Legislator Case Law & Legislation
1518/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against application of five-year limitation period, ruling twenty-year period applies to unjust enrichment claims.

Case Number 1518/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the fourth ground of appeal regarding the application of the five-year limitation period to a claim for unjust enrichment. The lower court incorrectly applied the five-year rule, whereas the appellant argued the claim fell under the twenty-year limitation period for unjust enrichment. The court agreed, finding the lower court erred in characterizing the claim as one for legal fees subject to the shorter period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 250 of the Civil Code; A claim for unjust enrichment is subject to a twenty-year limitation period, not the five-year period applicable to claims for legal fees and expenses.

Keywords

AI generated
unjust enrichment limitation period Civil Code appeal admissibility legal fees statute of limitations Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Civil Code
Article 250 paragraph 11 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 177 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τράπεζας του Ιράν που εδρεύει στην Τεχεράνη με την επωνυμία "BANK SADERAT IRAN", που έχει εγκαταστήσει νόμιμα υποκαταστήματα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αγγελάκο, με δήλωση του άρθρου 242 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαρρηγόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 28/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3445/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 26/6/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 26.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3857/453/2020, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας εκδοθείσα με αριθμό 3445/20.5.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά της με αριθμό 110/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επίσης αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω, με αριθμό 110/2014, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 28.12.2010 (και με αριθμό κατάθεσης 229769/724/2010) αγωγή του ενάγοντος- εναγομένου- εκκαλούντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 28.12.2011 (με αριθμό κατάθεσης 231370/589/2011) αγωγή της ενάγουσας-εναγομένης-εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, στη συνέχεια απέρριψε την από 28.12.2010 αγωγή και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 28.12.2011 αγωγή.

Κατά της με αριθμό 110/2014 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν εφέσεις και οι δύο διάδικοι. Συγκεκριμένα, ο ενάγων-εναγόμενος-εκκαλών-εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 28.1.2015 και με αριθμό κατάθεσης 552/2015 έφεση και η εναγομένη -ενάγουσα -εκκαλούσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 6.3.2015 και με αριθμό κατάθεσης 1503/2015 έφεση.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3445/20.5.2020, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε αυτές κατ' ουσίαν και εξαφάνισε την με αριθμό 110/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 28.12.2010 (και με αριθμό κατάθεσης 229769/724/2010) αγωγή του ενάγοντος- εναγομένου- εκκαλούντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης-ενάγουσας-εφεσίβλητης -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλείτο ότι την 1.12.1987 είχε συναφθεί μεταξύ αυτού ως δικηγόρου και της αντιδίκου του Τράπεζας σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, κατά τη διάρκεια της οποίας η εναγομένη-ενάγουσα-εφεσίβλητη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα του κατέβαλε κάθε μήνα αντιμισθία που υπολειπόταν της νόμιμης και την οποία (σύμβαση) στις 27.12.2010 αυτή κατήγγειλε χωρίς να του καταβάλει την προβλεπόμενη από τον Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση και ζητούσε να του καταβληθούν :1)η διαφορά μεταξύ της νόμιμης μηνιαίας αντιμισθίας του και της καταβληθείσας αμοιβής του κατά τα έτη 2005- 2010, 2) η αποζημίωσή του, 3) ως αστική ποινή η νόμιμη μηνιαία αντιμισθία του από τις 27.12.2010 έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής του και 4) χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως καταχρηστικό το με αριθμό 1 αίτημα της ως άνω αγωγής και ως ουσιαστικά αβάσιμο το με αριθμό 4 αίτημά της, επιδίκασε στον ενάγοντα-εναγόμενο-εκκαλούντα -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 42.227,5 ευρώ για αποζημίωσή του και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης-εφεσίβλητης-ενάγουσας -εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας να του καταβάλει και το ποσό των 22.860 ευρώ ως ποινή για τη μη καταβολή της αποζημίωσης αυτής, που αναφέρεται στις πάγιες αντιμισθίες του κατά το διάστημα από 27.12.2010 έως 17.12.2013, με το νόμιμο τόκο, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση καθορίζεται.

Επίσης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά ένα μέρος και την από 28.12.2011 (με αριθμό κατάθεσης 231370/589/2011) αγωγή της ενάγουσας-εναγομένης -εκκαλούσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-ενάγων- εφεσίβλητος -εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος να της καταβάλει τα ποσά, τα οποία ισχυριζόταν ότι από το έτος 1997 έως και το έτος 2010 αχρεωστήτως του είχε καταβάλει ως δικαστικά έξοδα και που συνολικά ανέρχονταν σε 39.753,44 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όπως ορίζεται στην αγωγή.

Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τα ως άνω κονδύλια απέρριψε ως παραγεγραμμένα αυτά που αφορούσαν στο χρονικό διάστημα από το έτος 1997 έως το έτος 2005 και που συνολικά ανέρχονταν 17.200,77 ευρώ, δεχόμενο ότι οι ως άνω αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας-εναγομένης-εκκαλούσας -εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 11 του ΑΚ, την οποία είχε προτείνει ο αντίδικός της και της επιδίκασε το συνολικό ποσό των 22.552,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, (αντί του ποσού των 2.029 ευρώ, που της είχε πρωτοδίκως επιδικασθεί), ως αχρεωστήτως καταβληθέντα από αυτήν στον εναγόμενο-ενάγοντα-εφεσίβλητο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικαστικά έξοδα κατά την χρονική περίοδο των ετών 2006 έως 2010.

Με δεδομένο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 20.5.2020 και δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας επίδοση αυτής με πρωτοβουλία οποιουδήποτε διαδίκου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στις 30.6.2020, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 2 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 3 εδ.α του κατά το κρίσιμο χρόνο (1987 - 2010) ισχύσαντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ορίζεται ότι "Είναι ασυμβίβαστος προς το Δικηγορικόν λειτούργημα πάσα έμμισθος υπηρεσία παρά φυσικώ ή νομικώ προσώπω", με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον δικηγόρον α) η επί παγία ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου και β) η διδασκαλία μαθημάτων νομικής ή πολιτικών επιστημών" και με την παρ.5 εδ.α και β του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η συμφωνία περί παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία περιοδική αμοιβή υπό προθεσμίαν.

Τοιαύτη υπό προθεσμίαν σύμβασις και προ του Κώδικος γενομένη, θεωρείται ως αορίστου χρόνου". Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντά του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο ενός εκ των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, ορίζεται ότι έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις, ότι η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο και ότι επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στο δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 166 του ανωτέρω κώδικα ορίζεται ότι "πάσα άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικος, μη απαγορευμένη υπό του νόμου και δυναμένη να εκτελεσθή και παρ' οιουδήποτε άλλου εντολοδόχου, αμείβεται κατά τας διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη.

Δια την πληρωμήν των τοιούτων αμοιβών δι` εξωδίκους ενεργείας, εφ' όσον δεν είναι συναφείς προς την άσκησιν του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η δια πίνακος εκκαθάρισις κλπ". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ.

α του Κώδικα των Δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1816/1988, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ παρ.1 στοιχ. 8β του Ν. 4093/2012), οφείλεται στο δικηγόρο, όχι για την εκτέλεση οποιασδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει ο συμβαλλόμενος δικηγόρος υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41 και 42 του Κώδικα των Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016, ΑΠ 956/2003).

Περαιτέρω, ναι μεν από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) προκύπτει ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου και ότι η σύμβαση έργου, ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ.

ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 227/2011, ΑΠ 229/2004), πλην όμως αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερθέντων είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την προαναφερθείσα έννοια. Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές ασυμβίβαστο, η παραβίαση του οποίου άλλωστε δεν καθιστά άκυρη την τυχόν καταρτισθείσα σύμβαση, ούτε μετατρέπει αυτήν σε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, αλλά επάγεται κατά την παρ. 6 του ως άνω άρθρου 63 του Κώδικα μόνο πειθαρχική ευθύνη του καταρτίσαντος αυτήν δικηγόρου (ΑΠ 1321/2017 και σχ.

ΑΠ 41/1988, ΑΠ 548/1976). Τέλος, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του απασχολούμενου με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία δικηγόρου, δεν επηρεάζονται από το χρόνο απασχόλησής του στον εντολέα (ΑΠ 1146/2015).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ούτε αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1703/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον πρώτο αναιρετικό λόγο, τα εξής: "Ο ενάγων της υπό στοιχείο α αγωγής (και εναγόμενος της υπό στοιχείο β αγωγής) [ήδη αναιρεσίβλητος] είναι δικηγόρος Αθηνών από το έτος 1962 και παρέχει τις υπηρεσίες του σε δικηγορικό γραφείο που διατηρεί στην Αθήνα, έχοντας συνεργάτες δικηγόρους.

Η εναγόμενη της υπό στοιχείο α' αγωγής (και ενάγουσα της υπό στοιχείο β' αγωγής) [ήδη αναιρεσείουσα] είναι το μοναδικό υποκατάστημα στην Ελλάδα της αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "BANK SADERAT IRAN" που εδρεύει στην Τεχεράνη του Ιράν, στην οποία το Ιρανικό Δημόσιο μετέχει κατά ποσοστό 94%, ενώ δεν διαθέτει οργανωμένη νομική υπηρεσία.

Με το από 01-12-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό που οι διάδικοι υπέγραψαν, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη για την διεκπεραίωση των νομικών υποθέσεών της με πάγια αντιμισθία, όπως ρητώς ορίζεται (άρθρο 1). Ειδικότερα ο ενάγων ανέλαβε έναντι σταθερής (πάγιας) αμοιβής που θα προσδιορισθεί κατωτέρω, είτε ο ίδιος, είτε με συνεργάτη του-δικηγόρο, ενδεικτικά:

το χειρισμό των νομικών υποθέσεων της εναγομένης στην περιοχή της Αττικής, οποιοσδήποτε φύσεως και ενώπιον οποιωνδήποτε Δικαστηρίων, οποιουδήποτε βαθμού, την εκπροσώπηση της Τράπεζας ενώπιον οποιοσδήποτε Διοικητικής ή άλλης αρχής, την παροχή νομικών συμβουλών για οποιαδήποτε νομικό ή δικαστικό θέμα, τη σύνταξη σχεδίων συμβάσεων οποιοσδήποτε φύσεως και περιεχομένου, ενώ όφειλε να προσέρχεται καθημερινά στα γραφεία της Τράπεζας (επί της οδού Ελ.

Βενιζέλου αριθμ. 25-29) (άρθρο 1 περ. ε συμφωνητικού) και να ασχολείται επί ένα δίωρο τουλάχιστον, με κάθε είδους δικαστική και εξώδικη υπόθεσή της. Κατά το άρθρο 2 του άνω συμφωνητικού η πάγια αμοιβή του ορίσθηκε στο μεικτό ποσό των 125.000 δρχ μηνιαίως, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται όλα τα επιδόματα, αυξήσεις και δώρα (όπως το Δώρο Πάσχα και Χριστουγέννων).

Τα δικαστικά και εξωδικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνονται και καταβάλλονται κατά το τέλος εκάστου μηνός έναντι σχετικού εξοδολογίου. Κατ' εφαρμογήν των μεταξύ τους συμφωνηθέντων ο ενάγων συνέτασσε τα σχετικά δικόγραφα, παρίστατο ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων, κ.λ.π, ενώ τακτικώς συνέτασσε ετήσια αναφορά για την πορεία όλων των εκκρεμών νομικών υποθέσεων και απαιτήσεων της Τράπεζας.

Επίσης, είχε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα της Τράπεζας και συμμετείχε σε συσκέψεις με τον εκάστοτε Διευθυντή, δίνοντάς του αναφορά και συζητώντας την αντιμετώπιση και επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων. Στο τέλος εκάστου μηνός, είτε ο ενάγων, είτε οι συνεργάτες του γραφείου του, εξέδιδαν, για την αμοιβή των παρεχομένων στην Τράπεζα υπηρεσιών, τις προβλεπόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

Η ανωτέρω αμοιβή αυξήθηκε κατά τα έτη της συνεργασίας των διαδίκων κατόπιν αναπροσαρμογών που αξίωνε ο ενάγων. Έτσι το ανωτέρω ποσό το έτος 1996 ανερχόταν μηνιαίως σε 210.000 δρχ , το έτος 2001 στο ποσό των 231.000 δρχ, ενώ από την εισαγωγή του ευρώ έως τις 30-4-2006 σε 697,90 ευρώ. Να σημειωθεί ότι η Τράπεζα είχε περιορισμένο όγκο δικαστικών υποθέσεων και μικρές ανάγκες για νομικές συμβουλές, ενώ στην πράξη ο πραγματικός χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος ήταν μικρότερος των δύο ωρών ημερησίως, όπως αρχικώς προβλεπόταν στο συμφωνητικό.

Στις 5-9-2008 ο ενάγων σύστησε με τους συνεργάτες του γραφείου του Ν. Δ. και Μ. Κ. (κόρη του) τη δικηγορική εταιρία με την επωνυμία "...". Προκειμένου να είναι δυνατή η πληρωμή της πάγιας αντιμισθίας του ενάγοντος, αντιλογιζόμενη προς το φορολογικό παραστατικό που υποχρεωτικά εξέδιδε η δικηγορική εταιρία, στις 1-10-2008 λύθηκε η ως άνω σύμβαση και ο ενάγων υπέγραψε σχετική δήλωση επί του σώματος της από 1-12-1987 σύμβασης ότι δε διατηρεί ουδεμία απαίτηση από την εναγόμενη και αυθημερόν καταρτίσθηκε η από 1-10-2008 σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία μεταξύ της ως άνω δικηγορικής εταιρίας και της Τράπεζας με παρόμοιο ως και το προηγούμενο συμφωνητικό περιεχόμενο, συμφωνήθηκε δε στο άρθρο 2 αυτού το ποσό της αντιμισθίας του ενάγοντος στο μικτό ποσό 1.313 ευρώ μηνιαίως, ενώ απαλείφθηκε η φράση ότι είναι ενσωματωμένα και περιλαμβάνονται (στο ανωτέρω ποσό) όλα τα επιδόματα, αυξήσεις και δώρα εορτών όπως προέβλεπε το από 1-12-1987 συμφωνητικό.

Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες στην εναγόμενη Τράπεζα, τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και με την αρωγή των συνεργατών του, με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως, η δε αμοιβή του και τα πάσης φύσεως έξοδα καταβάλλονταν στο λογαριασμό του, ενώ εκδίδονταν από τη δικηγορική εταιρία τα αντίστοιχα παραστατικά (αποδείξεις παροχής υπηρεσιών).

Η αρχική από 1-12-1987 σύμβαση αναγγέλθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών στις 20-10-1989, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63Α παρ. 8 και 9 του ν.δ. 3026/1954, ενώ τούτο δεν έγινε με την από 1-10- 2008 σύμβαση. Να σημειωθεί όμως ότι η παράλειψη αυτή της αναγγελίας δεν καθιστά άκυρη τη σύμβαση, αλλά επισύρει μόνο ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις (βλ.

άρθρο 9 του ως άνω ν.δ. 3026/1954, ΑΠ 6537/2003 Νόμος). Εκτιμώντας τα δεδομένα αυτά, ήτοι ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η αμοιβή του ενάγοντος να καταβάλλεται παγίως κατά μήνα, ανεξαρτήτως του αριθμού των υποθέσεων που θα του ανατεθούν, αυτός προσερχόταν καθημερινά στο χώρο των γραφείων της Τράπεζας, τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας, διατηρούσε αρχείο των υποθέσεών της και σχετικό ευρετήριο, έχοντας καταχωρήσει το σύνολο των υποθέσεων που χειρίσθηκε από την αρχή της συνεργασίας του, και κατάσταση εξόδων, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, της σύμβασης αυτής ρυθμιζομένης από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, και όχι αυτή του εξωτερικού συνεργάτη δικηγόρου, ήτοι του δικηγόρου ο οποίος παρέχει μεν κάποιες νομικές υπηρεσίες στην εναγόμενη, έναντι αμοιβής κατ' αποκοπή, ανά υπόθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία.

Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου περί των όρων και των συνθηκών της παροχής, από πλευράς του ενάγοντος, των νομικών του υπηρεσιών και του είδους της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης ως έμμισθης εντολής δικηγόρου δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι ο ανωτέρω δεν ανέφερε ότι απασχολείται ως έμμισθος δικηγόρος στις ετήσιες δηλώσεις που υπέβαλλε στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε ότι δεν είχε ενημερώσει σχετικώς τα ασφαλιστικά του ταμεία.

Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων αμειβόταν με διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, δικές του ή των συνεργατών του, συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ούτε ότι μέρος των νομικών υποθέσεων ανατίθετο σε συνεργάτες δικηγόρους του, ούτε επίσης το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης.

Επίσης επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη κατά διαστήματα εφοδίαζε, μεταξύ άλλων και τον ενάγοντα με συμβολαιογραφικά πληρεξούσια, χορηγώντας του τη γενική εντολή να παρίσταται σε όλα τα Δικαστήρια, σε οποιαδήποτε αρχή για την προάσπιση των νομικών συμφερόντων της (βλ. τα υπ' αριθμ 3439/19-2-2002, 3979/4-11-2004 πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Θ.)[...]". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τον πρώτο λόγο της από 28.1.2015 έφεσης του ενάγοντος-εναγομένου-εκκαλούντος -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 110/2014, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, κατά την κύρια σκέψη του, είχε δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σχέση ανεξάρτητης συνεργασίας και όχι έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.

Αναφορικά δε με τις αξιώσεις του αναιρεσίβλητου προς καταβολή των διαφορών μεταξύ των προβλεπομένων στο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων κατώτερων ορίων αποδοχών για τους απασχολούμενους με πάγια αντιμισθία δικηγόρους και των καταβληθεισών σε αυτόν από την αναιρεσείουσα Τράπεζα αμοιβών, έκρινε αυτές καταχρηστικές (άρθρο 281 ΑΚ) και απέρριψε το δεύτερο λόγο της ίδιας έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων -εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος παραπονείτο κατά της με αριθμό 110/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία, με επάλληλη σκέψη, είχαν συλλήβδην απορριφθεί οι αγωγικές του αξιώσεις ως καταχρηστικές.

Με την ως άνω κρίση του ως προς το είδος της σύμβασης που είχαν συνάψει οι διάδικοι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι προέβη στην ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις εκτεθείσες στη με αρίθμηση Ι σκέψη διατάξεις των άρθρων 1, 39 παρ. 1, 41, 42, 63 παρ. 3, 4, 5 και 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" οι οποίες είχαν εφαρμογή στην προκείμενη έννομη σχέση, που συνιστά σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου μεταξύ εντολέα και δικηγόρου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, το νόμιμο όριο της οποίας καθοριζόταν με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων.

Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά υπάγονται στις προϋποθέσεις που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές και καταφάσκουν στην ουσιαστική βασιμότητα τόσο του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσίβλητου όσο και της από 28.12.2010 αγωγής του, με την οποία υποστηρίζονται τα ίδια.

Επιπρόσθετα, έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όσον αφορά στη σχέση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που συνέδεε τους διαδίκους, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό τις ως άνω επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, δηλαδή ότι επρόκειτο για σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία.

Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε στη με αρίθμηση Ι σκέψη, αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής των ως άνω διατάξεων είναι η εκ μέρους του δικηγόρου παροχή νομικών υπηρεσιών υπό την εκτεθείσα έννοια.

Συνεπώς, οι παρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές ότι: "Στην πράξη ο πραγματικός χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος ήταν μικρότερος των δύο ωρών ημερησίως, όπως αρχικώς προβλεπόταν στο συμφωνητικό" και ότι: "Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου περί των όρων και των συνθηκών της παροχής από πλευράς του ενάγοντος δεν αναιρείται εκ του γεγονότος ότι ο ανωτέρω δεν ανέφερε ότι απασχολείται ως έμμισθος δικηγόρος στις ετήσιες δηλώσεις που υπέβαλλε στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε ότι δεν είχε ενημερώσει σχετικώς τα ασφαλιστικά του ταμεία.

Εξάλλου, ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων αμειβόταν με διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, δικές του ή των συνεργατών του συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι δεν καταρτίσθηκε σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, ούτε ότι μέρος των νομικών υποθέσεων ανατίθετο σε συνεργάτες δικηγόρους του, ούτε επίσης το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις της εναγομένης" δεν είναι αντιφατικές, σε σχέση με τις προηγηθείσες αιτιολογίες για τη συνδρομή σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και δεν συνιστούν εκ πλαγίου εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 1, 39 παρ. 1, 41, 42, 63 παρ. 3, 4, 5 και 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι συγκεκριμένες διατάξεις δεν θέτουν ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους την πλήρη ή μη απασχόληση του δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, την έλλειψη δυνατότητας του δικηγόρου να χειρίζεται και άλλες υποθέσεις στον ελεύθερο χρόνο του ή την έλλειψη δυνατότητας διεκπεραίωσης ορισμένων υποθέσεων του εντολέως του με την αρωγή τρίτων και ιδίως συνεργατών του από το ίδιο δικηγορικό γραφείο, ενώ οι παρατεθείσες παραβάσεις του αναιρεσιβλήτου δεν καθιστούν άκυρη τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παρατεθείσα αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο του πρώτου λόγου της αίτησης, η ειδικότερη αναφορά της: "και αφετέρου ο μικρός αριθμός των υποθέσεων δεν δικαιολογεί την εξαιρετική (από τον Κώδικα Δικηγόρων) δημιουργία σχέσεως έμμισθης (πάγιας αντιμισθίας) με την απαιτουμένη (νόμιμη) αμοιβή", περιλαμβάνεται στο κεφάλαιό της, με το οποίο αιτιολογείται η ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ότι ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα του αντιδίκου της να ζητεί την καταβολή των διαφορών μεταξύ των νομίμων και των καταβληθεισών αποδοχών του και των ασφαλιστικών του εισφορών.

Συγκεκριμένα συνιστά πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσιβαλλόμενης ότι στην περίπτωση που η αναιρεσείουσα γνώριζε τις υποχρεώσεις της ως προς το ύψος των ελαχίστων ορίων μηνιαίων αποδοχών και ως προς την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν είναι βέβαιο ότι θα κατέληγε σε συμφωνία πρόσληψης του ενάγοντος με πάγια αντιμισθία, κρίνοντας τελικά ότι μια τέτοια επιλογή δεν θα την συνέφερε οικονομικά, διότι μια τέτοια πρόσληψη (εννοείται με τις ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις) δεν δικαιολογούσε ο περιορισμένος αριθμός υποθέσεων και οι μικρές ανάγκες για νομικές συμβουλές (βλ. 10ο φύλλο οπίσθια σελίδα αυτής).

Δεν περιλαμβάνεται, δηλαδή, στα με πληρότητα και σαφήνεια εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση ήταν αυτή της έμμισθης εντολής δικηγόρου με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3590/1957 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013, σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με καταγγελία, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη εντός των ορίων του άρθρου 92 του ίδιου Κώδικα αμοιβή του, μέχρι πλήρους αποζημίωσης.

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εντολής από τη μη καταβολή αποζημίωσης και, επομένως, η σύμβαση λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι την καταβολή πλήρους αποζημίωσης είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την πληρωμή της αποζημίωσης, Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο.

Το πταίσμα, όμως, αυτό κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής πλήρους αποζημίωσης. Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από την μη καταβολή της αποζημίωσης κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εντολής.

Μπορεί, όμως, ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί, αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 1017/2019, ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 411/2016, ΑΠ 88/2010). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος".

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ 298/2012).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σε αυτή αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα", ουσιώδεις, δηλαδή, για την έκβαση της δίκης θεμελιωτικούς της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.

Δεν ιδρύεται, όμως, αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είναι αόριστοι, μη νόμιμοι, απαράδεκτοι ή αλυσιτελείς, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1278/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ακόλουθες ενστάσεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως εναγομένη και εφεσίβλητη αντίστοιχα:

α) η ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου να αξιώσει από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αποζημίωση λόγω της από την τελευταία καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης, εφόσον αυτή κριθεί ότι είναι σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και της αντιμισθίας του μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημίωσης, β) η ένστασή της περί εύλογης αμφιβολίας της για την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης αποζημίωσης και γ) η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητεί τα κονδύλια της αποζημίωσης και της αστικής ποινής από τη μη καταβολή της να υπολογισθούν με βάση το νόμιμο (υπέρτερο) όριο αντιμισθίας και όχι σύμφωνα με το καταβαλλόμενο σε αυτόν μικρότερο μηνιαίο ποσό.

Σχετικά με την βασιμότητα του ως άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Με δήλωσή της, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 110/2014 απόφαση πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προτείνει και τις ενστάσεις: α) της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου να ζητεί την αποζημίωσή του και τις μηνιαίες του αμοιβές μέχρι την αποπληρωμή της και β) της συγγνωστής της πλάνης και της εύλογης αμφιβολίας της για την ύπαρξη και το ύψος της αποζημίωσης.

Τις ως άνω ενστάσεις αναλυτικά διέλαβε στις από 17.12.2013 πρωτόδικες προτάσεις της ως εξής: " Στην αδόκητη περίπτωση που το δικαστήριό Σας θεωρήσει ότι η σχέση που συνέδεε εμάς και τον αντίδικο ήταν έμμισθη εντολή, το σχετικό κονδύλιο θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστικά ασκούμενο για τους ίδιους ως άνω λόγους ήτοι διότι εύλογα εμείς αγνοούσαμε τις έννομες συνέπειες που έχει η εν λόγω σχέση (ήτοι και μεταξύ άλλων υποχρέωση περί καταβολής αποζημίωσης κατά τη λήξη της κατ' άρθρο 94 παρ.1 Κώδικα περί δικηγόρων) καθόσον αγνοούσαμε τον νόμο και πέτυχε (εννοείται ο ενάγων) την κατάρτιση της μεταξύ μας σύμβασης με το ανωτέρω περιεχόμενο, εκείνος δε ουδέποτε μας ενημέρωσε για την υποχρέωσή μας σε περίπτωση διακοπής της μεταξύ μας σχέσης, γεγονός που αν γνωρίζαμε θα είχαμε πολύ νωρίτερα επιδιώξει άλλης μορφής συνεργασία ενόψει του μικρού αριθμού δικαστικών και εξωδικαστικών υποθέσεων, εν έτει δε 2008 που παραιτήθηκε από κάθε νόμιμη αξίωσή του προς την Τράπεζά μας με την από 1.10.2008 σχετική δήλωσή του επί του σώματος της αρχικής σύμβασης (ΣΧΕΤ.4), και ο ίδιος δε δεν θεωρούσε ότι μας συνέδεε οιαδήποτε σχέση έμμισθης εντολής και γι' αυτό δεν την είχε δηλώσει στο ΔΣΑ, γεγονότα που μας δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση ότι ουδεμία υποχρέωση έχουμε σχετικά έναντι του.

Αλλά και στην απίθανη περίπτωση που το Δικαστήριό Σας κρίνει ότι θα πρέπει να καταβληθεί οιαδήποτε αποζημίωση στον αντίδικο για τη λήξη της μεταξύ μας σύμβασης, αυτή θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση το ποσό που πράγματι του καταβαλλόταν κατά τη χρονική στιγμή της καταγγελίας της μεταξύ μας σύμβασης και όχι βάσει όσων ζητάει ο αντίδικος, ήτοι βάσει του ποσού των 1.313 ευρώ..." και "...

Εν προκειμένω, η μη καταβολή αποζημίωσης είναι προφανές ότι οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία ημών αναφορικά με την ύπαρξη της σχετικής απαίτησης και το ύψος της. Ενόψει όλων των προεκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών ήταν εύλογη και υπήρχε ανυπαίτια αδυναμία και άγνοιά μας περί τη διακρίβωση αφενός μεν εάν είχαμε σχετική υποχρέωση αποζημίωσης, αφού δεν γνωρίζαμε εάν μας συνδέει σχέση έμμισθης εντολής ή όχι αφετέρου δε του ακριβούς ύψους της, δεδομένου ότι ο ίδιος ο ενάγων ως δικηγόρος μας ουδέποτε μας είχε ενημερώσει σχετικά, καίτοι διέθετε ειδικές γνώσεις, τις οποίες εμείς δεν διαθέταμε. ".

Τις ως άνω ενστάσεις της η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα επανέφερε και με τις από 16.1.2017 προτάσεις, που κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς αντίκρουση της από 28.1.2015 έφεσης του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τις ως άνω αξιώσεις του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων συμπλήρωσε κατά το χρόνο της καταγγελίας είκοσι τρία (23) έτη υπηρεσίας στην εναγομένη, οπότε δικαιούται την αποζημίωση που ορίζεται στο άρθρο 46 παρ. 3α περ.

β του ισχύοντος από 27.9.2013 νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013)....κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης του ενάγοντος. Οι πάγιες (νόμιμες) μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη, ανέρχονταν, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης στο ποσό των 1.905 ευρώ (...) Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση καταγγελίας το ποσό των 22.860 ευρώ (1905 Χ 12 μήνες), επιπλέον δε (εφόσον είχε συμπληρώσει στην εναγομένη προϋπηρεσία πάνω από δέκα επτά έτη, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 4093/2012, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη) το ποσό των 13.335 (1905 Χ 7 μήνες) ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 36.195 (22.860 + 13.335) ευρώ και επιπλέον προσαύξηση αναλογίας επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 1/6, δηλαδή προσαύξηση ποσού 6.032,5 ευρώ (36.195 :6).

Επομένως, η αποζημίωση, την οποία δικαιούται να λάβει ο ενάγων, σύμφωνα με τα ανωτέρω ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 42.227,5 ευρώ (36.195 + 6.032,5 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης, ο ενάγων δικαιούται, ως ποινή για τη μη καταβολή της αποζημίωσης αυτής από την εναγομένη, τις πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες που θα έπρεπε κατά νόμο να λαμβάνει κατά την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι το ποσό των 1.905 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από το χρόνο της καταγγελίας, ήτοι 27.12.2010 έως το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στις 17.12.2013, ήτοι συνολικά το ποσό των 22.860 ευρώ (1905 ευρώ Χ 12 μήνες), με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μηνός, κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί η κάθε πάγια μηνιαία αμοιβή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2012, που εφαρμοστέος τυγχάνει εν προκειμένω".

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν απάντησε στις προαναφερθείσες ενστάσεις της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας. Όμως, οι ενστάσεις αυτές, με το περιεχόμενο που κατά λέξη εκτέθηκε, είναι μη νόμιμες. Συγκεκριμένα, τα γεγονότα, τα οποία η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της περί καταχρηστικότητας του δικαιώματος του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου να ζητήσει:

α) την ως άνω αποζημίωσή του και να την καθορίσει με βάση την τότε νόμιμη μηνιαία του αντιμισθία και β) ως ποινή την πάγια νόμιμη αντιμισθία του μέχρι την πλήρη καταβολή της αποζημίωσής του, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Τούτο, διότι περιγράφουν συμπεριφορά του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί σε χρόνο προγενέστερο της (από 27.12.2010) καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής που συνέδεε τους διαδίκους, σε χρόνο, δηλαδή, κατά τον οποίο δεν υφίστατο το δικαίωμά του να ζητήσει την αποζημίωση και την πάγια αντιμισθία του μέχρι την πλήρη καταβολή της, χωρίς περαιτέρω επίκληση ότι ο αναιρεσίβλητος είχε διαβεβαιώσει την αναιρεσείουσα ότι σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης δεν θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά του από την καταγγελία, η περιγραφόμενη δε συμπεριφορά του δεν εμπόδιζε το δικαίωμα της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας να προβεί στην καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, μετά την οποία (καταγγελία) και εξαιτίας αυτής γεννήθηκε το ως άνω δικαίωμά του.

Επιπλέον, στη συγκεκριμένη ένσταση δεν περιγράφεται συμπεριφορά του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου ή πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την εν λόγω καταγγελία και μέχρι την άσκηση της από 28.12.2010 αγωγής του, που καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, την άσκηση του προαναφερθέντος αγωγικού δικαιώματος.

Εξάλλου, και τα πραγματικά περιστατικά που παρατίθενται στην υπό το γράμμα (β) ένσταση σχετικά με τη δικαιολογημένη πλάνη και την εύλογη αμφιβολία της εναγομένης- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ως προς την υποχρέωσή της να καταβάλει στον αντίδικό της την αποζημίωση που υποχρεούται, ως καταγγείλασα τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αληθή υποτιθέμενα, δεν καταδεικνύουν επιμελή της συμπεριφορά και δεν αίρουν το πταίσμα (έστω και την ελαφρά αμέλεια) της, το οποίο (πταίσμα) κατά το άρθρο 94 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων τεκμαίρεται από μόνη τη μη καταβολή της ως άνω αποζημίωσης.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δεν απάντησε στις προαναφερθείσες μη νόμιμες ενστάσεις της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι οι εν λόγω ενστάσεις, ως μη νόμιμες, δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει σε αυτές.

Κατόπιν αυτού ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τρίτο, επικουρικά ασκούμενο, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας σιωπηρά τις προεκτεθείσες ενστάσεις της περί καταχρηστικής, δηλαδή, άσκησης του δικαιώματος του αντιδίκου της να αξιώνει:

α) την αποζημίωσή του λόγω της εκ μέρους της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, β) την καταβολή μηνιαίων αντιμισθιών από το χρόνο της καταγγελίας (δηλαδή από 27.12.2010) μέχρι τη συζήτηση της από 28.12.2010 αγωγής του και γ) τον υπολογισμό κάθε μηνιαίας αντιμισθίας τόσο ως προς τον καθορισμό της αποζημίωσης, όσο και ως προς τον καθορισμό των μηνιαίων αντιμισθιών, κατά τα οριζόμενα υπέρτερα όρια του νόμου και όχι σύμφωνα με τα μικρότερα ποσά που κατά το χρόνο της καταγγελίας εισέπραττε, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων όπως ισχύει με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του ν. 4111/2013.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να προβεί στον καθορισμό της αποζημίωσης που επιδίκασε στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο και στον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων αποδοχών που αυτός δικαιούταν να λάβει μέχρι την καταβολή της, σιωπηρά απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις της εναγομένης- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.

Σύμφωνα, όμως, με τις ήδη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στον καθορισμό αριθμού των μηνιαίων παροχών που απαρτίζουν τη νόμιμη αποζημίωση του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 3 α και 3 β του ισχύοντος από 27.9.2013 (νέου) Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και στον καθορισμό του ποσού κάθε μηνιαίας αντιμισθίας με βάση το ελάχιστο όριο που καθόριζε ο κατά το χρόνο της καταγγελίας ισχύων Κώδικας Δικηγόρων (άρθρο 92 παρ. 2 του ν.δ. 3026/1954) και δεν απάντησε στις παρατεθείσες ενστάσεις της εναγομένης- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες, άλλωστε, όπως ήδη εκτέθηκε, είναι μη νόμιμες, με αποτέλεσμα να μην ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, ο τρίτος επικουρικά ασκούμενος, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 249 του ΑΚ "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά είναι εικοσαετής", κατά το άρθρο 251 ΑΚ "η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της", και κατά το άρθρο 904 παρ 1 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εικοσαετής και αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποκόμισε την ωφέλεια σε βάρος του ενάγοντος, ακριβέστερα δε από τη στιγμή που θα πληρωθούν όλοι οι όροι της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και θα είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 1230/2017, ΑΠ 68/1988).

Έτσι, στην περίπτωση που ο πλουτισμός προέκυψε από παροχή αχρεώστητη, χρονικό σημείο γέννησης της υποχρέωσης του λήπτη να αποδώσει την ωφέλεια και αντίστοιχα της αξίωσης του δότη προς απόδοσή της και άρα αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής, είναι εκείνο κατά το οποίο ο δότης κατέβαλε την αχρεώστητη παροχή στο λήπτη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 αριθμός 11 του ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους και κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα, η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 250 αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής, που ορίζεται στα δύο προηγούμενα άρθρα.

Επομένως, στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 11 του ΑΚ υπόκεινται οι αξιώσεις των δικηγόρων κατά πελατών τους για αμοιβές και δαπάνες αυτών και όχι οι αξιώσεις των πελατών κατά των δικηγόρων για καταβολές προς τους τελευταίους, που έγιναν χωρίς νόμιμη αιτία.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 28.12.2011 (με αριθμό κατάθεσης 231370/589/2011) αγωγής της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, της με αριθμό 110/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της από 6.3.2015 (με αριθμό κατάθεσης 1503/2015) έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, στην οποία (επισκόπηση) παραδεκτά προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του τέταρτου λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Με την ως άνω αγωγή η ενάγουσα-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα εξέθετε ότι είναι τραπεζική εταιρεία που εδρεύει στην Τεχεράνη και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα. Ότι με την από 1.12.1987 σύμβαση, που κατήρτισε με τον εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο, ανέθεσε σε αυτόν τον χειρισμό όλων των νομικών υποθέσεων του υποκαταστήματός της στην Αθήνα, έναντι σταθερής μηνιαίας αμοιβής, στην οποία δεν περιλαμβάνονταν τα δικαστικά και εξώδικα έξοδά του, τα οποία συμφωνήθηκε να καταβάλλονται στον εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο στο τέλος κάθε μήνα, με βάση το εξοδολόγιο που αυτός θα της υπέβαλε.

Ότι, εξαιτίας των γεγονότων, τα οποία περιγράφει, κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της έναντι του εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και προέβη στον έλεγχο των δικαστικών εξόδων, τα οποία ο αντίδικός της είχε υποβάλει καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης, οπότε διαπίστωσε ότι από το έτος 1997 έως και το έτος 2010 ο εναγόμενος -εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος είχε εισπράξει αχρεωστήτως τα κονδύλια που παραθέτει κατ' έτος και που αφορούσαν την ονομαστική αξία των γραμματίων προείσπραξης του Δ.Σ.Α και όχι το ποσοστό 12% επί της ονομαστικής τους αξίας, το οποίο, ως παρακρατούμενο από τον εν λόγω Δικηγορικό Σύλλογο, οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει να αποδίδεται στον εναγόμενο -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε ο εναγόμενος -εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί να της καταβάλει τα εν λόγω κονδύλια, που συνολικά ανέρχονταν σε 39.753,44 ευρώ, ως αχρεωστήτως σε αυτόν καταβληθέντα, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με τη με αριθμό 110/2014 απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην ενάγουσα -εκκαλουσα και ήδη αναιρεσείουσα, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 2.029 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 28.12.2011 αγωγής.

Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 6.3.3015 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, ως προς τα προαναφερθείσες αγωγικές αξιώσεις, δέχθηκε τα εξής: "Πλην όμως όσον αφορά τις αγωγικές αξιώσεις των ετών 1997 έως και 2005, έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 11 ΑΚ, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης παραγραφής που παραδεκτά πρότεινε πρωτόδικα ο εναγόμενος και επαναφέρεται παραδεκτώς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως παραγεγραμμένα τα κονδύλια της από 28.12.2011 αγωγής της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας που αφορούσαν τα έτη 1997 έως 2005, και της επιδίκασε το ποσό των 22.552,67 ευρώ, ως καταβληθέν από αυτήν αχρεωστήτως στον αντίδικό της μέσα στα έτη 2006 έως 2010, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την ως άνω κρίση του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην από 28.12.2011 αγωγή, οι αξιώσεις της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας (εντολέα) κατά του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου (δικηγόρου) στηρίζονταν στις διατάξεις προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού από παροχή αχρεώστητη (άρθρο 904 του ΑΚ) και ο χρόνος παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων είναι εικοσαετής (άρθρο 249 Α), όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα σκέψη (δεν είναι, δηλαδή, αξιώσεις του εναγομένου-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου δικηγόρου για τις αμοιβές και τις δαπάνες του, ώστε να υπάγονται στην εξαιρετική πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμός 11 του ΑΚ).

Επομένως, ο τέταρτος (και τελευταίος) λόγος, με τον οποίο επισημαίνεται η ως άνω παραβίαση και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, με αριθμό 3445/2020, απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στην έκταση που προσδιορίζεται από την προηγηθείσα αιτιολογία της παρούσας απόφασης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 177, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τη με ημερομηνία 26.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3857/453/2020 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί τη με αριθμό 3445/20.5.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ