Legislator Case Law & Legislation
1518/2019 AI generated

Supreme Court dismisses retrial request for new evidence regarding DVD viewing and witness testimony errors.

Case Number 1518/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the prisoner's request to retry the final criminal judgment based on alleged procedural flaws. The applicant claimed that a video recording of the accused was improperly excluded and that witness testimonies were evaluated incorrectly. The court ruled that these arguments merely sought a re-evaluation of the original evidence rather than presenting new facts, and that the lower court's decision to exclude the video was justified by the lack of additional investigative value.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525, 527, 528 of the Code of Criminal Procedure; The retrial procedure is an exceptional remedy limited to undiscovered new facts or specific legal errors, excluding general re-evaluation of evidence or procedural decisions that do not violate fundamental rights.

Keywords

AI generated
retrial procedure new facts requirement Code of Criminal Procedure exclusion of evidence witness testimony exceptional remedy legal error

Cited Legislation

AI generated
Articles 525, 527, 528 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1518 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1518/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου. Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α..

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2019, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Γ. Π. του Δ., κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή …., που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Σύψα για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.2464/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22-1-2019 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 118/19.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη με αριθμό 62/13-3-2019, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας -σε Συμβούλιο-, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 τταρ.1 περ.1 και 2, 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1α ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 22-1-2019 αίτηση του Γ. Π. του Δ., κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή …., με την οποία, για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν, ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε σε βάρος του της με αρ. 2464/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περίπτ. 1 και 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και "αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε και αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος".".

Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και η αποτροπή απαραδέκτων για το αίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών- αθωώσεων). Ούτως, ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας διέπεται από προϋποθέσεις και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών για την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης, εντεύθεν η επανάληψη της διαδικασίας, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, η υποβολή της σχετικής αιτήσεως μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, μη υποκείμενη σε προθεσμία, χωρεί δε επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, εφ' όσον υπό της αποφάσεως χαρακτηρίστηκε το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα.

Κατά την έννοια της άνω διατάξεως (περίπτ. 2), νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου (ΑΠ 672/1995, ΑΠ 1769/2006, ΑΠ 1183/2014) καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου (ΑΠ 756/1993), νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα που δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1086/2009, ΑΠ 1034/2009, ΑΠ 746/2009, ΑΠ 444/2009).

Επίσης, κατά την έννοια της περίπτ.1 του ως άνω άρθρου, τέτοιο αναμφισβήτητα φανερό συμπέρασμα για την αθωότητα του ενός εκ των δύο καταδικασμένων προσώπων, γεννάται, αν ο καθένας τους έχει κριθεί ως μοναδικός αυτουργός του εγκλήματος, ασχέτως του τυχόν γενομένου διαφορετικού νομικού χαρακτηρισμού του, το δε συμβούλιο που είναι αρμόδιο για την αίτηση επαναλήψεως, αποφαίνεται συγκρίνοντας τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεων και τα αποδεικτικά στοιχεία των οικείων δικογραφιών (ΑΠ 175/2013, Δ., Επανάληψη της διαδικασίας, σελ 124).

Όταν δε ο νομοθέτης, για την περίπτωση των δύο αποφάσεων αφορώντων διαφορετικούς καταδικασθέντες για την ίδια πράξη, απαιτεί, για την παραδοχή της αιτήσεως, να είναι, ακόμη, φανερό ότι ο ένας από τους καταδικασθέντες είναι αθώος, θα πρέπει να υπάρχει για τούτο βεβαιότητα ή πιθανότητα που να εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας (ΑΠ460/2015, ΑΠ 594/2014, ΑΠ 288/ 2014, 1515/2013, ΑΠ 999/2013).

Εξ' άλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ.1,3 και 528 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον Εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).

Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών με την ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, εκβίασης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διακίνησης ναρκωτικών από τοξικομανή κατ' εξακολούθηση, πώλησης πυρομαχικών και κατοχής όπλων και πυρομαχικών και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 35 ετών με εκτιτέα τα 25 έτη και συνολική χρηματική ποινή 1.500 ευρώ.

Ο αιτών δεν άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, όπως προκύπτει από την με αρ. πρωτ. 56/2019 βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Επομένως, παραδεκτά ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη. Το εκδόν την ανωτέρω απόφαση δικαστήριο δέχθηκε, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: (βλ.

σκεπτικό), ενώ στη συνέχεια κήρυξε ένοχο αυτόν του ότι: (βλ. διατακτικό). Ήδη ο αιτών με την κρινόμενη αίτηση, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 1 και 2 ΚΠΔ, ζητεί την προς όφελος του επανάληψη της διαδικασίας, επικαλούμενος τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Δεν αναγνώστηκαν από το δικαστήριο οι καταθέσεις των μαρτύρων που φέρονται, ότι έχουν εκβιασθεί από τον αιτούντα, παρότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από το συνήγορο του αιτούντος, ενώ από τις καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων προκύπτει, ότι αυτοί δεν εκβιάστηκαν απ' αυτόν, το δε δικαστήριο, εάν λάμβανε υπόψη του τις ανωτέρω καταθέσεις, θα είχε οδηγηθεί σε απαλλακτική γι' αυτόν κρίση για το αδίκημα της εκβίασης, 2) Για ορισμένα από τα καταστήματα, τα οποία ο αιτών αναφέρει στην κρινόμενη αίτηση, (αναφορικά με το αδίκημα της εκβίασης), έχουν καταδικασθεί άλλα άτομα, τα οποία ο ίδιος αναφέρει στην αίτηση, με την με αρ. 18/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, ενώ και αυτός καταδικάσθηκε για το ίδιο αδίκημα (αναφορικά με τα ίδια καταστήματα) με την ως άνω απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, 3) Ο ίδιος έχει καταδικασθεί δύο φορές για την πράξη της εκβίασης αναφορικά με δύο καταστήματα που αναφέρει στην κρινόμενη αίτηση, 4) Δεν αναφέρεται στην απόφαση, ότι λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του δικαστηρίου και το με αρ.

πρωτ. ...92-ριζ/24-2-2011 διαβιβαστικό της Διεύθυνσης Ασφάλειας …. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ενώ από το ως άνω έγγραφο προκύπτουν σημαντικά στοιχεία που θα οδηγούσαν το δικαστήριο σε απαλλακτική κρίση και 5) Παρότι αναφέρεται στην απόφαση (σελ. 47 στοιχ. 7), ότι αναγνώσθηκαν ο εξωτερικός σκληρός δίσκος με τα αντίγραφα των 142 DVD, οι εκθέσεις απομαγνητοφώνησης σε ηλεκτρονική μορφή και ένα DVD με βίντεο που συγκεντρώθηκαν από την οπτικοακουστική παρακολούθηση των κατηγορουμένων, αυτό είναι ανακριβές, αφού στην ίδια σελίδα και στο στοιχείο 6 αναφέρονται οι εκθέσεις απομαγνητοφώνησης σε έγγραφο τύπο και όχι σε ψηφιακή μορφή, ενώ, όπως προκύπτει από τη σελίδα 44 της απόφασης, απορρίπτεται σχετικό αίτημα για την ακρόαση του DVD, καθόσον, σύμφωνα με την απόφαση, το ζήτημα αυτό έχει εξετασθεί πλήρως με τις αναλυτικές καταθέσεις των αστυνομικών και των λοιπών μαρτύρων, ως εκ τούτου δε, οτιδήποτε αναφέρεται στο στοιχείο 7 είναι νέο στοιχείο, η ανάγνωση του οποίου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε απαλλακτική κρίση.

Επί των ως άνω λόγων της αίτησης επανάληψης διαδικασίας που επικαλείται ο αιτών, παρατίθενται τα ακόλουθα: 1) Από την επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω απόφασης προκύπτει, ότι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων υπέβαλαν αίτημα προς το δικαστήριο προκειμένου να κλητευθούν τα πρόσωπα που φέρονται, ότι έχουν εκβιασθεί από τους κατηγορουμένους και όχι να αναγνωστούν οι ένορκες καταθέσεις τους, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αιτών, το δε δικαστήριο εμμέσως απέρριψε το εν λόγω αίτημα, αφού δεν απάντησε σ' αυτό.

Πλην όμως από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει, ότι οι ως άνω μάρτυρες προφανώς δεν θεωρήθηκαν ουσιώδεις μάρτυρες από τον αρμόδιο Εισαγγελέα που χειρίστηκε τη συγκεκριμένη δικογραφία και γι' αυτό το λόγο δεν επισήμανε την κλήτευσή τους. Ενόψει αυτών, παρέπεται, ότι από την επίκληση και προσκόμιση των ανωτέρω προσκομιζομένων "νέων στοιχείων", όπως τα χαρακτηρίζει ο αιτών, προκύπτει ανενδοίαστα, ότι δεν ανατρέπονται όσα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας με την ως άνω απόφασή του και κατέληξε σε καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, την οποία στήριξε σε άλλα κυρίως αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στην απόφαση κατ' είδος, τα δε επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση νέα στοιχεία είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο δεν κάνουν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης της εκβίασης, για την οποία, εκτός των άλλων, καταδικάσθηκε. 2) Η με αρ. 18/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά δεν προσκομίστηκε παρά μόνο το με αρ. 624/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το οποίο παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά και οι κατηγορούμενοι, τους οποίους αναφέρει ο αιτών στην κρινόμενη αίτηση προκειμένου να δικαστούν, εκτός των άλλων και για το αδίκημα της κακουργηματικής εκβίασης που αυτοί φέρονται να έχουν διαπράξει σε βάρος ιδιοκτητών διαφόρων καταστημάτων, μεταξύ των οποίων και αυτών, για τα οποία έχει καταδικασθεί και ο αιτών.

Όμως η προσκόμιση της ως άνω απόφασης θεωρούμε, ότι δεν θα εισφέρει περισσότερο στη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης, διότι, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί του αιτούντος σχετικά με τα προαναφερόμενα, η παραδοχή αυτή δεν μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ο αιτών είναι αθώος για το αδίκημα της εκβίασης που φέρεται να έχει διαπράξει και αυτός σε βάρος των ιδιοκτητών των ίδιων καταστημάτων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 28-2-2011, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι, στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, διατάχθηκε νομότυπα η άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, μεταξύ άλλων και του αιτούντος, από την οποία προκύπτει αναμφισβήτητα και η δική του εμπλοκή σε σχέση με το ανωτέρω αδίκημα αναφορικά με τα ανωτέρω καταστήματα, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται και στο προαναφερόμενο διαβιβαστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας …. 3) Η τρίτη ως άνω αιτίαση του αιτούντος, πέραν του ότι είναι αβάσιμη, διότι από την επισκόπηση του διατακτικού της απόφασης προκύπτει σαφώς, ότι αυτός δεν καταδικάσθηκε δύο φορές για τα ανωτέρω δύο καταστήματα (αναφορικά με το αδίκημα της εκβίασης), είναι απαράδεκτη, διότι η εν λόγω αιτίαση δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των λόγων, για τους οποίους επιτρέπεται αίτηση επανάληψης διαδικασίας.4) Το παραπάνω διαβιβαστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας ….

προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά αναγνώστηκε από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης (βλ. σελίδα 47 αρ.2 των αναγνωστέων εγγράφων της απόφασης) και λήφθηκε υπόψη και αυτό από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της απόφασης, στο προοίμιο της οποίας αναφέρεται, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων, και των εγγράφων που αναγνώστηκαν.

Επομένως, η σχετική αιτίαση του αιτούντος είναι αβάσιμη, πέραν αυτού δε, ο αιτών παντελώς αορίστως διατείνεται, ότι το ως άνω διαβιβαστικό περιέχει σημαντικά γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της υπόθεσης, χωρίς να διευκρινίζει ποια είναι τα στοιχεία αυτά, ώστε να αξιολογηθούν στη συνέχεια αν αυτά συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις. 5) Οι αιτιάσεις που αναφέρονται στον με αρ.5 ανωτέρω λόγο, ουσιαστικά αναφέρονται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν συνιστούν νέα γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 525 ΚΠΔ, τυχόν δε σφάλματα αξιολόγησης και εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο δεν μπορούν να αποτελέσουν παραδεκτό λόγο επανάληψης διαδικασίας, κατά τα προπαρατεθέντα άλλωστε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Τέλος, οι εκτενείς ισχυρισμοί του αιτούντος που αναφέρονται στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 187 και 385 Π Κ καθώς και στην εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων αστυνομικών από το δικαστήριο απαραδέκτως προβάλλονται, καθώς με αυτούς επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχος της απόφασης.

Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 22-1-2019 αίτηση του καταδικασμένου Γ. Π. του Δ., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την με αρ. 2464/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Χαλντούπης"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525§1 του καταργηθέντος από 1-7- 2019 ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 590 § 1 του ισχύοντος από την ως άνω ημεροχρονολογία νέου ΚΠΔ, που θεσπίστηκε με το Ν. 4620/2019, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο Δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη. 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα και 5) Αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στην ίδια αυτή διάταξη. Στη δεύτερη δε περίπτωση της ως άνω διάταξης, ως "νέα γεγονότα ή αποδείξεις", θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των Δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ' αυτούς.

Οι όροι "νέες αποδείξεις" και "νέα γεγονότα" στη θεωρία και τη νομολογία δεν είναι ταυτόσημοι και κατά συνέπεια για τη θεμελίωση του συγκεκριμένου λόγου επανάληψης της διαδικασίας μπορούν να προσάγονται είτε νέες αποδείξεις για ήδη γνωστά γεγονότα, είτε νέα γεγονότα για ήδη γνωστές αποδείξεις, είτε νέες αποδείξεις για νέα γεγονότα και μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας Δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι νέα στοιχεία και δεν θεμελιώνουν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νόμου, ούτε η εσφαλμένη ή η μη προσήκουσα εκτίμηση ή αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, όπως και τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την κύρια διαδικασία, κατά την οποίαν εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ή τυχόν δικονομικά σφάλματα αφορώντα την εξέλιξη της όλης ποινικής διαδικασίας ή σφάλματα σε σχέση με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των επιμέρους δικονομικών πράξεων ή γενικότερα σε σχέση με την εφαρμογή των υπόλοιπων δικονομικών διατάξεων και τέλος δεν θεμελιώνουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της απόφασης από ουσιαστικής και νομικής πλευράς, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη τους οι Δικαστές που την εξέδωσαν.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης όταν ο νομοθέτης, για την περίπτωση των δύο αποφάσεων αφορώντων διαφορετικούς καταδικασθέντες για την ίδια πράξη, απαιτεί, για την παραδοχή της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας να είναι, φανερό ότι ο ένας από τους καταδικασθέντες είναι αθώος, θα πρέπει να υπάρχει για τούτο βεβαιότητα ή πιθανότητα που να εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, η οποία γεννάται, αν ο καθένας τους έχει κριθεί ως μοναδικός αυτουργός του εγκλήματος, ασχέτως του τυχόν γενομένου διαφορετικού νομικού χαρακτηρισμού, το δε συμβούλιο που είναι αρμόδιο για την αίτηση, αποφαίνεται συγκρίνοντας τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεων και τα αποδεικτικά στοιχεία των αντίστοιχων δικογραφιών.

Τούτο συμπορεύεται και με τον χαρακτήρα της επανάληψης της διαδικασίας ως έκτακτου βοηθήματος κατά τον καταργηθέντα ΚΠΔ (ένδικου, όμως, μέσου κατά το άρθρο 462§2 του ως άνω νέου ΚΠΔ), στρεφόμενου κατά αμετάκλητης απόφασης, αλλά και με το σκοπό της, με τον οποίο δεν συνάδει η αναγνώριση, στη διαδικασία αυτή, της διενέργειας ενός ανάλογου των (τακτικών) ενδίκων μέσων, ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής ορθότητας της δικαστικής απόφασης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 527§3 του ΚΠΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, καθώς και τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη του αιτούντος και το περιεχόμενο αυτών, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητας της αίτησης από το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που επιλαμβάνεται αυτής, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.

Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 527§§1,3 του ΚΠΔ), προκύπτει ότι η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή το σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δεύτερου βαθμού, τον συνήγορό του ή τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου που τον καταδίκασε και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση.

Τέλος, η αίτηση επανάληψης διαδικασίας μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, μη υποκείμενη σε προθεσμία, μόνον όμως, σε περατωθείσα με αμετάκλητη απόφαση οιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου ποινική διαδικασία, εφ' όσον με τη συγκεκριμένη απόφαση χαρακτηρίστηκε το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα και μόνον στις περιοριστικά οριζόμενες στις παραπάνω διατάξεις περιπτώσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 7-11-2018 αίτησή του, που κατατέθηκε νομίμως, στην Εισαγγελέα του Αρείου στις 22-2-2019, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 527 §§1-3 και 528 του ΚΠΔ, ο Γ. Π. του Δ., κάτοικος ... (οδός ...), ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ.2464/2017 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων της συγκρότησης εγκληματικής οργάνωσης, διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης, εκβίασης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατά συρροή, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διακίνησης ναρκωτικών από τοξικομανή κατ' εξακολούθηση, πώλησης πυρομαχικών και κατοχής όπλων και πυρομαχικών και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 35 ετών, με εκτιτέα τα 25 έτη και συνολική χρηματική ποινή 1.500 ευρώ.

Ο αιτών δεν άσκησε αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. 56/2019 βεβαίωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και η ως άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη και κατά συνέπεια παραδεκτά ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η επανάληψη της σχετικής διαδικασίας. Στην ως άνω αίτησή του ισχυρίζεται ο αιτών, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, ότι στην καταδικαστική σε βάρος του κρίση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, συνέβαλαν οι ακόλουθοι λόγοι: 1)Δεν αναγνώστηκαν από το Δικαστήριο οι καταθέσεις ουσιωδών μαρτύρων, αν και υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από το συνήγορο υπεράσπισης αυτού, οι οποίες εάν αναγιγνώσκονταν και ελάμβανε αυτές υπόψη του το δικάσαν Δικαστήριο, θα είχε οδηγηθεί σε απαλλακτική γι' αυτόν κρίση σχετικά με το έγκλημα της εκβίασης, 2)Με την υπ' αριθ.18/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά έχουν καταδικασθεί για το έγκλημα της εκβίασης άλλα άτομα, τα οποία ο ίδιος αναφέρει στην αίτησή του, αναφορικά με τα ίδια καταστήματα για τα οποία ο ίδιος καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών γκι το συγκεκριμένο έγκλημα, 3)0 ίδιος έχει καταδικασθεί δύο φορές για την πράξη της εκβίασης αναφορικά με δύο συγκεκριμένα καταστήματα, τα οποία αναφέρει στην κρινόμενη αίτησή του (Δικαστήριο και ...), 4)Δεν αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του δικάσαντος Δικαστηρίου και το υπ' αριθμ.

πρωτ....92-ριζ/24-2-2011 διαβιβαστικό της Διεύθυνσης Ασφάλειας …. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ενώ από το ως άνω έγγραφο προκύπτουν σημαντικά στοιχεία, τα οποία θα οδηγούσαν το Δικαστήριο σε απαλλακτική για τον ίδιο κρίση και 5) Αν και αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ.47 στοιχ.7), ότι αναγνώσθηκαν ο εξωτερικός σκληρός δίσκος με τα αντίγραφα των 142 DVD, οι εκθέσεις απομαγνητοφώνησης σε ηλεκτρονική μορφή και ένα DVD με βίντεο, που συγκεντρώθηκαν από την οπτικοακουστική παρακολούθηση των κατηγορουμένων, αυτό είναι ανακριβές, αφού στην ίδια σελίδα και στο στοιχείο 6 αναφέρονται οι εκθέσεις απομαγνητοφώνησης σε έγγραφο, όμως, τύπο και όχι σε ψηφιακή μορφή, ενώ, όπως προκύπτει από τη σελίδα 44 της απόφασης, απορρίφθηκε από το δικάσαν Δικαστήριο σχετικό αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης για την ακρόαση του DVD.

Κατά τους ισχυρισμούς δε του αιτούντος, το περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού μέσου αποτελεί νέο στοιχείο, η ανάγνωση του οποίου θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε απαλλακτική υπέρ αυτού κρίση και επιπλέον με την απόρριψη του ως άνω αιτήματος των συνηγόρων υπεράσπισής του παραβιάστηκε το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση του διατακτικού της απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της οποίας ζητείται με την κρινόμενη αίτηση η επανάληψη, προκύπτει ότι ο αιτών κηρύχθηκε αθώος συγκεκριμένων επί μέρους πράξεων εκβίασης και ένοχος, (ως συναυτουργός με τους αναφερόμενους στην ίδια θέση συγκατηγορουμένους του) και κατά το ενδιαφέρον στην κρινόμενη υπόθεση μέρος του, κατά πιστή αντιγραφή από αυτό για τις παρακάτω πράξεις: "Α) Στην Αθήνα και στον Πειραιά, σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρόνο, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 1- 1-2009 έως 28-2-2011, συγκρότησαν και εντάχθηκαν ως μέλη, σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα (οργάνωση), αποτελούμενη από αυτούς (κατηγορουμένους Γ.

Π. του Δ., Γ. Κ. του Κ., Π. Κ. του Α., Θ. Β. του Ι., Δ. Κ. του Β.) Β. Χ. του Γ. και Γ. Κ. του Β. και άτομα με τα ονόματα Ι., Α., Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων καθώς και άλλα άγνωστα πρόσωπα, στην δε ομάδα είχαν προσδώσει ιδιαίτερα δομή, και δη θέσπιση ιεραρχίας και κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων μεταξύ των μελών και με διακριτούς των ρόλους αυτών (μελών), η οποία επεδίωκε τη διάπραξη μη προσδιορισμένου αριθμού κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 385 (εκβίαση) του ΠΚ και δη με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, από τον εξαναγκασμό, με πρόθεση, άλλων σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, επί ζημία στην περιουσία των, μεταχειριζόμενοι σωματική βία, απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, απειλή βλάβης της επιχειρήσεως και του επαγγέλματος, που ασκούσαν τα θύματά του και παροχή προστασίας για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτο, καθώς και τη διάπραξη μη προσδιορισμένου αριθμού κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις του Νόμου περί Ναρκωτικών (3459/2006) και του νόμου 2168/1993 περί όπλων.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος (α) Γ. Π. του Δ., β) Γ. Κ. του Κ., γ) Π. Κ. του Α., δ) Θ. Β. του Ι., ε) Δ. Κ. του Β., με άτομα με τα ονόματα Ι., Α., Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων, με τους με τους Β. Χ. του Γ., και Γ. Κ. του Β. καθώς και με άλλα άγνωστα πρόσωπα, συγκρότησαν και συνέστησαν, δομημένη και με συνεχή δράση εγκληματική οργάνωση, στην οποία εντάχθηκαν ως μέλη, με αποκλειστικό σκοπό τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος και δη τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 385 (Εκβίαση), ήτοι, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, προέβαιναν σε εκβιάσεις ιδιοκτητών καταστημάτων και σε παροχή προστασίας σε αυτούς, έναντι αμοιβής ("προστασίας"), όπως αναλύεται κατωτέρω καθώς και τη διάπραξη μη προσδιορισμένου αριθμού κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις του Νόμου περί Ναρκωτικών (3459/2006) και του νόμου 2168/1993 περί όπλων, στη δε ομάδα είχαν προσδώσει ιδιαίτερη δομή και δη θέσπιση ιεραρχίας και κατανομή αρμοδιοτήτων και καθηκόντων μεταξύ των μελών και με διακριτούς των ρόλους αυτών (μελών), εκ των οποίων ο πρώτος των κατηγορουμένων διηύθυνε την εν λόγω εγκληματική οργάνωση, οι δε λοιποί των κατηγορουμένων ως μέλη αυτής, εμφανιζόταν ως εργαζόμενοι προσχηματικά σε καταστήματα, προκειμένου να διευκολύνουν την προμήθεια και τη διάθεση ναρκωτικών ουσιών, πυρομαχικών και όπλων, και έχοντας ορίσει τους ρόλους των μελών, οι οποίοι μπορούσαν να εναλλάσσονται και να αντικαθίστανται, καθώς πρωταρχικό ρόλο είχε η δομή και η μεθοδολογία της οργάνωσης, σχεδίαζαν και διέπρατταν τις πράξεις αυτές.

Από τον προσεκτικό σχεδιασμό και τον τρόπο τέλεσης των εγκληματικών ενεργειών και πράξεων, φαίνεται ο βαθμός επιτήδευσης τους, κάποιες δε περιπτώσεις απ' αυτές συνάδουν με πράξεις χαρακτηριζόμενες ως τελούμενες "κατά παραγγελία". Η μη πραγμάτωση δε κάποιων εξ' αυτών οφείλεται είτε σε λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους, είτε σε αλλαγή σχεδίων, πάντως όχι σε υπαναχώρησή τους.

Με τη συνεχή και αδιάλειπτη παράνομη δραστηριοποίηση τους και ιδιαίτερα στον κύκλο της νυχτερινής ζωής, διαμορφώθηκε και παγιώθηκε, μέσω της δημοσιότητας, ένα προφίλ σκληρών κακοποιών, οι οποίοι παρά τις συλλήψεις και καταδίκες που γίνονταν σε βάρος τους, μπορούσαν απρόσκοπτα να συνεχίζουν την δράση τους και να επιλύουν εξωθεσμικά και με το δικό τους τρόπο προβλήματα, αντί αμοιβής, μεταξύ επιχειρηματιών ή άλλων προσώπων που απευθύνονταν σε αυτούς.

Καθ όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, κυρίως στην ….και στον …, όπου δραστηριοποιήθηκε η παραπάνω οργάνωση, έχοντας σαφή επίγνωση της διαμορφωθείσης κατάστασης, τροποποιήσαν και προσάρμοσαν τον τρόπο δράσης αυτής, ως εξής: 1)χρησιμοποιούσαν για τις επικοινωνίες τους μεγάλο αριθμό ανώνυμων κινητών τηλεφώνων ή κινητά τηλέφωνα που ήταν καταχωρημένα στις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας με στοιχεία άλλων ατόμων, με σκοπό να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, 2) χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένους ανώνυμους αριθμούς κινητών τηλεφώνων για να επικοινωνούν μεταξύ τους, με σκοπό τη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών τους, 3) χρησιμοποιούσαν κωδικοποιημένες εκφράσεις και λέξεις (αργκό), με συνθηματική ορολογία και ψευδώνυμα κατά την διάρκεια των συνομιλιών και επαφών τους, με σκοπό να παραπλανούν και να συγκαλύπτουν τη δράση τους, 4) ασκούσαν σε μόνιμη και καθημερινή σχεδόν βάση, ψυχολογική βία σε βάρος των ιδιοκτητών ή υπευθύνων των καταστημάτων, με αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παρουσία των μελών της ομάδας, 5) μετέβαιναν σε προκαθορισμένο χρόνο, συνήθως στα μέσα και στο τέλος κάθε μήνα και μόνο μεταμεσονύχτιες ώρες, προκειμένου να εισπράξουν τα χρήματα για την "Προστασία" των καταστημάτων, 6) μέλη της "Ομάδας" εργάζονταν ως "πορτιέρηδες", σε συγκεκριμένα καταστήματα ώστε να έχουν τον έλεγχο και πρόσβαση στην προμήθεια και διάθεση Ναρκωτικών, Όπλων και Πυρομαχικών.

Ενδεικτικά, δε εργαζόταν ως πορτιέρηδες, ο Κ. Π. στο κατάστημα "..." όπως και ο Κ. Γ., στο κατάστημα "..." ο Κ. Γ., στο κατάστημα "..." (πρώην ...) ο Χ. Β., στο κατάστημα "..." ο Κ. Δ. και στο κατάστημα "…." ο Θ. Β., 7) με εκβιαστικές ενέργειες και πράξεις, προέβαιναν σε "είσπραξη χρημάτων" από οικονομικές διαφορές (επιταγές - οφειλές κλπ), 8) τηρούσαν απαρέγκλιτα πρόγραμμα συναντήσεων μεταξύ τους που πραγματοποιούνταν σε συγκεκριμένα σημεία, με σκοπό την δια ζώσης συνεννόηση, την παράδοση και το διαμοιρασμό των "εισπράξεων", όπως στα καταστήματα ... (πρώην …), ... (πρώην ...) κ.λ.π., 9) ελάμβαναν αυστηρά μέτρα αντιπαρακολούθησης και προστασίας κατά τις μετακινήσεις τους, 10) αναζητούσαν πληροφορίες και στοιχεία, τα οποία αντλούσαν μέσω αστυνομικών ή άλλων υπαλλήλων, τους οποίους χρησιμοποιούσαν επίσης για παροχή κάλυψης σε καταστήματα καφενεία στα οποία εξανάγκαζαν τους ιδιοκτήτες τους να τοποθετούν ηλεκτρονικά τυχερά παίγνια (φρουτάκια), εισπράττοντας το 25%, 11) επέκτειναν τη δράση τους στην …και στον …, συνδράμοντας και άλλες εγκληματικές οργανώσεις την εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή που είχαν συστήσει οι Β.

Π., Σ. Ι., Σ. Β., Π. Δ., κ.λπ. και δραστηριοποιούντο στην …και τον ….και ιδίως στην αντιπαράθεσή της με την ομάδα που είχαν συστήσει οι Γ. Β., Λ. Γ., Κ. Ε., κλπ, που δραστηριοποιούντο στον … και την …, 12) προέβαιναν σε εμπόριο όπλων και πυρομαχικών, 13) διατηρούσαν εναλλακτικές κατοικίες διαμονής, με απώτερο σκοπό να κρύβονται σε αυτές όταν υπήρχε ανάγκη, 14) διατηρούσαν επαφές με όλο το φάσμα των επιχειρηματιών και λοιπών κοινωνικών ομάδων, παρέχοντας τους διευκολύνσεις αντί αμοιβής.

Κηρύσσει τους 1°, 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους ενόχους του ότι:

1) Στην …και τον … κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2009 έως και την 28-2-2011, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Γ. Π. του Δ., Γ. Κ. του Κ., Π. Κ. του Α., Θ. Β. του Ι., Δ. Κ. του Β.) με τους Β. Χ. του Γ., και Γ. Κ. του Β. αλλά και με τα άτομα Ι., Α., Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων, καθώς και με άλλα άγνωστα πρόσωπα ή και μεμονωμένα, ήτοι, κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση, ενεργώντας, και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι, αλλά και οι ανωτέρω άγνωστοι συγκατηγορούμενοί τους, παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν, με πρόθεση, άλλους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία των ιδίων των παθόντων ή άλλων, μεταχειριζόμενοι σωματική βία, απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, απειλή βλάβης της επιχειρήσεως και του επαγγέλματος, που ασκούσε το θύμα και παρείχαν προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτο, είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στην …, στο ….και την …, από κοινού ήτοι, κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση, ενεργώντας, έκαστος εξ αυτών, είτε μόνος του, είτε διαμέσου των λοιπών προαναφερομένων συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι ενεργούσαν ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών προαναφερόμενων συγκατηγορουμένων τους, έχοντας συγκροτήσει εγκληματική οργάνωση με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και με τον ανωτέρω σκοπό, προσέγγισαν τους ιδιοκτήτες των κάτωθι επιχειρήσεων: 1) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." και νυν "..." επί της ...

ιδιοκτησίας Α. Β. και Π. Η. (άτυπα), 2) Κατάστημα - καφετέρια με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Σ. Χ. του Λ., 3) Κατάστημα - Λέσχη με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Κ. Η., 4) Κατάστημα - ΒΑR με την επωνυμία "…." επί της οδού ... ιδιοκτησίας Μ. Δ., 5) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Σ.

Κ. και Π. Θ., 6) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "…" επί της οδού ... (...) ιδιοκτησίας Π. Σ., 7) Κατάστημα - CAFE- ΒΑR με την επωνυμία "..." επί της οδού ... (...) ιδιοκτησίας Κ., Δ., 8) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία " ..." (πρώην ...) επί της ... ιδιοκτησίας Γ. Σ., 9) Κατάστημα με την επωνυμία "..." (πρώην "...") επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Σ. Ν.

του Ι., 10) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." (πρώην ...) επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Η. Κ. του Ν., 11) Κατάστημα - ΒΑR με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Β. Π. του Ι. και Β. Ν. του Ι., 12) Κατάστημα - καφετέρια με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Π. Σ. του Α., 13) Κατάστημα με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Ζ.

Ν. του Ι., 14) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Κ. Χ. του Δ., 15) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." (πρώην ...) επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Κ. Σ. και νυν "..." Α. Ν. και Κ. Μ., 16) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." επί της Λ..., ιδιοκτησίας Α. Γ. του Α., 17) Κατάστημα - καφετέρια με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Μ.

Ά. του Κ., 18) Κατάστημα - καφετέρια με την επωνυμία "..." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Κ. Π. του Σ., 19) Κατάστημα - ψητοπωλείο "..." στην περιοχή ..., ιδιοκτησίας Σ. Β. του Κ., 20) Κατάστημα - BAR με την επωνυμία "….." επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Θ. Α., 21) Κατάστημα - FAST FOOD με την επωνυμία ... επί της ..., ιδιοκτησίας Κ. Α. του Ι. (άτυπα Γ.

Σ.), 22) Κατάστημα - καφετέρια με την επωνυμία "..." (πρώην ...) επί της συμβολής των οδών ..., ιδιοκτησίας α) Σ. Δ. του Π. και β) Μ. Α. του Β., 23) Κατάστημα -ψητοπωλείο με την επωνυμία ..." επί της ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας "... Ε.Π.Ε" νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας φέρεται ο Α. Ι. του Σ., και μεταχειριζόμενοι απειλή βλάβης αυτών των επιχειρήσεων, υποσχόμενοι παράλληλα ότι οι ίδιοι θα τους παρέχουν προστασία για την αποτροπή της τυχόν πρόκλησης βλάβης από τρίτους, εξανάγκασαν τον καθένα εξ αυτών των ιδιοκτητών, να τους καταβάλλει, μηνιαίως, χρηματικά ποσά, που δεν έχουν προσδιοριστεί επακριβώς για κάθε κατάστημα, αλλά ανερχόμενα, συνολικά (από όλα τα καταστήματα) σε τουλάχιστον 15.000 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων έκαστος εκ των κατηγορουμένων καρπωνόταν, τουλάχιστον 1000 ευρώ μηνιαίως.

Όπως, δε, συνάγεται από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την παροχή προστασίας σε μεγάλο αριθμό καταστημάτων, σε συνδυασμό με την υποδομή, που είχαν εξασφαλίσει από τη συμμετοχή τους στην εγκληματική οργάνωση προκύπτει σκοπός τους για πόρισμά εισοδήματος και σταθερή ροπή τους για τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της αξιόποινης πράξεως της εκβιάσεως.?

Κηρύσσει τους 1°, 2°, 3°, 4° και 5° κατηγορούμενους αθώους του ότι: Στο ... και στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και την 28-2-2011, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι (Γ. Π. του Δ., Γ. Κ. του Κ., Π. Κ. του Α., Θ. Β. του Ι., Δ. Κ. του Β.) με τους Β.

Χ. του Γ., και Γ. Κ. του Β. αλλά και με τα άτομα Ι., Α., Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων, καθώς και με άλλα άγνωστα πρόσωπα ή και μεμονωμένα, ήτοι, κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση, ενεργώντας, και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι, αλλά και οι ανωτέρω άγνωστοι συγκατηγορούμενοί τους, παράνομο περιουσιακό όφελος, εξανάγκασαν, με πρόθεση, άλλους σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επήλθε ζημία στην περιουσία των ιδίων των παθόντων ή άλλων, μεταχειριζόμενοι σωματική βία, απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, απειλή βλάβης της επιχειρήσεως και του επαγγέλματος, που ασκούσε το θύμα και παρείχαν προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτο, είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα στο ...

και την ..., από κοινού ήτοι, κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση, ενεργώντας, έκαστος εξ αυτών, είτε μόνος του, είτε διαμέσου των λοιπών προαναφερομένων συγκατηγορουμένων του, οι οποίοι ενεργούσαν ατομικά και για λογαριασμό των λοιπών προαναφερόμενων συγκατηγορουμένων τους, έχοντας συγκροτήσει εγκληματική οργάνωση με περισσότερες από μία πράξεις τους που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση και με τον ανωτέρω σκοπό, προσέγγισαν τους ιδιοκτήτες των κάτωθι επιχειρήσεων: 1) Κατάστημα - CLUB με την επωνυμία "..." επί της οδού ...

στο ..., ιδιοκτησίας Σ. Κ. του Ι., 2) Κατάστημα - αναψυκτήριο με την επωνυμία "..." επί της οδού ... - ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας ... νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο Δ. Χ. του Ν. και 3) Κατάστημα - ταβέρνα με την επωνυμία "..." επί της συμβολής της ... - ... ιδιοκτησίας α) Μ. Π. του Σ. και β) Π. Η. του Χ.

Κηρύσσει τον 1°, κατηγορούμενο ένοχο του ότι:

Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με πρόθεση, τέλεσε, με περισσότερες πράξεις, περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή και συγκεκριμένα:

1) Στην … και στον …, κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-201Θ έως 28-2-2011, με πρόθεση, διηύθυνε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, αποτελούμενη από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) αποτελούμενη από αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του Γ. Κ. του Κ., Π. Κ. του Α., Θ. Β. του Ι. και Δ. Κ. του Β. και άτομα με τα ονόματα Ι., Α., Α., αγνώστων λοιπών στοιχείων, καθώς και άλλα άγνωστα πρόσωπα, που επεδίωκε τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων, που προβλέπονται στα άρθρα 385 (εκβίαση) του ΠΚ και του Νόμου περί Ναρκωτικών (3459/2006) και του νόμου 2168/1993 περί όπλων, και συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, διηύθυνε, την περιγραφόμενη στην υπό στοιχεία Α1 πράξη δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, και δη είχε αναλάβει τη διεύθυνση και το συντονισμό της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, μέσω τηλεφωνικών και δια ζώσης επικοινωνιών με τα υπόλοιπα μέλη.

Κηρύσσει τον 1°, κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση ως τοξικομανή και ειδικότερα του ότι:

Στην …., καθώς και σε άλλα μη προσδιορισθέντα επακριβώς μέρη, κατά το χρονικό διάστημά από 1-1-2010 έως 21-7- 2010, καθώς και κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2011 έως 30- 3-2011, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, από άλλους, μη προσδιορισθείσες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Β' περ.3 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, με σκοπό την παράνομη εμπορία του και την καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους, και συγκεκριμένα:

α) Την 19-3-2010, 16-5-2010 και 6-6-2010, καθώς και σε άλλες μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, από το συγκατηγορούμενό του, Ν. Β. του Ι., ποσότητες κατεργασμένης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης, σε ποσότητες μη προσδιορισθείσες επακριβώς, όμως πέντε (5) τουλάχιστον γραμ. κατεργασμένης ινδικής κάνναβης και δύο (2) τουλάχιστον γραμ. κοκαΐνης, κάθε φορά, αντί μη προσδιορισθέντος τιμήματος, τουλάχιστον όμως αντί τιμήματος (10) ευρώ για κάθε γρ. κάνναβης και (70) ευρώ για κάθε γραμ. κοκαΐνης.

β) Την 11-6-2010, 12-6-2010 και 14-6-2010 , καθώς και σε άλλες μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, από το συγκατηγορούμενό του, Ν. Τ., ποσότητες κατεργασμένης ινδικής κάνναβης και κοκαΐνης, σε ποσότητες μη προσδιορισθείσες επακριβώς, όμως πέντε (5) τουλάχιστον γραμ. κατεργασμένης ινδικής κάνναβης και δύο (2) τουλάχιστον γραμ. κοκαΐνης, κάθε φορά, αντί μη προσδιορισθέντος τιμήματος, τουλάχιστον όμως αντί τιμήματος (10) ευρώ για κάθε γρ. κάνναβης και 70 ευρώ για κάθε γραμ. κοκαΐνης.

γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2011 έως 30-3-2011 αγόρασε, με σκοπό την εμπορία, από άγνωστα πρόσωπα, άγνωστη ποσότητα φυτικής κάνναβης, τουλάχιστον όμως ποσότητα 24 γραμμαρίων, η οποία ανευρέθη στην κατοχή του και κατησχέθη, αντί αγνώστου τιμήματος. 3) Στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2010 έως 21-7-2010, καθώς και την 30-3-2011, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, κατείχε ναρκωτικές ουσίες και δη κοκαΐνη, και κατεργασμένη και ακατέργαστη ινδική κάνναβη, που αποτελούν ναρκωτικές ουσίες, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Β' περ. 3 του άρθρου 1?του N. 3459/2006, με σκοπό την παράνομη εμπορία τους και την καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους, και συγκεκριμένα α) Στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 21-7-2010, εντός της οικίας του, που βρίσκεται στην οδό ...

στο ..., κατείχε, μη προσδιορισθείσες επακριβώς, ποσότητες κοκαΐνης και κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που αποτελούν ναρκωτικές ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Πιν. Β' περ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, με σκοπό την παράνομη εμπορία τους και την καθοιονδήποτε τρόπο διακίνηση τους και β) Στο ..., την 30-3-2014, εντός της οικίας του, που βρίσκεται στην οδό ...

στο ..., κατείχε, ποσότητα ναρκωτικών ουσιών ήτοι φυτικών αποσπασμάτων ινδικής κάνναβης, βάρους είκοσι τεσσάρων (24) γραμμαρίων, είναι δε η ινδική κάνναβη ναρκωτική ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτήν και περιλαμβάνεται στον Πίνακα Α' περ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, με σκοπό την παράνομη εμπορία τους και την καθοιονδήποτε τρόπο διακίνησή τους 4) Στην …, στο …και στο …., και σε άλλους μη προσδιορισθέντες κατά την ανάκριση τόπους, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 21-7-2010, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, πώλησε σε άλλους, μη προσδιορισθείσες ποσότητες των ναρκωτικών ουσιών της κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και της κοκαΐνης, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Β' περ.3 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, και συγκεκριμένα:

α) την 31-3-2010, 6-4-2010, 21-4-2010, 22-5-2010, 1-6- 2010, 14- 6-2010, και σε άλλες μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, τουλάχιστον όμως άλλες δέκα φορές, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, πώλησε, με σκοπό την εμπορία, στο συγκατηγορούμενό του Λ.

Κ. του Κ., αντί μη προσδιορισθέντος επακριβώς τιμήματος, τουλάχιστον, όμως, πενήντα ευρώ την κάθε φορά, μη προσδιορισθείσες ποσότητες, τουλάχιστον όμως δέκα γραμμαρίων κάθε φορά των ναρκωτικών ουσιών της κοκαΐνης, και της κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που αποτελούν ναρκωτικές ουσίες, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Β' περ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006, β) στις 26-3-10 και 27-3-10, και σε άλλες μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και έχοντας αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών, πώλησε, στο συγκατηγορούμενό του Σ.

Π. του Ι., αντί μη προσδιορισθέντος επακριβώς τιμήματος, τουλάχιστον, όμως, πενήντα ευρώ την κάθε φορά, μη προσδιορισθείσες ποσότητες, τουλάχιστον όμως δέκα γραμμαρίων κάθε φορά των ναρκωτικών ουσιών της κοκαΐνης, και της κατεργασμένης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που αποτελούν ναρκωτικές ουσίες, που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, προκαλούν εξάρτηση του ατόμου από αυτές και περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α' περ. 6 και Β' περ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006,

Κηρύσσει τον 1°, κατηγορούμενο ένοχο του ότι: 1. Στην …. την 10-4-2010, με πρόθεση, πώλησε σε άλλον πυρομαχικά και συγκεκριμένα, στον άνω τόπο και χρόνο, πώλησε στον Ν. Α. του Α., αντί μη προσδιορισθέντος τιμήματος, τουλάχιστον τριάντα φυσίγγια, που προοριζόταν για όπλο τύπου ΛΟΥΓΚΕΡ και τα οποία είναι πυρομαχικά κατά την έννοια του νόμου, 2.

Στο ..., την 30-3-2011, με πρόθεση, κατείχε παράνομα όπλα και πυρομαχικά και συγκεκριμένα, την ανωτέρω ημερομηνία, εντός της οικίας του που βρίσκεται στην οδό ... στο ..., κατείχε, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, α) ένα πιστόλι γιουγκοσλάβικης κατασκευής διαμετρήματος 7,65 mm, με γεμιστήρα πλήρη έξι φυσιγγίων ίδιου διαμετρήματος, β) ένα πιστόλι χρώματος μαύρου, αδιευκρίνιστης μάρκας και τύπου άνευ αριθμού, διαμετρήματος 7,65 mm, με γεμιστήρα πλήρη έξι φυσιγγίων,0,32 mm, γ) μια γεμιστήρα πλήρη επτά φυσιγγίων διαμετρήματος 0,32mm, δ) σαράντα επτά φυσίγγια διαμετρήματος 9 mm, ε) δυο φυσίγγια διαμετρήματος 0,22 mm, στ) είκοσι δύο φυσίγγια διαμετρήματος 0,32 mm, και ζ) μια συσκευή ηλεκτρικής εκκένωσης (tazer) τύπου κινητού, χρώματος ασήμι, και τα οποία είναι όπλα και πυρομαχικά κατά την έννοια του νόμου.

Ενόψει τούτων, και αναφορικά με τις αιτιάσεις του αιτούντος σημειώνονται τα ακόλουθα: 1)Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων υπέβαλαν προς το Δικαστήριο αίτημα κλήτευσης των φερομένων ως εκβιασθέντων από τους κατηγορούμενους προσώπων, (τα οποία στο ακροατήριο δεν κατονόμασαν) και όχι αίτημα ανάγνωσης ενόρκων καταθέσεων αυτών, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αιτών, αίτημα το οποίο το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά, αφού δεν απάντησε σ' αυτό, θεωρώντας προφανώς ότι δεν πρόκειται για ουσιώδεις μάρτυρες, κρίση που επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι και από τον αρμόδιο Εισαγγελέα που χειρίστηκε τη συγκεκριμένη δικογραφία δεν είχε επισημανθεί η κλήτευσή τους.

Πέραν τούτων όμως, από την επισκόπηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει, αφενός μεν ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικάσαντος Δικαστηρίου όλα τα έγγραφα που αναγράφονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα προσκομίσθηκαν από τους κατηγορούμενους, χωρίς να αναφέρονται σ' αυτά ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και αφετέρου ότι από την επίκληση των ανωτέρω προσκομιζομένων στοιχείων, τα οποία ο αιτών χαρακτηρίζει ως "νέα στoιχεiα" δεν ανατρέπονται όσα το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατέληξε σε καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση, την οποία στήριξε σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύονται στην απόφαση κατ' είδος, τα δε επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση ως νέα στοιχεία, είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν κάνουν φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης της εκβίασης, για την οποία, εκτός των άλλων, καταδικάσθηκε. 2) Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η επικαλούμενη από τον αιτούντα υπ' αριθμ. 18/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά δεν προσκομίστηκε ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, αλλά γίνεται αναφορά σ' αυτήν με το υπ' αριθμ. 624/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το οποίο παραπέμφθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά οι κατηγορούμενοι τους οποίους αναφέρει ο αιτών στην κρινόμενη αίτηση, προκειμένου να δικαστούν, εκτός των άλλων, και για το αδίκημα της κακουργηματικής εκβίασης που αυτοί φέρονται να έχουν διαπράξει σε βάρος ιδιοκτητών διαφόρων καταστημάτων, μεταξύ των οποίων και αυτών, για τα οποία έχει καταδικασθεί και ο αιτών.

Όμως, η προσκόμιση της ως άνω απόφασης δεν θα εισφέρει περισσότερο στη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης, διότι, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί του αιτούντος σχετικά με τα προαναφερόμενα, η παραδοχή αυτή δεν οδηγεί και μάλιστα με βεβαιότητα, όπως απαιτεί η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας διάταξη του άρθρου 525§1 του ΚΠΔ, στο συμπέρασμα, ότι ο αιτών είναι αθώος για το αδίκημα της εκβίασης, που φέρεται να έχει διαπράξει και αυτός σε βάρος των ιδιοκτητών των ίδιων καταστημάτων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 28-2-2011, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη αφενός μεν ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αιτών κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος της πράξης της εκβίασης όχι ως μοναδικός αυτουργός του εγκλήματος, αλλά ως συναυτουργός και μάλιστα με γνωστά και ρητά αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση άτομα αλλά και με άλλα "άγνωστα άτομα" και αφετέρου ότι από την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων μεταξύ άλλων και του αιτούντος, η οποία διατάχθηκε νομότυπα στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης και όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται στο υπ'αριθμ.

πρωτ. ...92-ριζ/24-2-2011 διαβιβαστικό της Διεύθυνσης Ασφάλειας … προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά (το οποίο περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα ενώπιον του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έγγραφα), προκύπτει αναμφισβήτητα και η εμπλοκή του αιτούντος σε σχέση με το ως άνω έγκλημα της εκβίασης αναφορικά με τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτησή του καταστήματα. 3)Η τρίτη ως άνω αιτίαση του αιτούντος, ότι έχει καταδικασθεί δύο φορές για την πράξη της εκβίασης αναφορικά με δύο συγκεκριμένα καταστήματα, πέραν του ότι ως προς το κατάστημα με την επωνυμία "Δικαστήριο" είναι παντελώς αβάσιμη, όπως τούτο προκύπτει αμέσως και σαφώς από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι μη νόμιμη, διότι η συγκεκριμένη αιτίαση δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των λόγων, για τους οποίους επιτρέπεται η αίτηση επανάληψης διαδικασίας. 4) Ομοίως αβάσιμη είναι και η τέταρτη αιτίαση του αιτούντος, ότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το υπ' αριθμ.πρωτ....92- ριζ/24-2-2011 διαβιβαστικό της Διεύθυνσης Ασφάλειας ….

προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά, ελήφθη υπόψη από τους δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της κρίσης τους, καθόσον αφενός μεν τούτο αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε, στα αναγνωστέα ενώπιον του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έγγραφα, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.47 αρ.2 των αναγνωστέων εγγράφων της απόφασης) και συνεπώς τούτο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, κατά τα αναγραφόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναγράφεται ότι "το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων και των εγγράφων που αναγνώστηκαν".

Πέραν τούτων όμως, ο αιτών παντελώς αορίστως διατείνεται με την κρινόμενη αίτησή του , ως προς τη συγκεκριμένη αιτίαση, ότι το ως άνω διαβιβαστικό περιέχει σημαντικά γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την πορεία της υπόθεσης, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποια είναι τα στοιχεία αυτά, ώστε να καταστεί δυνατόν να αξιολογηθούν στη συνέχεια αυτά αν συνιστούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις, υπό την έννοια της αναφερθείσας στην αρχή της παρούσας διάταξης. 5) Σχετικά με την πέμπτη αιτίαση της κρινόμενης αίτησης, ότι το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού υλικού που συγκεντρώθηκε στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης από την οπτικοακουστική παρακολούθηση των κατηγορουμένων (εξωτερικός σκληρός δίσκος με τα αντίγραφα 142 DVD, εκθέσεις απομαγνητοφώνησης σε ηλεκτρονική μορφή και ένα DVD με βίντεο), αποτελεί "νέο γεγονός" με την έννοια της διάταξης του άρθρου 525 του Ν.ΚΠΔ, η ανάγνωση του οποίου θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε απαλλακτική υπέρ αυτού κρίση, για το λόγο ότι ανακριβώς αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αναγνώστηκε, αφού το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε σχετικό αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, παραβιάζοντας συγχρόνως και το δικαίωμά του για δίκαιη δίκη, κρίνεται απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτη.

Και τούτο διότι όλα όσα αναφέρει σχετικά ο αιτών για τη θεμελίωση λόγου επανάληψης της διαδικασίας αποτελούν ασαφή και ανακριβή επιχειρήματα που στην ουσία αναφέρονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν συνιστούν νέα γεγονότα, κατά την έννοια του άρθρου 525 του ,ΚΠΔ.

Πέραν τούτων όμως πρέπει να σημειωθεί ότι το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρως αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων περί ''ακρόασης του DVD", προφανώς εννοώντας το DVD με βίντεο, που περιείχε την οπτικοακουστική παρακολούθηση των κατηγορουμένων, με την ακόλουθη αιτιολογία: "το ζήτημα αυτό έχει εξετασθεί πλήρως με τις αναλυτικές καταθέσεις των αστυνομικών και των λοιπών μαρτύρων, η δε ακρόαση του DVD δεν κρίνεται ότι θα εισφέρει σημαντικά στην έρευνα της κατηγορίας και η ακρόασή του θα δημιουργούσε καθυστέρηση στη διεξαγωγή της δίκης ", ώστε να μην προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτούντος κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη, ανεξαρτήτως του ότι για να στοιχειοθετηθεί η προϋπόθεση της έκτης περίπτωσης της διάταξης του άρθρου 525 του ΚΠΔ, απαιτείται η επικαλούμενη παραβίαση του δίκαιου χαρακτήρα της διαδικασίας να διαπιστώνεται με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση.

Τέλος, οι λοιποί ισχυρισμοί του αιτούντος που αναφέρονται στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 187 και 385 του ΠΚ; καθώς και στην εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων αστυνομικών από το Δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθώς με αυτούς επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς επανέλεγχος της απόφασης, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση) είναι ανεπίτρεπτος, στα πλαίσια της επανάληψης της διαδικασίας, που δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, αλλά έκτακτο.

Με τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-11-2018 αίτηση του Γ. Π. του Δ., που κατατέθηκε νομίμως, στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 22-1-2019, ..., (οδός ...) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθμ.2464/2017 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα [250] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2019.Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ