπτης του αυτοκινήτου θα εμφάνιζε σημεία ξυσίματος και θα παρουσίαζε φθορές ή θα είχε αποκολληθεί, κάτι τέτοιο όμως οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται, ούτε αποδείχθηκε από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό, αλλά και το δίκυκλο θα εκτρεπόταν απευθείας προς τ' αριστερά και όχι διαγώνια εντός της αριστερής λωρίδας της οδού και παράλληλα θα μειωνόταν η ταχύτητά του και δεν προκαλούνταν μακρά ίχνη συρσίματος (8 μέτρων), ούτε θα προκαλούσε βλάβες μόνο στο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου, αλλά και στην αριστερή πλευρά του στο ύψος της πόρτας του οδηγού, ενώ και το ίδιο (δίκυκλο) θα έφερε βλάβες και στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, όμως οι συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων εντοπίζονται στην οπίσθια δεξιά πλευρά του δικύκλου (αλλά και στην αριστερή πλευρά του από την πτώση στο οδόστρωμα) και στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του αυτοκινήτου, γεγονός που καταδεικνύει ότι κατά τη στιγμή της σύγκρουσης η θέση του αυτοκινήτου πάνω στο οδόστρωμα ήταν διαγώνια (έστριβε αριστερά) και όχι ευθεία.

Οι ακριβείς συνθήκες του ατυχήματος προκύπτουν και από τη σαφή ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Β. Κ., η οποία εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγόντων της πρώτης αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση του στις 17.02.2015, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Στρατοδικείου ... και του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, πεζής κατά το χρόνο του ατυχήματος επί του αριστερού πεζοδρομίου στη διασταύρωση των οδών ...

και ... και ευρισκόμενης σε απόσταση 5-6 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του Δ. Γ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Στρατοδικείου ... και, σύμφωνα με όσα ο ίδιος βεβαιώνει στην υπ' αριθμ. .../2015 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., πεζού κατά το χρόνο του ατυχήματος επί του αριστερού πεζοδρομίου της οδού ..., για την αξιοπιστία των οποίων ως τρίτων και ουδεμία εχόντων σχέση με τα διάδικα μέρη, το δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει και οι οποίοι, μετά από προσωπική αντίληψη και γνώση, ως αυτόπτες παρατηρητές, περιγράφουν πειστικά τις συνθήκες του ατυχήματος.

Η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης Α. Λ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που προσπάθησε να προσεπιβεβαιώσει τους άνω ισχυρισμούς των εναγομένων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, δεν παρέχει επαρκή πίστη για το σχηματισμό διαφορετικής κρίσης, διότι αποκρούεται σαφώς από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ενώ και ο μάρτυρας Χ.

Μ., συνεπιβάτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην με αριθμό .../....2019 ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει, μεταξύ άλλων, κατά λέξη "...Εγώ δεν παρακολουθούσα την κίνηση της μηχανής, ούτε αριστερά από τον οδηγό, ώστε να ξέρω πως έγινε η σύγκρουση, γιατί κοίταζα τον δρόμο μπροστά μας...". Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου-πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, κατά τους κανόνες της οδήγησης, της κοινής πείρας και της λογικής και δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες οδήγησης.

Ειδικότερα αυτός, όταν έφθασε στο σημείο της διασταυρώσεως των ανωτέρω οδών, προτιθέμενος να αλλάξει κατεύθυνση και να εισέλθει στην κάθετη εξ αριστερών του οδό ..., εντελώς αιφνίδια και χωρίς προηγουμένως να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή με τη χρήση δείκτη κατευθύνσεως και να ελέγξει αν μπορούσε να το πράξει, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους άλλους χρήστες της οδού, πραγματοποίησε στροφή προς τ' αριστερά, παρακωλύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τους λοιπούς χρήστες της ως άνω οδού, οι οποίοι κινούνταν στην ίδια με αυτόν κατεύθυνση και πλαγίως αυτού και εν προκειμένω πρώτου ενάγοντος, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο που οδηγούσε να παρεμβληθεί αιφνίδια στην πορεία του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο κινείτο κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, ομορρόπως και σε ελάχιστη απόσταση πριν από το αυτοκίνητο (άρθρ. 12 παρ. 1, 21 παρ.1-2 του ν. 2696/1999), υφιστάμενης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), οδηγήσεως του αυτοκινήτου και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε μορφής υπαιτιότητας για την επίδικη σύγκρουση στον οδηγό του δίκυκλου μοτοποδηλάτου δεν προέκυψαν από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, αφού αυτός οδηγούσε το όχημά του κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του, όμως το προαναφερόμενο αυτοκίνητο παρεμβλήθηκε στην πορεία του από σημείο, από το οποίο αυτός δεν μπορούσε να αναμένει τέτοια παρεμβολή και δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την όλως απερίσκεπτη και αιφνίδια κίνηση προς τ' αριστερά του οδηγούμενου εκ μέρους του πρώτου εναγομένου οχήματος, εφόσον εκινείτο παράλληλα και πριν τη σύγκρουση προπορευόταν κατ' ελάχιστον αυτού, έχοντας στραμμένα τα νώτα του προς το αυτοκίνητο.

Συνεπώς, με τον ανωτέρω αιφνίδιο ελιγμό του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν τίθεται ζήτημα αντίδρασης του πρώτου ενάγοντος προς αποφυγή της σύγκρουσης με τροχοπέδηση ή με αποφευκτικό ελιγμό. Ακόμη, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι αυτός δεν είχε επαρκώς συγκεντρωμένη την προσοχή του στην οδήγηση ή ότι η ταχύτητά του ήταν αυξημένη σε σχέση με την επιβαλλόμενη από τις ειδικές συνθήκες του τόπου και του χρόνου του ατυχήματος, αντίθετα εκινείτο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο της επιτρεπόμενης για την περιοχή των 30 χλμ/ω, η οποία δεν διακριβώθηκε ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, όμως, ενόψει ότι εκινείτο παράλληλα και στο ίδιο περίπου ύψος με το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, εκτιμάται ότι ήταν η ίδια κατά μέτρο ταχύτητα με την οποία έβαινε το τελευταίο, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν υπερέβαινε τα 30χλμ/ω.

Αλλά, κι αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ο οδηγός του δικύκλου εκινείτο με ταχύτητα άνω των 30 χλμ/ωριαίως, που είναι το όριο ταχύτητας στο σημείο της σύγκρουσης, όπως αναφέρεται στην προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγομένους τεχνική έκθεση του Π. Κ., στην οποία γίνεται λόγος για ταχύτητα 42-43 χλμ/ω του δικύκλου, το γεγονός αυτό δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητά του στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αφού δεν αποδείχθηκε ότι λόγω της υπέρβασης αυτής προκλήθηκε η σύγκρουσή του με το ως άνω αυτοκίνητο, δεδομένου ότι η παράβαση διατάξεων του.

Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αλλά αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [...], στη συγκεκριμένη δε περίπτωση και με μη σύννομη ταχύτητα να εκινείτο ο οδηγός του δικύκλου, δεν θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων, λόγω της προπεριγραφείσας αμελούς οδηγητικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου, στην πρόκληση του οποίου αυτή αποφασιστικά συνέβαλε, η οποία ήταν ικανή να επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα κι αν ακόμη ο πρώτος ενάγων εκινείτο με ταχύτητα άνω των 30 χλμ/ω.

Επίσης, η προηγηθείσα κατανάλωση αλκοόλ εκ μέρους του οδηγού του μοτοποδηλάτου, αφού ανιχνεύτηκε ποσοστό 0,53 mg/lt και στις δύο εξετάσεις αλκοτέστ εκπνοής, στις οποίες υποβλήθηκαν αρμοδίως μετά το ατύχημα και οι δύο οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, δεν συνετέλεσε, κατά τη κρίση του δικαστηρίου, στο επελθόν αποτέλεσμα, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η ανίχνευση κατά το άνω ποσοστό αλκοόλης, αυτή καθεαυτή, επηρέασε την ικανότητα του περί την οδήγηση και ότι προκάλεσε το επίδικο τροχαίο ατύχημα [...], το οποίο δεν θα είχε αποφευχθεί, ακόμη και αν δεν είχε τελεστεί εκ μέρους του η προαναφερόμενη παράβαση του άρθρου 42 του ν. 2696/1999, διότι αυτό δεν οφείλεται σε οποιασδήποτε μορφής αμελή ή αδέξια οδηγητική συμπεριφορά του, αλλά σχετίζεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα αμελή οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου.

Η άνω κρίση του δικαστηρίου δεν διαφοροποιείται από την αντίθετη κρίση της με αριθμό .../2015 απόφασης του Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε (κατά πλειοψηφία) σε δεύτερο βαθμό αθώος της αποδιδόμενος σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια του πρώτου ενάγοντος της πρώτης αγωγής και ασφαλισμένου στον ενάγοντα ασφαλιστικό φορέα της δεύτερης αγωγής, καθόσον ακόμη και οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές, δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη [...], συνεκτιμώμενη από το παρόν δικαστήριο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, η μη δε εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του παρόντος δικαστηρίου με εκείνες του άνω στρατιωτικού δικαστηρίου, δεν αποτελούν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του πρώτου εναγομένου και τότε κατηγορουμένου, αφού το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, δεν κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, μη υποχρεούμενο δηλαδή να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του και να οδηγηθεί κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος [...].

Ούτε εξάλλου οι εκκαλούμενες υπ' αριθμ. 27/2016, 49/2017 και 61/2017 αποφάσεις προέβησαν σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του πρώτου εναγομένου - τότε κατηγορούμενου και ήδη πρώτου εκκαλούντος, ούτε αποφάνθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, για την ποινική ενοχή του, ούτε έθεσαν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως παραγόμενου και εκ του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του πρώτου εναγομένου για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του κατέληξε στην ίδια ως άνω κρίση ως προς το εκκαλούμενο κεφάλαιο της υπαιτιότητας, καταλογίζοντας αποκλειστική υπαιτιότητα στον πρώτο εναγόμενο - οδηγό του επιβατηγού αυτοκινήτου και απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση συνυπαιτιότητας σε ποσοστό 90°/ο του πρώτου ενάγοντος-οδηγού του μοτοποδηλάτου, δεν έσφαλε, αντίθετα ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε υπό των εκκαλούντων αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη των 1ου έως και 7ου συναφών και εκτιμώμενων ενιαία λόγων των ένδικων εφέσεων ως ουσιαστικά αβάσιμων...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά τις από 2-9-2015, 22-12-2017 και 1-2-2019 εφέσεις των εναγόμενων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά των εκκαλούμενων υπ' αριθμ. 85/2015, 27/2016, 49/2017 και 61/2017 πρωτόδικων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... [με τις οποίες κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών και ήδη πρώτος αναιρεσείων και έγινε:

α) εν μέρει δεκτή, ως κατ'ουσίαν βάσιμη, η από 7-10-2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και τους επιδικάστηκαν τα αναφερόμενα στην πρώτη και δεύτερη των ανωτέρω πρωτόδικων αποφάσεων, χρηματικά ποσά για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επιπλέον στον πρώτο ενάγοντα - πρώτο αναιρεσίβλητο για πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, λόγω αναπηρίας, που έγινε δεκτό ότι υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και β) δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 30-3-2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου και του επιδικάστηκε το αναφερόμενο στην τέταρτη των ανωτέρω πρωτόδικων αποφάσεων, χρηματικό ποσό για αποζημίωση] και ακολούθως απέρριψε αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν, δεχόμενο ομοίως ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών και ήδη πρώτος αναιρεσείων και μετά ταύτα επικύρωσε τις άνω εκκαλούμενες πρωτόδικες αποφάσεις, που είχαν δεχθεί τα ίδια.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού αντίστοιχα, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα :

α) ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, για το λόγο ότι παραβίασε το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις τεκμήριο αθωότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, προέβη σε ερμηνεία της υπ' αριθμ. .../2015 απόφασης του Β' Τριμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος για το ποινικό αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης από αμέλεια στον πρώτο αναιρεσίβλητο, που ταυτίζεται, κατά τα πραγματικά περιστατικά, με αυτά της επίδικης αδικοπραξίας, αφού ανέφερε στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πρώτος αναιρεσείων κρίθηκε αθώος "κατά πλειοψηφία" της αποδιδόμενης σε αυτόν ανωτέρω αξιόποινης πράξης και έτσι δημιούργησε υπόνοιες για τους λόγους αθώωσής του, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης της παραπάνω αθωωτικής ποινικής απόφασης και β) εκ πλαγίου, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν αιτιολόγησε πλήρως και επαρκώς την αντίθετη, με την παραπάνω αθωωτική ποινική απόφαση, κρίση του, ως προς την υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και επιπλέον δεν ανέφερε αν διενεργήθηκαν πρόσθετες αποδείξεις ή αν έλαβε υπόψη του πρόσθετα αποδεικτικά μέσα και ποια συγκεκριμένα ήταν αυτά, που δικαιολογούσαν αντίθετη κρίση.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών αυτής και των πραγματικών περιστατικών που αυτή δέχθηκε, συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την άνω αθωωτική ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εκεί κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, με την απλή δε αναφορά και μόνο, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η άνω αθωωτική ποινική απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία, χωρίς κανένα απολύτως σχολιασμό ή διατύπωση κρίσης και άποψης επί του τρόπου αυτού λήψης της αθωωτικής απόφασης και χωρίς καθόλου μνεία και αναφορά της γνώμης της μειοψηφίας, δεν δημιούργησε υπόνοιες για τους λόγους αθώωσης του πρώτου αναιρεσείοντος και δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας αυτού, καθόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν προέβη σε ερμηνεία των λόγων απαλλαγής του, δεν χρησιμοποίησε τον ανωτέρω, κατά πλειοψηφία, τρόπο λήψης της αθωωτικής απόφασης για να αντλήσει από αυτό επιχειρήματα για την ενοχή του, ούτε έθεσε σε αμφιβολία το διατακτικό της εν λόγω αθωωτικής απόφασης του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, ούτε και αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης, του, από την άνω αθωωτική ποινική απόφαση, παραγομένου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου, τεκμηρίου αθωότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, για το προεκτιθέμενο ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την αντίθετη, με την παραπάνω αθωωτική ποινική απόφαση, κρίση του, για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, μεταξύ των οποίων και η προαναφερόμενη αθωωτική ποινική απόφαση, που ρητά μνημονεύει, αποφάνθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, είναι ο πρώτος αναιρεσείων, στην αντίθετη δε αυτή κρίση του, σε σχέση με την άνω αθωωτική ποινική απόφαση, οδηγήθηκε, διαλαμβάνοντας τις προεκτιθέμενες επαρκείς και σαφείς παραδοχές, με τις οποίες πλήρως αιτιολογείται το αντίθετο αποδεικτικό του πόρισμα και δεν υφίσταται, εντεύθεν, θέμα εκ πλαγίου παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, λαμβανομένου υπόψη και ότι, όπως και στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας εκτέθηκε, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, η οποία να οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση, δηλαδή το πολιτικό δικαστήριο, δεν κωλύεται - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική απόφαση ποινική απόφαση, όπως έγινε και στην ένδικη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, να καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι δεν υποχρεούτο το Εφετείο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του και έτσι να οδηγηθεί κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος πρώτου αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη των ανωτέρω αποζημιωτικών αγωγών των αναιρεσίβλητων.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος και κατά τα δύο ανωτέρω σκέλη αυτού, με τα οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παραβίασης των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με τη γενομένη δεκτή από το Εφετείο αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, η οδήγηση υπό μέθη οχήματος και δη μοτοσικλέτας, επηρεάζει την οδηγητική ικανότητα του οδηγού και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα άνω διδάγματα της κοινής πείρας, για να τα υπαγάγει στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η δε, εν συνεχεία της παράλειψης αυτής, παραδοχή του Εφετείου περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος του πρώτου αναιρεσίβλητου και του επελθόντος αποτελέσματος, παραβιάζει ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.).

Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις, ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και όχι στην ερμηνεία των κρίσιμων πιο πάνω κανόνων δικαίου, ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τον ίδιο δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 914 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), διότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ειδικότερα ότι η κατανάλωση αλκοόλ από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, παρά το γεγονός ότι αντιθέτως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτός δεν κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του οχήματός του και δεν επιχείρησε τροχοπέδηση για να αποφύγει τη σύγκρουση.

Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις οι παραδοχές, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα, ότι η διαπιστωθείσα κατανάλωση αλκοόλ από τον πρώτο αναιρεσίβλητο (ήτοι ποσοστό 0,53 mg/lt), δεν επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, οι παραδοχές δε αυτές δεν συγκρούονται και δεν τελούν σε αντίφαση με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου, ούτε με τις γενόμενες δεκτές συνθήκες του ατυχήματος.

Πιο συγκεκριμένα, η παραδοχή ότι η διαπιστωθείσα κατανάλωση αλκοόλ από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και δεν σχετίζεται αιτιωδώς με το επελθόν ατύχημα, δεν αντιφάσκει με την άλλη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος προς αποφυγή της σύγκρουσης δεν τροχοπέδησε και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό και τούτο διότι η τελευταία αυτή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου (μη διενέργεια τροχοπέδησης και αποφευκτικού ελιγμού), σύμφωνα με τις ανέλεγκτες και μη αντιφατικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, οφείλεται όχι σε αμελή συμπεριφορά αυτού αναγόμενη στην κατανάλωση αλκοόλ, αλλά στο γεγονός ότι αυτός δεν μπορούσε να αντιληφθεί την όλως απερίσκεπτη και αιφνίδια κίνηση προς τ' αριστερά του οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσείοντα αυτοκινήτου, καθόσον αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) εκινείτο παράλληλα και, πριν τη σύγκρουση, προπορευόταν κατ' ελάχιστον αυτού και είχε στραμμένα τα νώτα του προς το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω δε του ανωτέρω αιφνίδιου ελιγμού του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν τίθεται ζήτημα αντίδρασης του πρώτου αναιρεσίβλητου προς αποφυγή της σύγκρουσης με τροχοπέδηση ή με αποφευκτικό ελιγμό, αφού, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος αναιρεσίβλητος λόγω της ανωτέρω προπόρευσής του, σε σχέση με το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων, δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί τον ως άνω αιφνίδιο ελιγμό του τελευταίου, ώστε να προβεί σε κατάλληλη αποφευκτική ενέργεια.

Επομένως, ο ερευνώμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το άνω Δικαστήριο της ουσίας και στη σαφήνεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση σαφές και μη αντιφατικό αποδεικτικό πόρισμα ότι η κατανάλωση αλκοόλ από τον πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 344/2020, ΑΠ 620/2019, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1169/2019, ΑΠ 1/2018, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 1126/2020). Ωστόσο δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός (Ολ.

ΑΠ 2/2008) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1.../2019). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1.../2019, ΑΠ 798/2010 ΑΠ 22/2005), όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 345/2020, ΑΠ 1.../2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1126/2020, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 705/2019). Εξάλλου ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 688/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 100/2007).

Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον, κατά την ως άνω διάταξη, λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 339 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.

Απόδειξη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.

Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 527/2022, ΑΠ 865/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).

O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 967/2020, ΑΠ 545/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα δικαστική ομολογία του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, που περιέχεται στις από 9-...019 προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ..., στις οποίες αναφέρουν ότι "...Με το δεδομένο αυτό επιβεβαιώνεται η σταδιακή κίνηση του οχήματος των αντιδίκων και η πρόθεση του οδηγού (ήτοι πρώτου αναιρεσείοντος) σταδιακά να πάρει την αριστερή λωρίδα, ώστε φθάνοντας στα φανάρια της οδού ...

να στρίψει αριστερά ..." και με την αναφορά αυτή επιβεβαίωσαν, όπως ισχυρίζονται, τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου ατυχήματος και ειδικότερα επιβεβαίωσαν τον ισχυρισμό τους ότι, ο πρώτος από αυτούς δεν είναι υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση, αφού δεν επιχείρησε να στρίψει αριστερά στην οδό ..., ούτε είχε πρόθεση να στρίψει στην ανωτέρω οδό, όπως δέχθηκε το Εφετείο και καταλόγισε αποκλειστική υπαιτιότητα στον πρώτο αναιρεσείοντα, χωρίς να λάβει υπόψη του την ανωτέρω ρητή ομολογία των άνω αναιρεσίβλητων, την οποία, αν είχε λάβει υπόψη του, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν επιχείρησε αιφνίδια να στρίψει στην οδό ...

και συνεπώς δεν είναι αυτός αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ανωτέρω αναφερόμενη περικοπή των προτάσεων του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ουδόλως συνάγεται σαφής και συγκεκριμένη δικαστική ομολογία αυτών, με την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή παραδοχή πραγματικού γεγονότος, που να αναφέρεται αμέσως στο κρίσιμο αποδεικτέο και αμφισβητούμενο ζήτημα της υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Ειδικότερα, η ανωτέρω αναφερόμενη περικοπή των προτάσεων του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, δεν περιέχει άμεση αναγνώριση γεγονότος, που να θεμελιώνει υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ούτε και άμεση παραδοχή γεγονότος, που να θεμελιώνει έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση αυτού, ώστε να συνιστά δικαστική ομολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ενώ η ως άνω αναφορά στις προτάσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, δεν αποτελεί ούτε τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη του ως δικαστική ομολογία την ως άνω αναφορά στις προτάσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και όλα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ερευνώμενο τρίτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα την από ...-2015 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από ...-2015 συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του Π.

Κ.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφέρονται κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, τα ακόλουθα : "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων της πρώτης αγωγής, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη με αριθμό 85/2015 απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αντίγραφο των οποίων επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ίδιοι, έστω για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρο 529 παρ. 1α' του ΚΠολΔ...), χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των τελευταίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας από την αρμόδια αστυνομική αρχή προανακρίσεως [...], τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής με αριθμούς ..., ...

και .../16.02.2015 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., που λήφθηκαν με επιμέλεια τους και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους [...], την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους εναγομένους με αριθμό .../....2015 ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Μ., που λήφθηκε με επιμέλεια τους και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων της πρώτης αγωγής-αντιδίκων τους [...], τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα εμπλεκόμενα σ' αυτό οχήματα, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, είναι δε επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, ως ιδιωτικά έγγραφα (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ 2, και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ ...), την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες της πρώτης αγωγής από ....2015 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης της νευρολόγου ιατρού Α.

Χ., της οποίας η διενέργεια διατάχθηκε με την προσβαλλόμενη με αριθμό 85/2015 απόφαση, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο [...], τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εναγομένους τεχνικές εκθέσεις (κύρια και συμπληρωματική) του Π. Κ., οι οποίες επίσης εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ [...], χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 του ...), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ... ".

Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων ρητά και ειδικά μνημονεύει "τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εναγόμενους τεχνικές εκθέσεις (κύρια και συμπληρωματική) του Π.

Κ.", σε συνδυασμό και με όλες τις αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου επίσης γίνεται ρητή αναφορά στην ανωτέρω τεχνική έκθεση και ειδικότερα στην 23η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ήτοι την από ...-2015 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από ...-2015 συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του Π.

Κ.. Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες στην πραγματικότητα δεν διατυπώνουν παράπονο για τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, όπως απαιτεί για τη θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται επειδή το Εφετείο από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ορθό.

Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ανάγονται στην πραγματικότητα σε παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των ως άνω αποδεικτικών μέσων, οι οποίες όμως απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ., γιατί εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Κατόπιν της απόρριψης της αίτησης αναίρεσης, το, σωρευόμενο στο δικόγραφό της, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την υποχρέωση των αναιρεσίβλητων να αποδώσουν στην τρίτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, τα καταβληθέντα, κατόπιν εκούσιας εκτέλεσης των πρωτόδικων και της προσβαλλόμενης απόφασης, χρηματικά ποσά, καθίσταται άνευ αντικειμένου.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παρα..., που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, από τους οποίους ο πρώτος και η δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, και το τρίτο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 9-6-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 47/18-6-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό: α) των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσίβλητων και β) των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για το τρίτο αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ