Legislator Case Law & Legislation
1518/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of grounds regarding employment contract classification.

Case Number 1518/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Single Member Court of Appeal's decision in an employment dispute. The appellant argued that a fixed-term contract should be treated as an indefinite-term one under a specific administrative incentive program, but the court found the appeal inadmissible because the claim was not raised before the second-instance court. Furthermore, the court ruled the appeal unfounded since the lower court had explicitly considered the appellant's December 2013 application and the relevant circular in its reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not raised before the second-instance court, and unfounded if the lower court's decision explicitly addresses and considers the contested facts.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal employment contract classification indefinite term contract administrative incentive program legal costs allocation second instance procedure substantive review

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Κ. του Δ., κατοίκου ….., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Ν., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 354/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσειούσα με την από 8/7/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 08.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 52/09.07.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 7/11.01.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 27.07.2015 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας 203/28.7.2015 έφεσης της ενάγουσας -εκκαλούσας-αναιρεσείουσας και επί της από 23.09.2016 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας 118/27.09.2016 έφεσης της εναγομένης -εκκαλούσας - αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 354/22.06.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την από 27.06.2014 και με αριθμό κατάθεσης 455/27.06.2014 αγωγή.

Με την ως άνω αγωγή η ενάγουσα -αναιρεσείουσα εξέθετε ότι η μεταξύ αυτής και της εναγομένης -αναιρεσίβλητης εγγράφως συναφθείσα στις 30.11.2011 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά τη λήξη στις 30.5.2012 εγγράφως ανανεώθηκε αρχικά για τη χρονική περίοδο από 1.6.2012 μέχρι 31.5.2013 και στη συνέχεια για τη χρονική περίοδο από 1.6.2013 μέχρι 31.5.2014, στην πραγματικότητα, ως καλύπτουσα πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης-εργοδότριας, είχε το χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με συνέπεια να υπάγεται στη ρύθμιση της με αριθμό 289/19.12.2013 (σειρά β) εγκυκλίου της διοίκησης της εναγομένης, με την οποία ανακοινώθηκε η με προϋποθέσεις παροχή κινήτρων εθελούσιας αποχώρησης του προσωπικού της και ότι, παρόλα αυτά, η εναγομένη -αναιρεσίβλητη απέρριψε τη σχετική της αίτηση επικαλούμενη τον ορισμένο χρόνο της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσας εργασιακής σύμβασης και με βάση τους ισχυρισμούς της αυτούς ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί ότι η από 30.11.2011 σύμβαση εργασίας εξάμηνης διάρκειας που καταρτίσθηκε στη Λάρισα μεταξύ αυτής και της εναγομένης και η οποία ανανεώθηκε διαδοχικά μέχρι και τις 31.5.2014 με τις από 4.7.2012 και από 13.9.2013 ενιαύσιας ισχύος συμβάσεις παράτασης σύμβασης εργασίας, τυγχάνει μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο πρόγραμμα Β της εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού της εναγομένης κατά τα οριζόμενα στη με αριθμό 289/19.12.2013 (σειρά β) εγκύκλιό της και ότι η άρνηση της τελευταίας να αναγνωρίσει το δικαίωμά της για εθελούσια αποχώρηση ήδη από τις 31.12.2013 είναι μη σύννομη και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 28.600 ευρώ, που αντιστοιχεί στις δικαιούμενες παροχές της λόγω της εθελούσιας αποχώρησής της από την υπηρεσία της στην εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με τη με αριθμό 354/22.6.2015 απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή και συγκεκριμένα αναγνώρισε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο πρόγραμμα β της εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά τα οριζόμενα στη με αριθμό 298/19.12.2013 (σειρά β) εγκύκλιο της τελευταίας και β) υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 5.633,33 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως αποζημίωση.

Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27.07.2015 έφεση της ενάγουσας -εκκαλούσας -αναιρεσείουσας και δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 23.9.2016 έφεση της εναγομένης -εκκαλούσας- αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε τη με αριθμό 354/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την από 27.6.2014 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 9.7.2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 7/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11.01.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 554 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Η αίτηση αναίρεσης, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΟλΑΠ 13/2017, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 509/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον...

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο νόμος 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 81/2003 όπως αντικαταστάθηκε με το π.δ. 180/2004 για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 16/2017).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου (ΑΠ 186/2019). Τέλος, ο χαρακτηρισμός ορισμένης εργασιακής σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που αφορά το χαρακτηρισμό αυτής ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1611/2008). Περαιτέρω, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες, κύριες και επικουρικές, αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλλουν τις λοιπές απορρίπτονται ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 1114/2018, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 51/2017, ΑΠ 10/2016, ΑΠ127/2014).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1245/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση ων προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 3.7.2000 σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ της παραπάνω εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας) και του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας με την επωνυμία "Π&Κ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε." η εκκαλούσα προσλήφθηκε από την ανωτέρω εταιρία ως υπάλληλος γραφείου, για να παρέχει την εργασία της στη Λάρισα, στα γραφεία της ανωτέρω εταιρίας.

Περαιτέρω δυνάμει της από 1-2-2008 τροποποίησης σύμβασης εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της εκκαλούσας και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ

Π&Κ Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ ", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπείτο νόμιμα, ως διαδόχου της αρχικής εργοδότριας εταιρίας, η οποία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεώς της από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ." και ήδη "ΕΘΝΙΚΗ Π&Κ Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ.", συμφωνήθηκε ότι η αρχική σύμβαση εργασίας εξακολουθούσε να ισχύει μεταξύ της εκκαλούσας και της ανωτέρω εταιρίας ("ΕΘΝΙΚΗ Π&Κ Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ",) ως καθολικής διαδόχου της ήδη λυθείσας εταιρίας "Π&Κ Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ." με τους όρους που αναφέρονται σε αυτήν.

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω σύμβαση, ορίσθηκε ότι αντικείμενο της νέας αυτής σύμβασης θα ήταν η από 3-7-2000 σύμβαση παροχής μισθωτών υπηρεσιών, η οποία τροποποιήθηκε με αντικατάσταση του συνόλου των όρων της από τους όρους της νέας σύμβασης, η δε εκκαλούσα θα εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες της προς την εργοδότρια εταιρία με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως γραμματέας στη Γενική Διεύθυνση Πωλήσεων, καθώς και σε άλλη σχετική εργασία, με την επιφύλαξη της οριστικής ή προσωρινής μεταφοράς της σε άλλη θέση εργασίας και της μεταβολής των καθηκόντων της μέσα στο πλαίσιο των προσόντων της και της απόδοσης της, ενώ επιπλέον συμφωνήθηκε ότι το χρονικό διάστημα της παροχής της εκκαλούσας στην "Π&Κ Χρηματιστηριακή Α.Ε.Π.Ε.Υ." θα συνυπολογίζετο, προστιθέμενο στο χρονικό διάστημα της σύμβασης αυτής για τον υπολογισμό τυχόν αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.

Η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην ανωτέρω εταιρία μέχρι τις 30.11.2011, οπότε και η εργοδότρια διέκοψε τη λειτουργία της. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι αμέσως μετά, δυνάμει του από 30.11.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας και της εφεσίβλητης τράπεζας (ήδη αναιρεσίβλητης) στη Λάρισα, η παραπάνω εκκαλούσα προσλήφθηκε από την εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενόψει της προϋπηρεσίας της στην προαναφερόμενη εταιρεία, ως ειδική συνεργάτιδα της τράπεζας και ειδικότερα σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σύμβαση για την αντιμετώπιση επειγουσών και ειδικών αναγκών, προκειμένου να απασχοληθεί σε κατάστημα της Διεύθυνσης Δικτύου ΣΤ', η δε διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε εξάμηνη, αρχομένη από την 1.12.2011 και λήγουσα την 31.5.2012.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του από 4.7.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού παράτασης σύμβασης εργασίας που υπογράφηκε στη Λάρισα μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε η παράταση της παραπάνω σύμβασης για ένα ακόμη έτος, με διάρκεια από 1.6.2012 έως 31.5.2013, ενώ δυνάμει του από 13.9.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού παράτασης σύμβασης εργασίας, συμφωνήθηκε η παράταση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για ένα ακόμη έτος, ήτοι από 1.6.2013 έως 31.5.2014.

Με την τελευταία σύμβαση η εργοδότρια αναγνώρισε ότι το χρονικό διάστημα της προϋπηρεσίας της εκκαλούσας από 3.7.2000 έως 30.11.2011 θα συνυπολογιζόταν στη διάρκεια της εργασίας της ως ειδικής συνεργάτιδος για τον υπολογισμό τυχόν αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Επίσης αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη με την με αριθμό 289 Β' /19.12.2013 εγκύκλιο η τελευταία ανακοίνωσε πρόγραμμα παροχής κινήτρων για την εθελούσια αποχώρηση προσωπικού, ένα δε εκ των επιμέρους προγραμμάτων της ήταν το Πρόγραμμα Β', δικαίωμα συμμετοχής στο οποίο είχαν και όσοι από το ενταγμένο και μη στον Κανονισμό Εργασίας προσωπικό δεν είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ -ΕΤΑΜ, εξαιρούνταν δε ρητώς όσοι εργαζόμενοι απασχολούνταν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ωστόσο, παρά την ως άνω ρητή εξαίρεση, η εκκαλούσα υπέβαλε την από 23.12.2013 αίτησή της περί υπαγωγής της στο Πρόγραμμα Β' της ως άνω εγκυκλίου, χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεκτή από την εφεσίβλητη, για το λόγο ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ τους ήταν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και ενημερώθηκε για το παραπάνω από τους αρμόδιους υπαλλήλους της τράπεζας πριν την 31.12.2013.

Στη συνέχεια η εκκαλούσα έπαυσε να παρέχει τις υπηρεσίες της προς την εφεσίβλητη Τράπεζα από την 1.1.12014 και υπέβαλε την από 31.1.2014 έγγραφη παραίτηση, η οποία ανέγραφε τα κάτωθι: "Σε συνέχεια της από 23.12.2013 αίτησης συμμετοχής μου στο Πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης προσωπικού βάσει της υπ' αρ. 289/19.12.2013 σειράς Β' εγκυκλίου της τράπεζας, την οποία δεν έπρεπε να υποβάλω δεδομένου ότι δεν πληρούσα τις προϋποθέσεις υπαγωγής μου σ' αυτή, υποβάλλω με την παρούσα την παραίτησή μου από την υπηρεσία της Τράπεζας από 1.1.2014, καθότι δεν επιθυμώ τη συνέχιση της συμβάσεώς μου με αυτή".

Επίσης, όπως προκύπτει και από το κείμενο της παραπάνω προσκομιζόμενης εγκυκλίου στην περίπτωση που θα γινόταν δεκτή η ένταξη της εκκαλούσας στο παραπάνω πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, η σύμβαση εργασίας θα λύονταν στις 31-12-2013. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα σαφώς αποδεικνύεται ότι κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης της εκκαλούσας για την ένταξή της στο πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, δεν υπήρχε αμφισβήτηση από την τελευταία ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου και για τον λόγο αυτό αποδέχθηκε ρητά με την δήλωσή παραίτησής της ότι δεν ήταν δικαιούχος του παραπάνω προγράμματος εθελούσιας εξόδου.

Έτσι , με την παραπάνω δήλωσή της αφενός κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της για τον απολειπόμενο χρόνο και αφετέρου παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ένταξής της στο παραπάνω πρόγραμμα. Ενόψει των παραπάνω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της από 23-9-2016 (αριθ.

εκθ. καταθ. 118/2016) εφέσεως, να γίνει δεκτή ως βάσιμη η παραπάνω έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη [...]". Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν και το αποδεικτικό πόρισμα που συνήγαγε από αυτές, ότι δηλαδή η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 648 παρ.1, 669 παρ.1 του ΑΚ και 5 παρ. 1 του π.δ. 81/2003 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, με το οποίο (π.δ. 81/2003 όπως αντικαταστάθηκε με το π.δ. 180/2004) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 και το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937 και το άρθρο 5 παρ. 3 του π.δ. 81/2003 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004.

Τούτο διότι, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, (κατά τις οποίες δυνάμει του από 30.11.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα -αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη -αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας για την αντιμετώπιση επειγουσών και ειδικών αναγκών, τις οποίες κλήθηκε να καλύψει και με τις δύο παρατάσεις της σύμβασης αυτής, που έγιναν με τα από 4.7.2012 και από 13.9.2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, διάρκειας από 1.6.2012 έως 31.5.2013 η πρώτη και από 1.6.2013 έως 31.5.2014 η δεύτερη παράταση) ο χρόνος της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας είχε ρητά συνομολογηθεί να είναι καθορισμένος, δικαιολογείτο από αντικειμενικό λόγο και συνολικά δεν υπερέβη τα τρία έτη, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής το άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 ούτε το άρθρο 5 παρ. 3 του π.δ. 81/2003 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, κατά το οποίο: "3.

Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια την μετατροπή αυτών σε συμβάσεις η σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου".

Ενόψει αυτών, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξ άλλου, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ζήτημα του ακριβούς (ορθού) νομικού χαρακτηρισμού της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και με το ζήτημα της μη υπαγωγής της ενάγουσας-αναιρεσείουσας στο πρόγραμμα Β παροχής κινήτρων για την εθελούσια αποχώρηση προσωπικού, που ορίσθηκε με τη με αριθμό 289Β/19.12.2013 εγκύκλιο της εναγομένης -αναιρεσίβλητης, καθότι από αυτό ρητώς εξαιρέθηκαν οι εργαζόμενοι που απασχολούντο με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επομένως, το πρώτο και το τρίτο σκέλος του δεύτερου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (δεύτερου) λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αντίφαση, ότι ενώ δέχεται ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά την αδιάκοπη και αδιάλειπτη ύπαρξη συμβάσεων εργασίας μεταξύ αυτής και των εταιρειών του ιδίου ομίλου με την αναιρεσίβλητη και την ίδια την αναιρεσίβλητη καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 3.7.2000 έως 31.5.2014, την πρόσληψή της δυνάμει του από 30.11.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού από την αναιρεσίβλητη ενόψει της προϋπηρεσίας της στις προηγούμενες εταιρείες (του ίδιου ομίλου με την αναιρεσίβλητη) και την αναγνώριση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με την από 13.9.2013 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ότι το χρονικό διάστημα της προϋπηρεσίας της από 3.7.2000 έως 31.11.2011 θα συνυπολογιζόταν στη διάρκεια της εργασίας της ως ειδικής συνεργάτιδας για τον υπολογισμό τυχόν αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης, πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία (αφού τα δέχθηκε ως αποδειχθέντα) ο χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας ήταν αορίστου χρόνου, εν τούτοις κατέληξε στην παραδοχή ότι "δεν υπήρχε αμφισβήτηση από την τελευταία (δηλαδή την αναιρεσείουσα) ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου", παραλείποντας να προσδώσει στην ένδικη σύμβαση τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της ως αορίστου χρόνου.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εταιρεία "...", από την οποία η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε ως υπάλληλος γραφείου δυνάμει της από 3.7.2000 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και η εταιρεία ……..", καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριας εταιρείας, (με την οποία την 1.2.2008 η αναιρεσείουσα συμφώνησε να συνεχίσει η ισχύς της από 3.7.2000 αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της με την αντικατάσταση των όρων της με τους όρους της από 1.2.2008 σύμβασης), ανήκαν στον ίδιο με την αναιρεσίβλητη όμιλο επιχειρήσεων και δεν έκρινε ότι κατά την χρονική περίοδο από 1.8.2000 έως 31.5.2014 υφίστατο συνεχής και αδιάλειπτη σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης.

Αντίθετα, εκτιμώντας ελεύθερα την εξώδικη ομολογία της αναιρεσείουσας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην από 31.1.2014 έγγραφη παραίτηση αυτής από την εργασία της, που κατέθεσε στην αναιρεσίβλητη, σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέληξε με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία στο πόρισμα ότι δεν υπήρχε αμφισβήτηση από την αναιρεσείουσα ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου και ότι για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε ρητά με τη δήλωση παραίτησής της από την εργασία της ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις ένταξής της στο ως άνω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου.

Επομένως, το ως άνω δεύτερο σκέλος του δεύτερου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Περαιτέρω, η περιεχόμενη στην εκτεθείσα αιτιολογία της πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης "Έτσι με την παραπάνω δήλωσή της (εννοείται την από 31.1.2014 έγγραφη παραίτηση της αναιρεσείουσας από την εργασία της, το περιεχόμενο της οποίας κατά λέξη παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση), αφενός κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της για τον υπολειπόμενο χρόνο και αφετέρου παραιτήθηκε από το δικαίωμα της ένταξής της στο παραπάνω πρόγραμμα", συνιστά επάλληλη αιτιολογία, η οποία από μόνη της δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο στηρίζεται στην κύρια αιτιολογία της, σύμφωνα με την οποία η αναιρεσείουσα με την από 31.1.2014 έγγραφη παραίτησή της από την εργασία της, αποδέχθηκε ρητά ότι δεν ήταν δικαιούχος του ανακοινωθέντος με τη με αριθμό 289Β/19.12.2013 εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης προγράμματος παροχής κινήτρων για την εθελούσια αποχώρηση προσωπικού, καθότι δεν αμφισβήτησε ότι η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου.

Επομένως, το τέταρτο σκέλος του δεύτερου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την ως άνω μεμονωμένη πρότασή της, είναι απορριπτέο ως αλυσιτελές. Εξάλλου, απορριπτέο ως απαράδεκτο είναι και το πέμπτο (και τελευταίο) σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, διότι σε αυτό γίνεται παραβολή της επί της ουσίας κρίσης της με αριθμό 354/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την επί της ουσίας κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του,το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε ως αποδεδειγμένα (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη 346 ΚΠολΔ το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΟλΑΠ 58/1978, ΑΠ 70/2008).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως ο τελευταίος (δηλαδή ο αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Εάν ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλο διάδικο (ομόδικο ή αντίδικο) αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008). Έγγραφα, δε, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ.

γ του ΚΠολΔ θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα και μόνο (ΑΠ 1124/2018, ΑΠ 2013/2013). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και οι μάρτυρες), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ του ΚΠολΔ, καθότι δεν έλαβε υπόψη του την, κρίσιμη για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί του χαρακτήρα της εργασιακής της σύμβασης ως αορίστου χρόνου, από 23.12.2013 έγγραφη αίτησή της περί υπαγωγής της στο πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης προσωπικού έτους 2013, την οποία η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί στις από 19.2.2015 προτάσεις της και είχε προσκομίσει, μεταξύ άλλων εγγράφων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προς αντίκρουση της αγωγής της αναιρεσείουσας και την οποία (πάλι) η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε στις από 10.11.2017 προτάσεις της και επαναπροσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Όμως, από το γεγονός αυτό (ότι δηλαδή την ως άνω από 23.12.2013 έγγραφη αίτηση της αναιρεσείουσας περί υπαγωγής της στο πρόγραμμα εθελουσίας αποχώρησης προσωπικού του έτους 2013, την επικαλέσθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη στο δικαστήριο της ουσίας), δεν ιδρύεται ο ως άνω από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης υπέρ της αναιρεσείουσας, αφού η τελευταία δεν επικαλείται ότι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο με την επίκλησή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και από την ίδια, σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις αυτής ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τις οποίες επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος (βλ.

σελ. 12-18 και 8-13 των προτάσεων επί της έφεσης της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των προτάσεων της αναιρεσείουσας επί της έφεσης αυτής) η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτές την ως άνω από 29.12.2013 αίτησή της περί υπαγωγής στο ως άνω πρόγραμμα. Ενόψει αυτού ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι και απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ακόλουθη σαφή αναφορά που διαλαμβάνεται στην όγδοη (8η) σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης: "Ωστόσο, παρά την ως άνω ρητή εξαίρεση, η εκκαλούσα (νυν η αναιρεσείουσα) υπέβαλε την από 23.12.2013 αίτησή της περί υπαγωγής της στο Πρόγραμμα Β της ως άνω εγκυκλίου, χωρίς ωστόσο να γίνει αποδεκτή από την εφεσίβλητη (νυν αναιρεσίβλητη), για το λόγο ότι η σύμβαση εργασίας που είχε συναφθεί μεταξύ τους ήταν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και ενημερώθηκε (εννοείται η εκκαλούσα- αναιρεσείουσα) για το παραπάνω από τους αρμόδιος υπαλλήλους της τράπεζας (δηλαδή της εφεσίβλητης-αναιρεσίβλητης) πριν την 31.12.2013", καθίσταται βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, (δηλαδή της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας -εκκαλούσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 354/2015 απόφασή του πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και επαναπροσκόμισαν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) και τη με ημερομηνία 23.12.2013 έγγραφη αίτηση της αναιρεσείουσας-εργαζόμενης περί υπαγωγής της στο Πρόγραμμα Β παροχής κινήτρων για την εθελούσια αποχώρηση προσωπικού, το οποίο η αναιρεσίβλητη-εργοδότρια ανακοίνωσε με τη με αριθμό 289Β/19.12.2013 εγκύκλιό της, αφού την ως άνω από 23.12.2013 αίτηση μνημονεύει ρητά στην αιτιολογία της απόφασής του.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 08.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 52/09.07.2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 08.07.2021 και με αριθμό κατάθεσης 52/09.07.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 7/11.01.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ